Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 3:06 μ.μ.

0

Η ύλη του site θα ανανεωθεί μέχρι τις δεκαπέντε Φλεβάρη 2010.

Η ΔΑΝΑΗ ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 1:50 μ.μ.

0



Ακούστε ακόμα ένα τραγούδι του Paulo Neruda
στο site: www.poetryfoundationworld.eu

Μ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Θ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ..., ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΧΩΝ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:42 μ.μ.

0

Μάνος Ελευθερίου

Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ

Μοιάζει μαρμάρινη στήλη με τα εγχάρακτα
ονόματα ανθρώπων που έπεσαν για την πατρίδα.
Κάθεται χρόνια μπροστά στην πόρτα της.

Ποτέ στη ζωή της δεν σηκώθηκε από 'κει.
Ίσως εκεί γεννήθηκε στα πένθη της και γέρασε.
Νερό των πεθαμένων πίνει, της Σελήνης.
Φοράει μαύρα και πενθεί.
Και για πολλούς πενθεί κι ίσως για μένα.

Ποτέ κανείς δεν πέρασε απ' την πόρτα της.
Ποτέ κανείς να τη ρωτήσει πώς και τι.
Μονάχα εγώ ψωμάκι και τυράκι της πηγαίνω
και το χαρίζει στους αγίους.

Μια πόρτα στο χρώμα ακριβώς της στάχτης.
Ξύλο ναυαγίου, σκεβρωμένη, γριά πόρτα.
Μ' ανοιγμένες φλέβες ξερές απ' τον ήλιο
ίδιες με τα πλοκάμια χταποδιού
και τη χυμένη σκουριά της σάπιας κλειδαριάς.

Χρώμα σαν τα φτερά πολλών πουλιών
και των αγγέλων.

_________

Θανάσης Παπαθανασόπουλος

Η ΔΙΚΗ

Ο πρόεδρος, οι εφέτες, ο εισαγγελέας
ζούνε το ίδιο κενό, την ίδια απόγνωση.
Στις εφτά θα περάσουν οι σατανιστές
στις δέκα οι καλυμμένοι τρομοκράτες
στις δώδεκα οι τραβεστί με το καινούριο φόρεμα.
Όλοι τους λένε ψέμματα σαν τα ποιήματα.

Περίπλοκοι συλλαβισμοί περί του δόλου
σκύβουν στις στάχτες να ζεσταθούν.
Οι απολογίες σιωπηλές και οι αγορεύσεις.
Επάνω τους τα βλέμματα της λύπης.
Το τελικό συμπέρασμα τραυματισμένο
προσφέροντάς μας ένα λασπωμένο ρόδο.
__________

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πραγματικότητα
αυτή που δεν έζησε ποτέ κανείς
αφού ο καθένας
στη δική του βρέθηκε φυλακισμένος
αιώνες τεντώνοντας τα χέρια προς τα έξω.
Την πραγματικότητα
που ίσως να γνωρίζουν οι πεθαμένοι
εκεί στις βαθιές χαράδρες
της ανυπαρξίας
όπου κανένα σαρκικό παραμύθι
δεν πείθει
κι άχρωμα μούρα
πέφτουν σ' αναίσθητα στόματα.
την πραγματικότητα
που αν σ' αγγιζε ποτέ
θ' αναγνώριζες αμέσως σαν τη μόνη αλήθεια
έξω απ' της δικής σου επιβίωσης
τη φαντασία.
Θα 'ταν ζεστή άραγε, θα ' χε του πελάγου τη μυρωδιά
ή αμετάκλητη χωρίς να δωρίζει
ούτε μια ώρα προθεσμία;
Θα 'θελα να γράψω ένα ποίημα
για μια πραγματικότητα
που δεν θα με είχε περιλάβει
αλλά τρομάζουν οι στίχοι...
Ούτε το σκέφτονται
ούτε προσπαθούν.

__________

ΥΒ ΜΠΟΝΦΟΥΑ, ΓΑΛΛΙΑ..., ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ...ΠΟΙΗΤΙΚΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:41 μ.μ.

0

Γαλλία, Yves Bonnefoy (Υβ Μπονφουά), 1923

" Η ποίηση του Yves Bonnefoy είναι μυστική, εναρμονίζει την κρυφή λειτουργική ουσία των πραγμάτων με την εξωτερική τους αισθητική. Το υλικό που δένει τον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο του είναι αυτή η ίδια η ποίηση. Όπως κάθε ποιητικό έργο έχει και τις επιρροές του: Ηράκλειτος, Σαίξπηρ, Μαλαρμέ. Μυστική ποίηση αλλά όχι μυστικιστική, ούτε σκοτεινή. Δεν είναι ποίηση του κιάρο-σκούρο, όπως νόμισαν μερικοί, κι αυτό γιατί η μόδα των τελευταίων καιρών μας δείχνει μόνο ποίηση "άμεση"(ρητορική) ή δίχως συνοχή. Η υπερρεαλιστική ποίηση έχει επαφές μ΄αυτό το έργο, παρόλο που ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της, ο παραλογικός διάλογος των ετερόκλητων, έχει αντικατασταθεί- όπως στο έργο του Roger Caillois- με την κλασική έννοια της εκτέλεσης. Η κλασική εκτέλεση δεν είναι βέβαια μια κρύα αρμονική (συχνά στείρα) και γεωμετρική έκφραση της λογικής, που σηκώνει μόνο φιλολογικές εκτιμήσεις. Περιέχει και το γίγνεσθαι του μυστικού". (Παρίσι, Δημήτρης Άναλι).

Yves Bonnefoy: " Θυμάμαι μια στιγμή στους Δελφούς, εκείνα τα μακρινά χρόνια, ακριβώς μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όπου εκείνοι που διέμεναν στο αλησμόνητο λευκόφαιο χωριό πιο χαμηλά από τα ερείπια μπορούσαν ακόμη να είναι σχεδόν μόνοι με τον μεγάλο ναό και την απλή ζωή. Πολύ κοντά στην πόρτα μου υπήρχε αυτό το κελντερίμι που κατέβαινε προς τη θάλασσα, με την Ιτέα μακριά να μη διακρίνεται καθαρά μέσα στο φως. Και μέσα στην άκρα σιωπή κάθε αυγής είδα μια φορά έναν γέροντα χωρικό να κατεβαίνει τα σκαλιά δίχως βιασύνη, τυλιγμένος αυτό το φως, θα έλεγε κανείς χωνεμένος κι αυτός απ' αυτό. Αυτός ο γέροντας λοιπόν, αυτά τα βήματα μέσα στο απόλυτο, αυτή η ειρήνη, αυτό το πανταχόθεν προφανές, δεν ήταν ο Πλωτίνος μέσα στον Πλάτωνα ή μάλλον ο Πλωτίνος μέσα στην ίδια την καρδιά της Πλατωνικής σκέψης, για να φανερωθεί και να λυθεί εκεί εκείνο που αναζητείται ήδη στις επιστάμενες διαλεκτικές του Παρμενίδη; Το όραμα του γέροντα που περνούσε σιωπηλός μέσα στην ατάραχη προφάνεια του κόσμου μού φάνηκε έτσι να συνηχεί στην εντέλεια με όλα όσα μάθαινα για τον μεγάλο ελληνικό λόγο. Μου έδειχνε την εσωτερική του διάσταση, εκείνη που πηγαίνει από τον αριθμό στη λήθη του αριθμού, και επίσης το γιατί αυτή είχε ανέκαθεν μια ουσιαστική σχέση με τους τόπους της γης. Τους Δελφούς, για παράδειγμα, τους Δελφούς που είναι ένας τόπος, αλλά πρώτα ένας τρόπος να ζεις τον τόπο και να μαθαίνεις να ζεις εκεί με πληρότητα, που σημαίνει να προετοιμάζεσαι να πεθάνεις.

