ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ..., ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 12:09 π.μ.

0



Κατερίνα Γώγου, 1 Ιούνη 1940- 3 Οκτώβρη 1993

Μνήμη παράλληλων ημερών

«Ελπίζω. Αν δεν ελπίζω εγώ, ποια θα ελπίζει; Είμαι μάχιμη. Ουαί και αλίμονο αν αυτό δεν είναι ναι στη ζωή…Γράφω για να μην αυτοκτονήσω…»

…αλλά η Κατερίνα Γώγου σε λίγους μήνες αυτοκτόνησε. Πρόσφερε στον εαυτό της μιαν οργισμένη κάθαρση. Χωρίς να είναι άοπλη. Κι ας έλεγε το αντίθετο… Ράγισε τη φωνή της. Έπρεπε να μείνει για να προλάβει. Γιατί οι ποιητές που δεν φεύγουν πάντα κάτι προλαβαίνουν…Είναι όμως κι άλλοι που με τη φυγή τους προλαβαίνουν περισσότερα. Ίσως ανήκει και σ’ αυτούς. Όμως το θάνατο και τα χάπια δεν της τα έδωσε ο εαυτός της αλλά ο ανεκπλήρωτος έρωτας για τη ζωή των άλλων. Είχε η ίδια «Έρωτα θανάτου»;

Γιώργος Τσακιράκης

ΙΔΙΩΝΥΜΟ

1

Κοίτα πώς χάνονται οι δρόμοι
μες τους ανθρώπους…
Τα περίπτερα πώς κρυώνουνε
απ’ τις βρεμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πώς τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος της θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιο πριν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και τη ντροπή σου
ύστερα από δυο χρόνια που βρήκες λεφτά
πώς να τα ζητήσεις
πώς τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά
μας αλλιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στυλ της καρέκλας…

7

Πόσο νωρίς φεύγει το φως απ’ τη ζωή μας αδερφέ μου…
Μέσα απ’ τα αλλεργικά μας βλέφαρα
μπας και την πάρουμε πρέφα
μακραίνει χάνεται…κοίτα έγινε κουκίδα στρίβει γωνία…πάει…
Σκοτεινιάααα!!
Αρνητικά φωτογραφίας κοιτάω και είναι λέει άνθρωποι
κόκκινα φωτιά τα μάτια τους παγιδευμένων λύκων
νύχια δανεικά – πώς τους κατάντησαν έτσι – ξένες μασέλες
βδέλλες κολλάνε στο λαρύγγι μας τραβάνε τα κουμπιά μας
μπας και τη βγάλουμε λιγάκι ακόμα.
Είναι εκείνοι του τραίνου – τους θυμάμαι καλά –
που όταν κανονίσαμε το πρώτο μας όνειρο να πάμε εκδρομή
μας πέταξαν στις τεντωμένες ράγες του ηλεκτρικού
σαν άδεια σακιά σ’ αφύλαχτη διάβαση
για υπερβάλον βάρος.
Όσοι «ζήσαμε» γραμμένο με εισαγωγικά
χιλιάδες κάνες κοντράρουνε πάνω μας
απ’ την ταράτσα του ΟΤΕ
κρύο κρύο και μελό με το μακό μας φανελάκι
κάνουμε τάχα πως έχουμε παλτό
κι ένα -είδες – όλοι μας τόχουμε –
βυσινιό νεύρο κάτω απ’ το μάτι μας βαράει ακόμα.
Πόσο ακριβή είν’ αδερφέ μου η ζωή
πόσο φτηνήνανε τα είδη κουράγιο ρε.
Μερικές φορές – μα δεν το βάζω κάτω –
έρχονται τούμπα τα αντικαταθλιπτικά
και γέρνει η παλάτζα
δεν έχει άλλο μπρος
σκύβω τότε και παίρνω στα δόντια μου
το ματωμένο μου μυαλό και πάω πίσω πίσω
γυρίζω πίσω να σωθώ
κι ύστερα δε βρίσκω το δρόμο
γιατί κι εκεί είναι σκατά – σα να μη τόξερα –
παντού σπασμένες σιδεριές και θραύσματα οβίδας
τρομάζω τα χάνω με το παραμικρό και δεν έχω πού να πάω
μονάχα η πόρτα της ΥΠΕΡΑΓΟΡΑΣ είν’ ανοιχτή
και χώνομαι μέσα
κοιτάω σαν αρπαχτικό πού πάνε τα λεφτά
και την αξία χρήσης.
Ντελίριουμ Τρέμενς το λέν’ αυτοί ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΛΕΨΩ
Βάζω τότε μπροστά όλα τα στερεοφωνικά να παίζουν μαζεμένα
κάθε μάρκα κι άλλο σκοπό
και τα μεγάφωνα στο φουλ να σπάσουνε τ’ αφτιά τους
…………………………………………………………
-Θ’ ΑΝΟΙΞΕΙ – ο δρόμος το στόμα
τα μάτια η καρδιά και το μυαλό.
Έτσι να κάνουμε θα πέσει η πόρτα.
Κι η μηχανή με το αρχαίο φιλμ. Μη. Μη συνέχεια οι άνθρωποι
μαύρα αρνητικά και μεις ΚΑΜΕΝΟΙ ΗΛΙΟΙ.