ΒΟΥΚΟΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ Ο ΣΥΡΑΚΟΣΙΟΣ..., ΚΛΑΣΙΚΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 2:51 μ.μ.

0


Βουκολική Ποίηση

ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ o Συρακόσιος

Ο Θεόκριτος γεννήθηκε περίπου το 300 π. Χ. Η ακμή του τοποθετείται στην 124η Ολυμπιάδα (284-280 π. Χ.). Είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της Βουκολικής Ποίησης με το έργο του «Ειδύλλια», όρος που δεν είχε τη σημερινή σημασία αλλά υιοθετήθηκε μάλλον λόγω του μεγέθους τους, σε αντίθεση με τα έπη. Τα ειδύλλια είναι όλα σχεδόν γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο.

Η βουκολική ποίηση άκμασε κυρίως στην Ελληνιστική εποχή (θάνατος του Μ.Αλεξάνδρου, 323 π. Χ.- 146, κατάκτηση Ελληνικών βασιλείων της Ανατολής από τους Ρωμαίους) και ιδιαίτερα τον 3ο αι. π. Χ.

Εκτός απ’ τα ειδύλλια έχουν διασωθεί και αποσπάσματα, επιγράμματα και το ποίημα «σύριγξ», λόγω του σχήματος των στίχων.

( Η Σύριγξ ήταν μια από τις Νύμφες της Αρκαδίας, την οποία ερωτεύθηκε ο θεός Παν. Για να τον αποφύγει, η Σύριγξ κατέφυγε στις όχθες του ποταμού Λάδωνα όπου μεταμορφώθηκε σε καλάμι, από το οποίο ο θεός κατασκεύασε ένα είδος πνευστού μουσικού οργάνου (αυλού), τη «σύριγγα», που πήρε το όνομά της απ’ το όνομα της Νύμφης).

ΚΩΜΟΣ, αποσπάσματα

( Ένας γιδοβοσκός εμπιστεύτηκε το κοπάδι του στον Τίτυρο, ένα βοσκόπουλο, κι εκείνος, έξω απ’ τη σπηλιά της βοσκοπούλας Αμαρυλλίδας, παίζει τη φλογέρα του και τραγουδάει τον έρωτά του γι’ αυτήν, προσπαθώντας να τη συγκινήσει, ακόμα και με τη συμπόνια και την ενδεχόμενη ζήλια της).

Κωμάσδω ποτί τάν Αμαρυλλίδα, ταί μοι αίγες / βόσκονται κατ’ όρος, και ο Τίτυρος αυτάς ελαύνει. / …

Ώ χαρίεσσ’ Αμαρυλλί, τί μ’ ουκέτι τούτο κατ’ άντρον / παρκύπτοισα καλείς, τόν ερωτύλον; Ή ρά με μισείς; / ή ρά γέ τοι σιμός καταφαίνομαι εγγύθεν ήμεν, / νύμφα, και προγένειος; απάγξασθαί μοι ποησείς. / ηνίδε τοι δέκα μάλα φέρω. τηνώθε καθείλον / ώ μ’ εκέλευ καθελείν τύ. καί αύριον άλλα τοι οισώ. / θάσαι μάν. Θυμαλγές εμίν άχος. Αίθε γενοίμαν / α βομβεύσα μέλισσα και ες τεόν άντρον ικοίμαν, / τον κισσόν διαδύς καί τάν πτέραν ά τυ πυκάσδει. /… / ώ τό καλόν ποθορεύσα, τό πάν λίθος, ώ κυανόφρυ / νύμφα, πρόσπτυξαί με τόν αιπόλον, ως τυ φιλήσω / έστι και εν κενεοίσι φιλήμασιν αδέα τέρψις. / … / ώμοι εγών, τι πάθω, τι ο δύσσοος; Ουχ υπακούεις. / τάν βαίταν αποδύς ες κύματα τηνώ αλεύμαι, / ώπερ τώς θύννως σκοπιάζεται Όλπις ο γριπεύς. / και κα δή ’ποθάνω, τό γε μέν τεόν αδύ τέτυκται. / έγνων πράν, όκα μοι, μεμναμένωι ει φιλέεις με, / ουδέ τό τηλέφιλον ποτεμάξατο το πλατάγημα, / αλλ’ αύτως απαλώι ποτί πάχεϊ εξεμαράνθη. / … / ή μάν τοι λευκάν διδυματόκον αίγα φυλάσσω, / τάν με και α Μέρμνωνος εριθακίς α μελανόχρως / αιτεί. και δωσώ οι, επεί τύ μοι ενδιαθρύπτηι. / άλλεται οφθαλμός μευ ο δεξιός. άρά γ’ ιδησώ / αυτάν; αισεύμαι ποτί τάν πίτυν ώδ’ αποκλινθείς, / καί κέ μ’ ίσως ποτίδοι, επεί ουκ αδαμαντίνα εστίν. / … / Αλγέω τάν κεφαλάν, τίν δ’ ου μέλει. Ουκέτ’ αείδω, / κεισεύμαι δέ πεσών, καί τοί λύκοι ώδέ μ’ έδονται. / ως μέλι τοι γλυκύ τούτο κατά βρόχθοιο γένοιτο.