Στους Δελφούς λοιπόν, στη λιόφυτη γη, μπόρεσα, όσο με αφορά, και με μεγάλη δυσκολία εξάλλου, να αρχίσω να ξαναβρίσκω τον εαυτό μου μέσα στον δικό μου κόσμο, που εκείνη την εποχή δεν γινόταν να είναι πιο ταραχώδης και σκοτεινός. Με την ανάμνηση αυτού του μεγάλου μαθήματος έγραψα στο τέλος του δεύτερου βιβλίου μου Hier regnant desert (Χθες, που βασίλευε η έρημος) ποιήματα με τίτλο "Δελφοί της δεύτερης μέρας" και "Εδώ, πάντοτε εδώ". Η λέξη "δεύτερη" σημαίνει εκείνο που ανοίγεται κάτω από το περίβλημα των εννοιολογικών αναγνώσεων, των αναζητήσεων εκ των έξω, σημαίνει το αμύγδαλο του είναι, την παρουσία".

ΔΕΛΦΟΙ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΜΕΡΑΣ

Εδώ ανήσυχη η φωνή δίνει μια συγκατάθεση αγάπης
για την απλή πέτρα,
οι πλάκες που ο χρόνος υποτάσσει κι ελευθερώνει,
η ελιά, γεύση στεγνής πέτρας στη δύναμή της.

Το βήμα στον αληθινό τόπο του. Ανήσυχη η φωνή
ευτυχής κάτω απ' τους βράχους της σιωπής,
και το άπειρο, το απεριόριστο απαντάει
με κουδουνάκια, όχθη ή θάνατος. Καθαρό ήταν
το φαράγγι σας από κάθε τρόμο,
Δελφοί της δεύτερης μέρας.

ΕΔΩ, ΠΑΝΤΟΤΕ ΕΔΩ

Εδώ, στον καθαρό τόπο. Η αυγή έσβησε,
ξημέρωσε κιόλας με δίκοπες επιθυμίες.
Απ΄τους αντικατοπτρισμούς ενός τραγουδιού στο όνειρό σου
μένουν μόνο αυτές οι σπίθες από πέτρες στο μέλλον.

Εδώ, και ως το βράδυ. Το ρόδο των σκιών
θα στραφεί στους τοίχους. Το ρόδο των ωρών
θα φυλλορροήσει αθόρυβα. Οι καθαρές πλάκες θα οδηγήσουν
κατά τη βούλησή τους αυτά τα συνεπαρμένα από φως βήματα.

Εδώ, πάντοτε εδώ. Πέτρες πάνω στις πέτρες
έχτισαν τη χώρα που ομολογείται στην ανάμνηση.
Ευθύς μόλις με τον ήχο των απλών καρπών στην πτώση τους
αναζωπυρώνεται ακόμα μέσα σου ο χρόνος που θεραπεύεται.

(μετάφραση, Χριστόφορος Λιοντάκης)


Άλλα ποιήματα του Υβ Μπονφουά θα βρείτε στο site: www.poetryfoundationworld.eu


ΛΕΩΝΙΔΑΣ Ο ΤΑΡΑΝΤΙΝΟΣ, ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ..., ΚΛΑΣΙΚΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:39 μ.μ.

0

Nicolas Poussin, 1594-1665
(Ποιμένες της Αρκαδίας διαβάζουν επίγραμμα)
Το Ελληνικό Επίγραμμα
Ο Λεωνίδας ο Ταραντίνος, στον οποίο ανήκουν τα επιγράμματα που ακολουθούν, είναι ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος της Δωρικής Πελοποννησιακής Σχολής του επιγράμματος. Γεννημένος στον Τάραντα γύρω στο 325 π.Χ. φαίνεται πως πολέμησε με τον Πύρρο ενάντια στους Ρωμαίους. Μετά την επιστροφή και τον θάνατο του Πύρρου στην Ήπειρο ο Λεωνίδας ο Ταραντίνος άρχισε να ζει σαν φτωχός και κουρελής περιπλανώμενος ποιητής που έχει όμως συνείδηση της τέχνης του. Τα ποιήματά του διαπνέονται από έναν ρεαλισμό και νατουραλισμό, όπου ξεπροβάλλει η φτωχή και βασανισμένη ζωή των εργατικών τάξεων με άπειρη συμπάθεια και κάποια ρομαντική εξιδανίκευση. (Ανδρέας Λεντάκης)
ΤΟΝ ΑΡΓΥΡΟΥΝ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΦΥΡΟΝ ΠΕΖΑΝ ΤΟ ΠΟΡΦΥΡΕΥΝ ΤΕ ΛΕΣΒΙΔΟΣ
ΚΟΜΗΣ ΕΛΙΓΜΑ ΚΑΙ ΜΗΛΟΥΧΟΝ ΥΑΛΟΧΡΟΑ ΤΟ ΧΑΛΚΕΟΝ Τ ΕΣΟΠΤΡΟΝ ΗΔΕ ΤΟΝ
ΠΛΑΤΥΝ ΤΡΙΧΩΝ ΣΙΓΑΝΕΥΤΗΡΑ ΠΥΞΙΝΟΝ ΚΤΕΝΑ ΩΝ ΗΘΕΛΕΝ ΤΥΧΟΥΣΑ ΓΝΗΣΙΑ
ΚΥΠΡΙ ΕΝ ΣΑΙΣ ΤΙΘΗΣΙ ΚΑΛΛΙΚΛΕΙΑ ΠΑΣΤΑΣΙΝ.
Τον αργυρό Έρωτα, το βραχιόλι των σφυρών της, το πορφυρό μαντήλι της Λεσβιακής
κόμης, τον δεσμό των μήλων του στήθους της τον υαλόχρωμο και το χάλκινο κά-
τοπτρο, στους θαλάμους σου γνήσια Αφροδίτη η Καλλίκλεια τ' αφιερώνει.
Μαζί και την πλατιά ξύλινη χτένα που μάζευε τα μαλλιά της. Γιατί ό τι θέλησε
το 'τυχε.
( VI 211 ) , απόδοση Ανδρέας Λεντάκης
Ο ΠΛΟΟΣ ΩΡΑΙΟΣ. ΚΑΙ ΓΑΡ ΛΑΛΑΓΕΥΣΑ ΧΕΛΙΔΩΝ ΗΔΗ ΜΕΜΒΛΩΚΕΝ ΧΩ ΧΑΡΙΕΙΣ
ΖΕΦΥΡΟΣ. ΛΕΙΜΩΝΕΣ Δ ΑΝΘΕΥΣΙ ΣΕΣΙΓΗΚΕΝ ΔΕ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΥΜΑΣΙ ΚΑΙ ΤΡΙΧΕΙ
ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΒΡΑΣΣΟΜΕΝΗ. ΑΓΚΥΡΑΣ ΑΝΕΛΟΙΟ ΚΑΙ ΕΚΛΥΣΑΙΟ ΓΥΑΙΑ ΝΑΥΤΙΛΕ
ΚΑΙ ΠΛΩΟΙΣ ΠΑΣΑΝ ΕΦΕΙΣ ΟΘΟΝΗΝ. ΤΑΥΘ Ο ΠΡΙΗΠΟΣ ΕΓΩΝ ΕΠΙΤΕΛΛΟΜΑΙ
Ο ΛΙΜΕΝΙΤΑΣ ΩΝΘΡΩΦ ΩΣ ΠΛΩΟΙΣ ΠΑΣΑΝ ΕΠ ΕΜΠΟΡΙΗΝ.
Είν' ωραίος ο πλους. Γιατί έφτασεν ήδη η λαλίστατη χελιδόνα κι ο παιχνιδιάρης
ζέφυρος. Λουλούδιασαν τα λιβάδια και γαλήνεψεν η θάλασσα απ' τα κύματα
που 'βραζεν απ' τον τραχύ άνεμο. Βίρα τις άγκυρες, ναυτίλε, λύσε τους κάβους
και σαλπάρισε, λευτερώνοντας όλα τα πανιά. Αυτά στα παραγγέλνω εγώ ο Πρίαπος
ο λιμενίτης. Ταξίδευε για κάθε εμπορία.
( Χ1 ), απόδοση Γιώργος Τσακιράκης

ΧΑΜΕΝΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ..., ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΣΑΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΡΕΘΙΣΜΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:38 μ.μ.

0


φωτογράφηση, Γιώργος Τσακιράκης
Οι φωτογραφίες αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του εκάστοτε λήπτη. Προσφέρονται
σαν ερέθισμα αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση τους.


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ..., ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:38 μ.μ.

0

Κωστής Παλαμάς, 1859-1943,
εκατόν πενήντα χρόνια ανάσες ζωής και ποίησης

Θα μείνουμε σε δυο εφηβικά του «ψιθυρίσματα», έξω απ’ τα καθιερωμένα, που δείχνουν το ίχνος της μετέπειτα πορείας του. Είναι θελκτικά χαρακτηριστική η χρήση διαφορετικής γλώσσας ανάμεσά τους, με τον Παλαμά να είναι στα δεκάξι του κι ύστερα, στο δεύτερο ποίημα, μόνο στα δεκαοχτώ του.

Είναι παρμένα απ’ το τεύχος των «Αχαϊκών» του Ιούνη 1943, με διευθυντή τον τότε δικηγόρο και ιστορικό των Πατρών Κώστα Τριανταφύλλου, «τεύχος Κωστή Παλαμά», που οι αρχές κατοχής λογόκριναν και απαγόρεψαν την κυκλοφορία του. Ένα από τα σπάνια πρωτότυπα του τεύχους αυτού βρίσκεται στα χέρια του δικηγόρου της Πάτρας Λεωνίδα Μαργαρίτη, που το παρουσίασε σε εκδήλωση για τον Παλαμά, παράλληλα με την επιδίωξη να μετατραπεί το σπίτι που γεννήθηκε σε μουσείο ενθυμημάτων του ποιητή.

Στο τεύχος αυτό αναφέρεται για το πρώτο, το νεανικό του ποίημα "Τη Ε..., δια τα ρόδα της":

"Το ανέκδοτο αυτό ποίημα του Κωστή Παλαμά που έγραψε σε ηλικία δέκα έξη χρονών στο Μεσολόγγι για τη φίλη του Ε(ιρήνη), το ανακοινώνει ο εδώ καθηγητής της φιλολογίας Μεσολογγίτης κ. Άγγελος Δ. Βούρβαχης, στην ιδιοκτησία του οποίου βρίσκεται και σήμερα το αυτόγραφο. Ο φίλος συνεργάτης προσπάθησε νάβρει κι άλλα στοιχεία σχετικά, αλλά δεν βρήκε ως τώρα πολλά πράγματα. Το αυτόγραφο ο κ. Βούρβαχης το κατέχει εδώ κι είκοσι πέντε χρόνια. Βρέθηκε στο Μεσολόγγι. Είναι γραμμένο στα μαθητικά χρόνια του ποιητή σε καθαρεύουσα.

ΤΗ Ε...ΔΙΑ ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΗΣ

Ήθελον τα ρόδα, όσα καθ' εσπέραν μοί προσφέρεις,
θαλλερά αεί να μένουν, να μη κλίνουν μαραμένα.
Θλίβομαι- όσον συ χαίρεις,-
θλίβομαι, όταν τα βλέπω πίπτοντα ένα προς ένα .

Ούτω φευ! μαραινομένη φεύγει η νεότης, σβύνει.
Αι ωραίαι του Μαϊου ούτω φεύγουσιν ημέραι
των νεανικών ετών μου θα απέλθει η Ε ι ρ ή ν η,
και ψυχραί θα ανατείλουν άλλαι σκοτειναί ημέραι.

Πλην της φύσεως τους νόμους τις ποτέ θα μεταβάλη;
Αφιστάμενον τον χρόνον τις ποτέ θα σταματήσει;
Αιωνίως αν δεν μένουν των ανθέων σου τα κάλλη,
καν τα μύρα των, θαλλόντων, η ψυχή μου ας ροφήσει.

Ω! μη παύης-σ' ικετεύω-δωρεάν σου την γλυκείαν.
Θαλλερά ή μαραθέντα θα τα αγαπώ εξ ίσου.
-Αγνοείς πώς μοι προσφέρεις δι' αυτών μικρογραφίαν,
καλλιτεχνικήν εικόνα της μαγευτικής μορφής σου;

Κατά το θέρος του 1875 Κ. Μ. Παλαμάς

Για το δεύτερο ποίημα- που αφορά νεανικό ειδύλλιο του Παλαμά στην Πάτρα- επίσης στα "Αχαϊκά" του Ιούνη 1943, μεταξύ πολλών άλλων αναφέρεται:

"Ο Παλαμάς κι ο Βελλιανίτης συνεργαζόνταν στην "Ακρόπολη" του Γαβριηλίδη. Μίαν νύκτα, αρχίζει την διήγησή του οι Βελλιανίτης, εις τον έρημον κήπον του Πανεπιστημίου, μου απήγγειλε το "Αγιόκλημά" του, έπειτα δε ηκολούθησεν η ιστορία του ποιήματος". Είναι 48 χρόνια που το έγραψε και σαράντα που το δημοσίευσε...Γράφτηκε πράγματι στα 1878 και δημοσιεύτηκε στην πρώτη ποιητική συλλογή του "Τα τραγούδια της Πατρίδος μου...".

ΝΑΜΟΥΝ Τ' ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ

Νάμουν τ' αγιόκλημα που απ' την αυλή σου
ψηλά 'ς τον τοίχο σου σκαλώνει, ανθεί,
που με τη δρόσο σου, με την πνοή σου
πάντα δροσίζεται και πάντα ζη.

'Σ το παραθύρι σου να 'ρθω να στήσω
κλωνάρια πράσινα για ν' ακουμπάς,
στρώμα, προσκέφαλο να σου χαρίσω,
να γέρνης ήσυχα, να μ' αγαπάς.

Ν' ανακατώνουνται, να γίνουντ' ένα,
να κουβεντιάζουνε αδελφικά
τα λουλουδάκια μου τα μυρωμένα
με τα μαλλάκια σου τα καστανά.

