ΤΣΟΥ ΓΙΟΥΑΝ, ΚΙΝΑ..., ΟΨΕΙΣ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 11:21 μ.μ.

0

Βάρκα δράκος

Τσου Γιουάν (340-278 π.Χ.), Κίνα

Κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Επαρχιών (475-221π.Χ.), ο Τσου Γιουάν, ένας πατριώτης ποιητής της επαρχίας Τσου, απομακρύνθηκε από το γραφείο του και μεταφέρθηκε στην εξορία από τον δούκα του Τσου. Μέσα στη θλίψη του, ο Τσου πήρε μια πέτρα και έπεσε στον ποταμό Μιλουό, την 5η ημέρα του 5ου σεληνιακού μήνα. Οι ντόπιοι, για να κρατήσουν τα ψάρια, τις γαρίδες και τα καβούρια μακρυά από το σώμα του άτυχου ποιητή, έριχναν στο ποτάμι ρύζι μέσα σε φύλλα. Με το πέρασμα του χρόνου το ρίξιμο του ρυζιού στο ποτάμι ως προσφορά για τον Τσου Γιουάν εξελίχθηκε βαθμιαία σε έθιμο.
Για να επιδείξουν το σεβασμό τους στον μεγάλο πατριώτη ποιητή, οι Κινέζοι, την επέτειο του θανάτου του, τρώνε το ινγκ-ζονγκζί, ένα πυραμιδοειδές αρτοσκεύασμα, φιαγμένο από ρύζι που τυλίγεται σε φύλλα μπαμπού ή καλαμιών, και διοργανώνουν αγώνες βαρκών-δράκων. Για τους τουρίστες, διοργανώνονται δραστηριότητες σε όλη τη χώρα, αλλά οι εορτασμοί στην πόλη Μιλουό είναι οι πιό συναρπαστικοί. Το διεθνές φεστιβάλ βαρκών-δράκων που γίνεται στις 10-14 Ιουνίου ετησίως στο Γιουεϊγιάνγκ, στην επαρχία Χουνάν, είναι ίσως το διασημότερο στην Κίνα. Περισσότερες από 20 ομάδες βαρκών-δράκων από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Αυστραλία, και τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας παίρνουν μέρος στον αγώνα και το θέαμα είναι εντυπωσιακό.

Ο Michelle Loi, καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Paris III, στο έργο του "Στα βήματα του Λοχσούν. Από την υλιστική διαλεκτική στον διαλεκτικό υλισμό" αναφέρει:
…Μαζί με την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας ήρθε και ο σεβασμός στους μεγάλους άντρες του παρελθόντος που ήξεραν να θέτουν τα πραγματικά ερωτήματα. Πρώτον απ’ όλους, φυσικά, ο Λοχσούν σέβεται τον Τσου Γιουάν, τον πρώτο και τον μεγαλύτερο απ’ τους κινέζους ποιητές, τον έντιμο υπουργό που, επειδή υπηρέτησε την αλήθεια, «πέθανε από τις συκοφαντίες», και που υπήρξε κυρίως ο συγγραφέας των «Ερωτήσεων προς τον Ουρανό», όπου ήδη «εκφραζόταν η αμφιβολία» σχετικά με τις εξηγήσεις που δίνουν οι μύθοι».

Η ΓΗ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ

Μου φαίνεται πως ένας μεγαλοφυής
Πλανιέται στα βουνά
Ζωσμένος με κισσό,
Ντυμένος με γλυσίνες,
Με χείλη πάντα χαμογελαστά,
Μ’ ευγενική συμπεριφορά
Που οδηγεί την κίτρινη λεοπάρδαλη
Μαζί με τίγρεις,
Καθισμένος σ’ έν’ άρμα
Με σημαίες από κασσία,
Με μανδύα απ’ ορχιδέα
Και στέμμα από αζαλέα.
Διαλέγοντας το άρωμα
Γλυκών λουλουδιών, αφήνει
Στην καρδιά έν’ άρωμα ανθών
Συχνό στη μνήμη.
Αλλά σκοτεινό είναι το δάσος
Όπου τώρα κατοικώ,
Ποτέ το φως της μέρας
Δε φτάνει στους ήσκιους του.
Προς τα πέρα ένα μονοπάτι
Ελικώνεται επικίνδυνο.
Μόνος στέκομαι
Στην πιο μοναχική λοφοκορφή,
Γη των σύννεφων από κάτω μου
Και γη των σύννεφων γύρω μου.
Απαλά φυσάει ο άνεμος,
Απαλά πέφτει η βροχή,
Η χαρά σαν ομίχλη μεγαλώνει
Και διώχνει τις σκέψεις για το σπίτι μου.
Εκεί κανένας δεν θα με τιμήσει
Πεσμένον από τις τιμές.
Μαζεύω τους καπουτσίνους
Στην πλαγιά των λόφων,
Φυσημένος στη μέση του χάους
Της κοτρόνας και του αγριόχορτου.
Μισώντας τον τύραννο
Που μ’ έκανε απόβλητον,
Που τώρα απ’ την ανάπαυσή του
Δε μου δίνει μια στιγμή:
Πίνοντας στην πηγή του βουνού,
Ησκιωμένος το μεσημέρι
κάτω απ’ το κυπαρίσσι,
τα μέλη μου λάμπουν απ’ τον ήλιο.
Τι κι αν με καλούσε
Πάλι στο παλάτι του, δεν μπορώ να πέσω
Στο επίπεδο των πριγκίπων.
Τώρα κυλάει η βροντή βαθιά,
Τώρα η κοιλάδα των σύννεφων
Και οι γίβονες γύρω μου
Ουρλιάζουν στη μακριά νύχτα.
Η θύελλα μέσα από τα δέντρα που στενάζουν
Άταχτα ορμάει.
Μοναχικός κι άυπνος
Σκέφτομαι τον αγνώμονα κύριό μου
Και μάταια νανουρίζω τη θλίψη μου.

μετάφραση, Σωκράτης Σκαρτσής