*

Γω τραγουδώ τον έρωτα για την Αμαρυλλίδα / κι ο φίλος μου ο Τίτυρος (πα’ στο βουνό) τις αίγες μου βοσκάει…

Χαριτωμένη αγάπη μου, γλυκιά μου Αμαρυλλίδα, / γιατί στο φέγγος της σπηλιάς, δεν φάνηκες, δεν ήρθες / και μένανε το φίλο σου, αυτόν που σ’ αγαπάει, / δεν με καλείς σαν πρότερα για να ’ρθω στη σπηλιά σου; / Θαρρώ πως με οχτρεύεσαι, τώρα θαρρώ πως κρίνεις / πως έχω μύτη κυρτωτή και γένι σαν του τράγου. / αν έτσι με θωρείς εσύ θα κρεμαστώ στο πεύκο. /Έλα, καλή, και σου ’φερα τα δέκα πρώτα μήλα, / θα ξαναπάω αύριο για να σου φέρω κι άλλα, / βγες ρίξε μόνο μια ματιά να δεις πώς υποφέρω. / Ω, να γινόμουν μέλισσα, το βουητό της να ’χα / και να ’μπαινα απ’ τον κισσό και την πυκνή τη φτέρη / μες τη σπηλιά που κρύφτηκες και δεν σε είδα μέρες. / … / Τον πόθο μέσα μου έσπειρες και δεν λυπάσαι τώρα, / ω μαυροφρύδα κοπελιά, αγκάλιασέ με λίγο, / έλα κοντά σε μένανε, γλυκά να σε φιλήσω. / Ας είναι ψεύτικο φιλί, έχει κι αυτό τη γλύκα./… / Αλίμονό μου ο δύστυχος, τι μου ’λαχε να πάθω, / κι αν δεν μ’ ακούς, Αμαρυλλίς, την κάπα θα πετάξω / στα κύματα της θάλασσας κι εγώ θα πέσω μέσα, / εκεί που ο Όλπις ο ψαράς τους τόνους θα ψαρεύει. / και σύ θα χαίρεσαι πολύ, που εγώ θε να πεθάνω. / το ’ξερα ο δόλιος από πριν, μου το ’πε η παπαρούνα / που έσκασε στη χούφτα μου χωρίς να κάνει κρότο. / τη ρώτησα αν μ’ αγαπάς κι αυτή μου είπε όχι / και εμαράθηκε κι αυτή πάν’ στο δικό μου χέρι. /… / Κι όμως εγώ σου φύλαξα μια γίδα γεννημένη / μαζί τα δυο τα ρίφια της, που ξέκοψαν το γάλα, / μα τα ζητά η μελαψή, του Μέρμνωνα η δούλα / και θα τα δώσω, αφού εσύ καμώματα μου κάνεις. / Πετά το μάτι το δεξί. Μήπως τη συναντήσω; / Κάτω απ’ τον πεύκο τον ψηλό, γι αυτήν θα τραγουδήσω, / ίσως μ’ ακούσει και να ’ρθει κοντά σε με η κόρη. / Είν’ η καρδιά της τρυφερή κι όχι σκληρό διαμάντι. / … / Πονώ πολύ στην κεφαλή, μα σένα δε σε μέλει. / Θα πάψω πια να τραγουδώ και χάμω θα ξαπλώσω, / κι ας έρθουν λύκοι άγριοι να με καρασπαράξουν. / Ο θάνατός μου θα γενεί μέλι να σε γλυκάνει.

μετάφραση, Νίκος Γ. Νικολάου

______

-Η λέξη «κώμος» έχει πολλές σημασίες στα αρχαία Ελληνικά, αλλά εδώ σημαίνει τα παρεπόμενα ενός συμποσίου, όπου οι συμποσιάζοντες, στεφανωμένοι και μεθυσμένοι, βγαίνουν στους δρόμους με πυρσούς (και μερικές φορές με μουσική) και πηγαίνουν σε φίλους τους. Συνήθως πήγαιναν στις ερωμένες τους και ο εραστής, μόνος ή συνοδευόμενος από τους φίλους του, τραγουδούσε καντάδα και χτυπούσε πόρτες και παράθυρα για να τραβήξει την προσοχή. Το τραγούδι αυτό ονομαζόταν «παρακλαυσίθυρον» αλλά και «θυροκοπικόν» και «κρουσίθυρον». Αν ο ερωτευμένος αποτύχαινε να γίνει δεκτός, θα μπορούσε ακόμα και να σπάσει την πόρτα ή θα έφευγε αφήνοντας το στεφάνι του ή τον πυρσό του ή να περάσει εκεί έξω τη νύχτα (θυραυλείν) για να προσελκύσει την προσοχή ή τη συμπόνια της αγαπημένης του. Στο ποίημα αυτό ο γιδοβοσκός τραγουδάει «παρακλαυσίθυρον» και στο τέλος αναγγέλλει «θυραυλία». Είναι γεγονός πως ο «κώμος» είναι φαινόμενο που ανήκε στη ζωή της πόλης. Ο Θεόκριτος μεταφέρει την εκδήλωση τούτη στην αγροτική ζωή και το αποτέλεσμα είναι μάλλον αστείο.

(σχόλιο «Κάκτου»)

-Ενδέχεται ο Τίτυρος να μην είναι φίλος του γιδοβοσκού αλλά ο τράγος ο επικεφαλής του κοπαδιού, οπότε μάλλον δεν είναι κύριο όνομα αλλά προσηγορικό. Αν πρόκειται για όνομα ανθρώπου, μάλλον θα ήταν παρατσούκλι.

(σχόλιο Gow)