Να λούζω αδιάκοπα τα όνειρά σου
με των ανθών μου τη μυρουδιά,
κι εσύ τους κλώνους μου με τη δροσιά σου.
Εγώ δουλεύτρα σου κι εσύ κυρά.

Και 'ς το καλότυχο παράθυρό σου
όποιος το ταίρι μας τύχη να ιδή
να λέγη εμένανε δεντρί 'δικό σου
'δικό μου λούλουδο εσέ να ειπή.

Χωρίς εσένανε να μην ανθίζω,
χωρίς εμένανε να μη γελάς,
την ευτυχία μου να σου χαρίζω ,
την εμμορφάδα σου να μου σκορπάς.

1878 Κ. Μ. Παλαμάς

AIDS, ΠΑΟΛΟ ΡΟΥΦΙΛΙ, ΙΤΑΛΙΑ..., ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΜΑ...ΣΠΑΝΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:37 μ.μ.

0

Paolo Ruffilli, Ιταλία (γεννήθηκε στο Ριέτι το 1949 και ζει στο Τρεβίζο απ’ το 1972). Απ’ τη Συλλογή «Η χαρά και το πένθος. Πόνος και Θάνατος για το Aids» (απόσπασμα)

Στην κόρη μου και σε όλα τα παιδιά του κόσμου

«Η αλήθεια είναι ότι
γέννηση ή θάνατος
δεν υπάρχει, κατά βάθος»,
μου είπε η κόρη μου
κλαίγοντας
«κανένας σεβασμός
για την αξία της ζωής
στον κόσμο»

Εάν γιατρευτώ / και περπατήσω ξανά ,/ εάν σταθώ όρθιος / εάν μπορέσω να βγω έξω / μόνος μου / και να πάω πάλι / όπου μ’ αρέσει / και όπου θέλω ,/ θα μου αρκούσε / μια μικρή βόλτα / μέχρι το περίπτερο / ακόμη και με το χιόνι / και με κίνδυνο να πέσω / και μια ωραία ιδέα / θα ήταν η περιπέτεια / ενός γεμάτου ταξιδιού / πολύ μακριά ,/ η Οδύσσεια μιας ημέρας / στο κυνήγι των απρόβλεπτων στάσεων / και συναντήσεων ,/ ανακαλύψεων και λοξοδρομήσεων. / Θα ήθελα να σταματήσω να πιω / μονάχα για την ευχαρίστηση / και για τη μυρωδιά / ένα φλυτζάνι καφέ και / να μείνω μέσα / μονάχα για να μυρίσω / τον καπνό των τσιγάρων. / Να μπω να μιλήσω / με τον μανάβη, / κοιτώντας το χρώμα / μέσα στα καφάσια τους / από κάθε φρούτο και λαχανικό / γεμίζοντας τα χέρια μου / με αυτά τα υπέροχα σχήματα. / Θα χάσω χρόνο / στον δρόμο / στα ίχνη του γάτου μου / ρουφώντας τον ψυχρό και καθαρό αέρα / και πίνοντας γουλιά γουλιά / για πολύ ακόμα / τη γεύση της ομίχλης. / Εάν γίνω καλά… / Θα ξαναπεράσω μέσα από το ήδη γινωμένο / και το ήδη ιδωμένο / το άπειρο / που γνώρισα.

Όμως τώρα όλα / έχουν χαθεί, έχουν τελειώσει / και γλιστρήσει πάνω στην κατηφόρα / του ξοδεμένου χρόνου / που χάθηκε και σκορπίστηκε / μέσα στη ρωγμή / χωρίς επιστροφή / μετά το αντίο…

μετάφραση, Γιάννης Παππάς

ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ, ΠΕΡΣΙΑ..., ΟΨΕΙΣ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:36 μ.μ.

0

Περσία (Ιράν), 11ος-12ος αι., Ομάρ Καγιάμ
Persia ( Iran ), 11-12 century, Omar Khayyam, 1048-1131









ΔΥΟ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΑΝΩ "ΡΟΥΜΠΑΓΙΑΤ" /
TWO COMPARATIVE RENDERINGS OF HIS ABOVE “RUBAIYYAT”

Ι
Edward Fitzgerald Translation (1859)

Awake! For Morning in the Bowl of Night
Has flung the Stone that puts the Stars to flight:
And lo! The Hunter of the East has caught
The Sultan’s Turret in a Noose of Light.

ΙΙ
Graves-Shah translation (1967)

While Dawn, Day’s herald straddling the whole sky,
Offers the drowsy world a toast “To Wine”,
The Sun spills early gold on city roofs-
Day’ s regal Host, replenishing his jug.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ /
THE GREEK RENDERING OF ABOVE TRANSLATIONS


Ι
Σηκωθείτε. Γιατί το Πρωινό έχει εκσφενδονίσει
στο κύπελλο της Νύχτας την πέτρα που βάζει τ΄ Αστέρια
να πετάνε: Και να! Ο Κυνηγός της Ανατολής φυλάκισε
τον πυργίσκο του Σουλτάνου σε μια θηλειά φωτός.

ΙΙ
Καθώς ξημερώνει, ο Κήρυκας της Μέρας διασκελίζει όλο τον Ουρανό.
Προσφέρει στο νυσταγμένο Κόσμο μια πρόποση: «Στο κρασί».
Ο Ήλιος χύνει πρωινό χρυσάφι στις στέγες της πόλης- Ο βασιλικός
Οικοδεσπότης της Μέρας ξαναγεμίζει τη στάμνα του.


μετάφραση και απόδοση, Γιώργος Τσακιράκης

translation and rendering, George Tsakirakis
_____________

Ο Ομάρ Καγιάμ, Πέρσης ποιητής, μαθηματικός και αστρονόμος (περίπου 1048-1122μ.Χ.) γεννήθηκε και πέθανε στη Νισαπούρ, όπου βρίσκεται και το μαυσωλείο του. Στην Περσία έγινε κυρίως ονομαστός σαν μαθηματικός και αστρονόμος. Στη Δύση η φήμη του, σαν ποιητή, απλώθηκε μετά τη μετάφραση (μάλλον μετάπλαση) και δημοσίευση, το 1858, των περίφημων αυτοτελών τετράστιχών του, των Rubaiyyat ( Ρουμπαγιάτ ), από τον Άγγλο ποιητή Edward FitzGerald.

Ο Παντελής Μπουκάλας γράφει για την ποιητική φιλοσοφία του Ομάρ Καγιάμ:

"Τον δόξασαν όλοι οι αιώνες κι όλες οι γλώσσες. Κι ακόμα τον δοξάζουν. Οι θρησκείες, πολυθεϊστικές και μονοθεϊστικές, τον τίμησαν ως σύμβολο και συμπρωταγωνιστή των τελετουργιών τους, και οι ποιητές, κατά πόδας του πατριάρχη τους του Ομήρου, δεν έπαψαν ποτέ να του αφιερώνουν τις σκέψεις τους και τα αισθήματά τους, ακόμα κι αν κάποια στιγμή έτυχε να παρασπονδήσουν, να επιλέξουν το αψέντι, ας πούμε, ή κάποιον άλλο προμηθευτή αλκοόλης. Για τον οίνο που ευφραίνει την καρδιά των ανθρώπων ο λόγος, για το κρασί, που, όπως το τραγούδησε ο Olivier Basselin στο ποίημά του «Ο έπαινος του Νώε» (το μετέφρασε στα ελληνικά ο Νίκος Εγγονόπουλος) «δεν είν’ σαν τ’ άλλα τα πιοτά που μας σαπίζουν, / μας κόβουν τις δυνάμεις, τα κόκαλα τσακίζουν. / Εγώ σαν το τραβώ έχω την τόλμη του Ηρακλή»· ιδού ο «ευάνωρ» οίνος του Ομήρου, αλλιώς ειπωμένος.
Για το κρασί, λοιπόν, εδώ ο λόγος, εδώ και για έναν από τους βαθύτερους υμνητές του, τον Ομάρ Καγιάμ, τον σπουδαίο Πέρση ποιητή, αστρονόμο, μαθηματικό και φιλόσοφο (περ. 1048-1122), από τα γραπτά του οποίου, επιστημονικά και λογοτεχνικά, δεν έχουν σωθεί πολλά. Αφορμή, η έκδοση ενός βιβλίου που περιέχει 158 Ρουμπαγιάτ του μεταφρασμένα από τον Κωνσταντίνο Κατσίμπαλη (Αθήνα, 1868-1937), υπέρμαχου της δημοτικής γλώσσας, ιδρυτικού μέλους του «Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910), συνεργάτη του «Νουμά» (στις σελίδες του οποίου πρωτοδημοσίευσε εκατό τετράστιχα του Καγιάμ «από το θεριστή του 1915 ώς το 1916», και πατέρα του λογίου Γιώργου Κατσίμπαλη.
Μεταφράσεις ποιημάτων του Καγιάμ στα νέα ελληνικά έχουν εκδοθεί κι άλλες βέβαια (ακόμα και στα αρχαία ελληνικά μεταφράστηκαν στίχοι του, από τον Αγγλο Crawley, τόσο μεγάλο ήταν το πάθος της Δύσης για το έργο του τον 19ο αιώνα)· O Ανδρέας Ελ. Ριζιώτης, λόγου χάρη, μετέφρασε 75 Ρουμπαγιάτ (εκδόσεις «Δόμος», 1995), και ο Παύλος Γνευτός 103 τετράστιχα (εκδόσεις «Ερατώ», 1997). Η μεταφραστική πρόταση του Κωνσταντίνου Κατσίμπαλη ωστόσο (τώρα στις εκδόσεις «Κότινος», ενώ κυκλοφορεί και στις Εκδόσεις Γκοβόστη) διασώζει ακέραιη την αξία της, και διόλου δεν προβληματίζουν την ακοή οι σποραδικοί βαρείς ήχοι ενός μαχητικού δημοτικισμού· ο μεταφραστής έχει βαθιά γνώστη της βιοθεωρίας και κοσμοθεωρίας του μεταφραζόμενου ποιητή, όπως αποδεικνύει και το επίμετρό του, παρακολουθεί με προσοχή τη φόρμα ομοιοκαταληξίας που διέπει τα ρουμπαγιάτ («ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τελευταίος στίχος ριμάρουν μεταξύ τους και ο τρίτος είναι λιτός)», και επιπλέον βασίστηκε «στο αρχαιότερο, το πιο αξιόπιστο και το πιο άρτιο χειρόγραφο», της Βοδλεϊανής Βιβλιοθήκης (το οποίο δεν είναι τραυματισμένο ή αλλοιωμένο από τα «παραγεμίσματα» των μεταφραστών) και σε «αγγλικές και γαλλικές λέξη προς λέξη ερμηνείες».
Τα «παραγεμίσματα» λοιπόν αυτά είναι τετράστιχα (αυτό σημαίνει η λέξη ρουμπαγιάτ) που έπλασαν οι Ευρωπαίοι μεταφραστές κατά τον τρόπο του Καγιάμ, κατά τον εξωτερικότερο μάλιστα τρόπο του· ήδη η πρώτη μετάφραση τετράστιχων του Καγιάμ στα αγγλικά, από τον Εντουαρντ Φιτζέραλντ το 1858, στον οποίο οφείλει η Δύση τη γνωριμία της με τον Πέρση ποιητή, έχει χαρακτηριστεί «ωραία άπιστη». Με τον ίδιο περίπου τρόπο, του «εμπλουτισμού» ή της «διογκώσεως», ως γνωστόν, πλάστηκαν τα ανακρεόντεια λεγόμενα ποιήματα κατ’ απομίμηση της συμποτικής και ερωτικής ποίησης του Ανακρέοντα, του μεγάλου λυρικού ποιητή από την Τέω, που έζησε τον 6ο αιώνα π.Χ.
Αν ο Ομάρ Καγιάμ γνώριζε το έργο ή έστω τη φήμη του Ανακρέοντα δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Το βέβαιο είναι, όπως σημειώνει και ο Κ. Κατσίμπαλης, ότι ο Πέρσης στοχαστής, ο πιο άξιος μαθητής του Αβικέννα, «ήξερε την αρχαία ελληνική φιλοσοφία», το δε «πολιτικό του σύστημα είχε βάση τον Πλάτωνα»· στα σωζόμενα έργα του άλλωστε συμπεριλαμβάνεται μια πραγματεία για τον Ευκλείδη. Επίσης βέβαιο είναι ότι όσο αδικήθηκε ο Ανακρέων από μεταγενεστέρους του, οι οποίοι, παραποιώντας ή παραγνωρίζοντας την ουσία της ποίησής του, έφτασαν να τον θεωρούν άσκεπτο γλεντοκόπο και ελαφρό ερωτογράφο, «μεθυσμένο ποιητή» και τίποτε σοβαρότερο, επειδή δεν ήξεραν οι πολλοί πως όταν έγραφε προσποιούνταν τον μεθυσμένο ενώ δεν είχε πιει, όπως σημειώνει ο Αθήναιος («ουκ ειδότων των πολλών ότι νήφων εν τω γράφειν και αγαθός ων προσποιείται μεθύειν») άλλο τόσο αδικήθηκε και ο Ομάρ Καγιάμ, και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Και το δικό του έργο, δηλαδή, θεωρήθηκε σαν να αποτελείται από μια φλούδα καλοζωισμού και οινολογικής ελαφρότητας, και δεν έγινε έτσι αντιληπτό το θρησκευτικό και φιλοσοφικό βάθος από το οποίο ανέβαιναν οι λέξεις του, λέξεις «βέβηλες» για το μουσουλμανικό ιερατείο, για να μορφοποιήσουν τον στοχασμό του με σαφήνεια και οξύτητα.
Οχι χωρίς λόγο, ο Ομάρ Καγιάμ συσχετίστηκε από άλλους με τον Σοπενάουερ, τον Νίτσε και τον βιβλικό Εκκλησιαστή για τον πεσιμισμό του, και από άλλους (τον Ερνέστ Ρενάν, λόγου χάρη) με τον Βολταίρο, για την εναντίωσή του στη θρησκοληψία· τα περσικά τραγούδια του κρασιού, υπογραμμίζει ο Κ. Κατσίμπαλης παραπέμποντας στους μελετητές του έργου του Καγιάμ, «είναι μια διαμαρτυρία για το Κοράνι, για τους θρησκομανήδες, για την πίεση που κάνει ο θρησκευτικός νόμος στη φύση και τη λογική. Ο άνθρωπος που πίνει είναι για τον ποιητή ο άνθρωπος ο χειραφετημένος, ο ξεσκλαβωμένος και το κρασί σύμβολο της θεϊκής μέθης». Το κρασί δεν είναι μόνο απτή απόλαυση στην ποίησή του· είναι μια μεταφορά, μια υπεράσπιση του πνεύματος που γνωρίζει ότι για να ακεραιωθεί και να υψωθεί οφείλει να μην απαρνηθεί τη σάρκα.
Στα ποιητικά μαθηματικά του Ομάρ Καγιάμ, το κρασί, πηγή ανεξάντλητη μιας απαγορευμένης ελευθερίας, αξίζει όσο χιλιάδες θρησκείες: «Ενα ποτήρι με κρασί, θρησκείες χιλιάδες κάνει, / και για της Κίνας τ’ αγαθά μια ρουφηξιά του φτάνει· / όξω από σένα ρουμπινί κρασάκι μου δεν είναι / στον κόσμο αυτόν άλλο ξινό, τόσο γλυκά να πιάνει».
Αλλά και για να μετρήσει την αξία των βασιλείων και της δύναμης, τα ίδια «υγρά» σταθμά διαθέτει ο αμφισβητίας Καγιάμ: «Κάλλιο από νέο βασίλειο και μια γουλιά κρασιού παλιού·/ μην παίρνεις δρόμον άλλονε παρά το δρόμο του κρασιού· / μια κούπα αξίζει κι εκατό του Φεριδούν βασίλεια· / κάλλιο απ’ το στέμμα του Χοσρόη καπάκι τούβλινο σταμνιού!»
Εχουνε περάσει αιώνες κι αιώνες, θεοί και βασιλιάδες ήλθαν και παρήλθαν, και, με αναπάντητα τα θεμελιώδη ερωτήματα περί ανθρωπίνης υπάρξεως, είναι σαν να ξανατονίζει ο Ομάρ Καγιάμ με το αμέσως παραπάνω ποίημά του όσα ελευθερόφρονα κήρυσσαν οι εξής στίχοι που αποδίδονταν στον Ανακρέοντα: «Τα πλούτη δεν με νοιάζουνε του Γύγη, / του βασιλιά των Σάρδεων, / και ο χρυσός δεν με τραβάει / μήτε ζηλεύω τους τυράννους. / Μία η έγνοια μου: να βρέχω / τη γενειάδα μου με μύρα, / με ρόδα το κεφάλι μου να στέφω. / Το σήμερα με καίει. / Το αύριο ποιος το γνωρίζει».
Γι’ αυτό το «τώρα» καίγεται και ο Καγιάμ, αλλά με το αποφασισμένο πάθος ενός θρησκειομάχου που ζει μάλιστα σε περιβάλλον ανελεύθερο: «Κοίτα τα κακουργήματα που ο Ουρανός μάς κάνει, / κι άδειος που ο κόσμος φαίνεται σα φίλος σου πεθάνει· / για τούτο κοίταζε να ζεις όσο μπορείς για σένα, / γλέντα τό Τώρα... τα παλιά μυρίζουνε λιβάνι». Ναι, έχουμε λόγους να εικάζουμε ότι και ο Καγιάμ, όπως ο Ανακρέων, μηχανεύτηκε την προσποίηση της μέθης για να ελευθερώσει την ποίησή του, που είναι κάτι βαθύτερο από ηδονόπληκτη".







ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, ΠΕΡΙΓΕΛΑΣΤΙΚΑ..., ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:35 μ.μ.

0

ΚΥΝΗΓΟΥΣΑ ΕΝΑ ΠΟΥΛΑΚΙ

Φέτο το καλοκαιράκι
κυνηγούσα 'να πουλάκι.
Κυνηγούσα λαχταρούσα,
να το πιάσω δε μπορούσα.
Έρριξα τα ξόβεργά μου
γ-ήρτε το πουλί κοντά μου.
Έσκυψα να το φιλήσω,
θέλ' φλουρί να το χαρίσω.
Γω γ-είμ' ορφανό παιδάκι,
πού να το 'βρω το φλουράκι;

(της αγάπης, απ' την Ανατολική Θράκη,
συλλογή Δημ. Πετροπούλου)

__________

Τ' έχει η μάννα μας και κλαίει;
γω καλά 'μαι παντρεμένη.
Έχω σίτα και κρισάρα,
ζντιροστιά μ΄ένα ποδάρι,
χ' λιαρολόγο μ' ένα κ 'τάλι,
τσέργα με σαράντα φλόκους,
και στη μέση χαλασμένη...
Και στο μήνα και στο 'ξάμ' νο
το σπιτάκι μου σαρώνω...
Πέντε μήνους, έξ αδράχτια
πότε τάγνεσα, η πλατούνου;
Κι η κακιά μου η συνυφάδα
ακαμάτρα με φουϊάζει...
Πιάνω να τα τυλ 'γαδιάσω
απ' αυτί σ' αυτί της γάτας.
Μάειδε η γάτα το ποντίκι,
κακό πόπαθα η καϋμένη,
και μου σκόρπ' σε το διασίδι.
Κι άντρας μου, 'πο το κακό του,
έβαλε φωτιά στο σπίτι,
έβαλε φωτιά στο σπίτι,
για να κάψει το ποντίκι.

(περιγελαστικά, συλλογή Ειρήνης Σπανδωνίδη,
τραγούδια της Αγόριανης)

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ..., Μ' ΕΝΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ, ΜΟΥΣΙΚΗ Ή ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:34 μ.μ.

0

Μια πρώτη μουσική πληροφόρηση

Ερμήνευσαν (και) έντεχνο τραγούδι:

Νίκος Ξυδάκης / Ρηνιώ Παπανικόλα / Λουδοβίκος των Ανωγείων / Σαβίνα Γιαννάτου / Έλλη Πασπαλά / Θανάσης Παπακωνσταντίνου / Σωκράτης Μάλαμας / Σόνια Θεοδωρίδου / Γιώργος Νταλάρας / Αλκίνοος Ιωαννίδης / Λένα Πλάτωνος / Βασίλης Λέκκας / Χάρης Αλεξίου / Αναστασία Μουτσάτσου/ Αικατερίνη Γκόνου / Ελευθερία Αρβανιτάκη / Κλαίρη Νταντωνάκη / Μίλβα / Ελένη Βιτάλη / Μελίνα Τανάγρη / Αγγελική Ιωννάτου / Μελίνα Κανά / Μιλτιάδης Πασχαλίδης / Χρήστος Θηβαίος /Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας...

(...ο κατάλογος θα είναι σε διαρκή συμπλήρωση και με άλλους ερμηνευτές, συνθέτες και άλλα είδη έντεχνης μουσικής).

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ..., ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΣΤΙΧΟΙ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:31 μ.μ.

0

Γιώργος Τσακιράκης

Ένα γράμμα για τη Νύχτα

Αγαπημένα μου παιδιά,


σήμερα η χαρά μου είναι τόσο μεγάλη, που θα ΄θελα, αν μπορούσα, να τη βάλω και μέσα στη δική σας μικρή καρδούλα, για να σας κάνω ευτυχισμένα. Φοβάμαι όμως μη δεν τα καταφέρω… Ας είναι. Ξέρω πως με ακούτε μ’ ανυπομονησία, γι’ αυτό θα σας πω τη χαρούμενη ιστορία μου.

Κείνο το βράδυ, το μπαλκονάκι μου φάνταζε πίσω απ’ τα τζάμια σαν βαθυγάλαζος όμορφος κόσμος, φυλαγμένος μέσα σε γυάλα.
Στην αρχή ήμουν τόσο λυπημένος που έπρεπε, όπως νόμιζα, να στέκομαι σαν ξένος έξω απ’ αυτόν τον πολύχρωμο κι ευωδιαστό κήπο με τις γαζίες και τους βασιλικούς στις δυο άκριες. Ύστερα ξέκρινα το χερούλι της γυαλένιας πόρτας από ΄να αντιφέγγισμα, μια γλυκιά λάμψη, που δε στάθηκε βολετό να καταλάβω από πού ερχόταν.
Έχετε ακούσει να μιλάνε για μια ησυχία που ξεκουράζει τ’ ανοιξιάτικα και τα καλοκαιρινά βραδινά; Ε λοιπόν, μια τέτοια γλυκιά ησυχία με τύλιξε, μια ακριβώς τέτοια μαλακιά σιωπή.
Τι τυχερά που είναι τ’ αστέρια μ’ αυτή τη συντροφιά, σκέφτηκα.
Έτσι ήτανε στην αρχή. Μπορεί όμως και να μου φάνηκε πως ήταν έτσι. Γιατί, καθώς τα δευτερόλεπτα περνούσαν από μπροστά μου, σαν τα στρατιωτάκια που χάνονται στο βάθος του δρόμου μετά απ’ τη ρυθμική παρέλασή τους, ένιωσα να μου χαϊδεύει τ’ αφτιά μια τόσο αρμονικιά μουσική, που μου γλύκαινε ακόμα και το σώμα και το κρατούσε ακίνητο κι εκστατικό…Κυριολεκτικά την ανακάλυψα…
Μετά από αυτό, δεν ήταν δύσκολο οι χτύποι της καρδιάς μου να τραγουδούν μαζί με τις νότες.
΄Ισως περιμένετε να σας ιστορήσω από πού επιτέλους ερχόταν η μουσική. Μπορεί να ’βγαινε από μέσα μου. Απ’ τη διάθεσή μου…Μα όχι. Είμαι σίγουρος πως έβγαινε πιο πολύ από την ίδια τη φύση και τον κόσμο της, που θα ’πρεπε κείνη την ώρα να νανουριζόταν απ’ το φλοίσβο του ποταμίσιου νερού, που ’τρεχε κι έτρεχε, σα να ’λεγε ένα μακρύ κι όμορφο παραμύθι.
Ξεχάστηκα για λίγο και σιγομουρμούρισα κι εγώ το πρελούντιο της νυχτερινής μου συναυλίας.
Τυχερά που ΄ναι τ’ αστέρια και μ’ αυτή τη συντροφιά, ξανασκέφτηκα, βλέποντας ένα απ’ αυτά να τρεμοσβήνει πιο χαρωπά, λες και χειροκροτούσε στο τέλος κάποιου μουσικού μέρους.
Λέτε να ’ταν αυτό τ’ αστέρι που έστειλε πριν τ’ αντιφέγγισμα, να φωτίσει για χάρη μου το χερούλι της γυαλένιας πόρτας; Λέτε να ’ταν καμιά μικρή πυγολαμπίδα;
Ω, τι σχολαστικός που είμαι…Όποιο και να ’ταν, φέρθηκε τόσο ευγενικά. Με τόση, θα ’λεγα, ανθρωπιά. Για να μπορέσω ν’ απολαύσω τη μελωδία των δοξαριών-έτσι θα ’θελα τώρα να πω τις φτερούγες των πουλιών-των πλήκτρων-έτσι μου φάνηκαν τότε τα φύλλα των δένδρων-τους ήχους των πνευστών της νύχτας που μου ’στελναν μεγαλόψυχα τον ανασασμό τους.
Έλεγες πως βρισκόμουν σ’ ένα δροσερό υπαίθριο θέατρο, όπου παιζόταν, κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, μια ουράνια μουσική πανδαισία.
Θυμάμαι πως για πρώτη φορά τα μάτια μου, θολά απ’ τη συγκίνηση, πλανήθηκαν σ’ όλο το στερέωμα, χαϊδεύοντας κι ευχαριστώντας το πρόσωπο της νύχτας, που τα μαλλιά της ήταν στολισμένα πλούσια με μικρά διαμαντένια φωτάκια.
Πόσο διαφορετική την είδα σήμερα, απ’ ό τι σε μερικά άνοστα παραμύθια που μου ’λεγαν όταν ήμουν μικρός, που ίσως είπαν και σε σας. Τη χάρηκα και την αγάπησα. Βεβαιώθηκα πως είναι καλή, όμορφη, πάντα νέα, τόσο νέα όσο και η μέρα, και πως αυτοί που την περιγράφουν γριά, κακή και άσχημη δεν τη γνώρισαν σωστά και κάνουν λάθος.
Είμαι σίγουρος ότι θα μας βεβαίωνε κι η ίδια γι’ αυτό, αν μπορούσε να μιλήσει, ή θα μας το ’λεγε πιο καλά μ’ ένα τραγούδι, αν δυνόταν να τραγουδήσει. Θα τραγουδούσε πως,

μένει μόνη
όταν η καρδιά μας
την αφήσει μόνη,

πως δακρύζει που της επιτρέπουμε να στέκεται δίπλα μας, να μας κανακίζει, να μας ξεκουράζει και να μας ταξιδεύει στις χώρες των ονείρων.

Πόσο θα ’θελα, τώρα που φεύγει, να την έβλεπα να στριφογυρίζει χορεύοντας με χαρά πάνω στα δυο της γοβάκια, τυλίγοντας στους ώμους το σάλι της.
Μα δε νομίζω ότι μ’ εμποδίζει κανένας να το φανταστώ και μετά να ψιθυρίσω…

γεια χαρά…γεια χαρά.
Καλή σου μέρα φίλη μου...

____________


ξέκρινα. διάκρινα, είδα, ξεχώρισα
πρελούντιο. το(μουσικό) προανάκρουσμα, προοίμιο, η
αρχή μιας σοβαρής μουσικής σύνθεσης.
πυγολαμπίδα. μικρό έντομο που απ’ την κοιλιά του εκπέ-
μπεται τη νύχτα ένα μικρό φως.
δοξάρι. το ειδικό τόξο που τρίβεται πάνω στις χορδές του
βιολιού.
πανδαισία. πλούσιο συμπόσιο(εδώ χρησιμοποιείται μετα-
φορικά-ένα θαυμάσιο μουσικό κομμάτι).

αν δυνόταν. αν μπορούσε
κανακίζω(και κανακεύω). χαϊδεύω,περιποιούμαι
.
σχέδιο, Διονύση Παπαδόπουλου)

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ..., ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ (ΠΑΡΑ)ΔΕΙΓΜΑΤΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:29 μ.μ.

0


ΕΝΑΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΦΕΡΝΕΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Μια πρωτότυπη ιδέα σε προάστιο της Ουάσινγκτον παρουσιάζει ποιήματα αρκετών Αφρικανοαμερικανών ποιητών.

O Aπρίλιος ήταν Εθνικός Μήνας Ποίησης στις ΗΠΑ, κατά τον οποίο κοινότητες σε όλη τη χώρα κάνουν ευπρόσιτη την ποίηση στους πολίτες τους. Στη Νέα Υόρκη, εστιατόρια έβαζαν ποιήματα μέσα στους καταλόγους. Τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς σε ολόκληρη τη χώρα «διαφημίζουν» ποιήματα τυπωμένα πάνω σε λεωφορεία ή τρένα. Σε ένα προάστιο της Ουάσινγκτον, το Τακόμα Παρκ, τα ποίηματα εμφανίστηκαν στους δρόμους σαν μεταλλικές πινακίδες με οδικά σήματα.

Η ιδέα προήλθε από έναν «περίπατο ποίησης» στα μονοπάτια του Χάρντουικ στο Βερμόντ, όπου ποιήματα είχαν τοποθετηθεί σε δέντρα (και όπου μέλη των Φίλων της Βιβλιοθήκης του Τακόμα Παρκ έκαναν πρόσφατα πεζοπορεία).
Οι πινακίδες στο Ταχόμα Παρκ, σχεδιασμένες από μαθητές της περιοχής, παρουσιάζουν αρκετά έργα σημαντικών Αφρικανοαμερικανών ποιητών.
Ένα καλό σημείο για να ξεκινήσει κανείς αυτόν τον «περίπατο ποίησης» στην πόλη είναι στη στάση λεωφορείων στις οδούς Μέηπλ και Γκραντ, όπου έχει τοποθετηθεί το ποίημα «Mother to Son» του Λάνγκστον Χιους. Γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1920, αυτή η έκκληση προς έναν απαγοητευμένο γιο είναι εμπνευσμένη από την σπιτονοικοκυρά του Χιους που τον ενθάρρυνε όταν αυτός προσπαθούσε να βρει δουλειά αφού είχε παρατήσει το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, σύμφωνα με τον Ε. Έθελμπερτ Μίλλερ, ποιητή και διευθυντή του Κέντρου Αφρικανοαμερικανικών Πηγών στο Πανεπιστήμιο Χάουαρντ στην Ουάσινγκτον.
Σε μια άλλη στάση λεωφορείου βρίσκεται το ποίημα «Those Winter Sundays» του Ρόμπερτ Χάιντεν. «Ταυτίζομαι μ'αυτό το ποίημα. Μου θυμίζει τόσο πολύ τον δικό μου πατέρα», λέει ο Μίλλερ. «Μια σιωπηλή φιγούρα, αλλά ταυτόχρονα ένα άνθρωπος που προσφέρει, δουλεύει, ακόμα και πριν το χάραμα». Ο Μίλλερ λέει πως οι σημερινοί μετανάστες μπορούν κι αυτοί να ταυτιστούν με το θέμα αυτό.
Η Λουσίλ Κλίφτον, η οποία έχει λάβει το βραβείο ποίησης του Μέριλαντ, έχει δυο πινακίδες με ποιήματά της - το «Good Times» και το «Miss Rosie». Αυτό που θαυμάζει περισσότερο ο Μίλλερ στο ποίημα «Miss Rosie» είναι η περιγραφή μιας άστεγης γυναίκας. «[Η Κλίφτον] είναι ένας πνευματικός άνθρωπος,» λέει ο Μίλλερ. «Καταφέρνει να δει τον εαυτό της στους άλλους και μιλάει γι'αυτούς που δεν μπορούν να μιλήσουν».
Το ποίημα «Black Boys Play the Classics» του Τόι Ντερικόττε βρίσκεται στο Ολντ Τάουν, έξω από την ανατολίτικη αγορά. Αυτό το ρυθμικό ποίημα μιλάει για ενήλικες που παρακολουθούν μαύρα παιδιά να παίζουν Μπραμς. Μιλάει για τα στερεότυπα και «για το πώς αναγνωρίζεις τον εαυτό σου και πώς αναγνωρίζεσαι», λέει ο Μίλλερ.
Στην είσοδο του Κοινοτικού Κέντρου, τους επισκέπτες υποδέχεται το ποίημα «Fox Trot Fridays» της βραβευμένης με Πούλιτζερ Ρίτας Ντόουβ. Το «Fox Trot Fridays» γιορτάζει το τέλος της εργασιακής εβδομάδας, όταν έρχεται η στιγμή να βάλουμε τα καλά μας και να πάμε για χορό. Η μουσική και ο χορός είναι κυρίαρχα θέματα στην ποίηση της Ντόουβ. Ο Μίλλερ λέει πως βλέπει την ίδια την ποιήτρια - «της αρέσει ο χορός και να φοράει κοντές φούστες» - μέσα στο ποίημα.
Η Νίκι Τζιοβάννι, ποιήτρια και καθηγήτρια στο Virginia Polytechnic Institute, λέει πως η μουσική κι ο χορός είναι αλληλένδετα για τους μαύρους ποιητές, μια σχέση που έχει τις ρίζες της στο ρυθμό των spirituals. «Τα κηρύγματα αιχμαλώτιζαν την ψυχή και τον ρυθμό των spirituals. Αυτός ο ρυθμός δίνει τη σκυτάλη στα μπλούζ, και μετά στη τζαζ, το R'n'B, και ακόμα και το χιπ χοπ» λέει. «Το πρόσωπο της [Αμερικάνικης] ποίησης πρέπει να είναι ένα μαύρο πρόσωπο».
Το ποίημα «Housekeeping», ένα ποίημα της βραβευμένης με Πούλιτζερ το 2007 Νατάσας Τρέθεουεϊ, έχει τοποθετηθεί στον Ιστορικό Σύλλογο. Το ποίημα πάει πίσω σε μια παιδική ηλικία στο Γκάλφπορτ του Μισσισσιππί. «Θυμάμαι να βλέπω την μητέρα μου να σιδερώνει. Κατά κάποιο τρόπο απολάμβανε μια βαρετή εργασία όπως αυτή», λέει η Τρέθεουεϊ. Η ίδια η ποιήτρια καθάριζε αρακά. «Αυτές οι οικογενειακές ασχολίες» λέει, «ήταν βαρετές, αλλά ήταν και μια στιγμή για να κάτσεις και να μιλήσεις. Είναι γνώριμο σε πολλούς ανθρώπους, όπως επίσης και το να λαχταράς κάτι».
Ειδικοί πρότειναν κι άλλους μαύρους ποιητές που θα πρέπει να συμπεριληφθούν στον επόμενο Περίπατο Ποίησης - τους Ντάντλεϊ Ράνταλ, Γκουέντολιν Μπρούκς, Μέρυλιν Νέλσον, Πατρίσια Σμιθ. Αλλά τρέχοντας στη βροχή για να φτάσει στην τελευταία στάση, την πινακίδα με το ποίημα του Χιούς, ο Γκίλμορ διάβασε ξανά το γνώριμο ποίημα και είπε: «Αυτό μοιάζει με κάτι που θα μου έλεγε η μητέρα μου». Κι αυτό ακριβώς είναι το νόημα.


Elizabeth Kelleher, 2007
___________________

Εν αρχή...η Επικοινωνία...

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:27 μ.μ.

0

Παρακαλούμε σημειώστε ότι το "Ίδρυμα Ποίησης" επιλέγει την ύλη του αυτεπάγγελτα. Τυχόν αποστολή βιβλίων ή ηλεκτρονικών αρχείων δεν συνεπάγεται και δημοσίευση του αποστελλόμενου υλικού, το οποίο αναμφισβήτητα αποτελεί σεβαστή δημιουργία και πνευματική παρακαταθήκη.

Γιατί και πώς...ή η ταυτότητα του ποιητικού τόπου

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:25 μ.μ.

0

Ταξιδέψτε με τη φαντασία σας. Σίγουρα θα το βρείτε!