SO CHONG-JU, ΣΟ ΤΣΟΓΚ ΤΖΟΥ, ΝΟΤΙΑ ΚΟΡΕΑ, ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ...ΠΟΙΗΤΙΚΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 3:51 μ.μ.

0

 So Chong-ju (Midang), 1915-2000, Νότια Κορέα

Ο Σο Τσογκ Τζου, Νοτιοκορεάτης ποιητής με το ψευδώνυμο Midang, γεννήθηκε στο Kochang, στην επαρχία North Cholla. Μετά τις γυμνασιακές σπουδές του στη Σεούλ και στο Κότσαγκ, μελέτησε Βουδισμό με δάσκαλο τον Pak Han-yong και το 1935 εισήχθη στο Κολλέγιο Βουδισμού Chungang, που το εγκατάλειψε περίπου ένα χρόνο μετά. Το Γενάρη του 1936 έκανε την ποιητική του εμφάνιση και, το Νοέμβρη του ίδιου έτους, επιμελήθηκε την έκδοση της ποιητικής ανθολογίας Shiin Purak, "Το χωριό των ποιητών". Εκτύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Hwasajip (Το λουλούδι-φίδι) το 1941, και ακολούθησε η συλλογή Kwichokto (Το αηδόνι) το 1946. Ακολούθησαν κι άλλες συλλογές. Από το 1948 εργαζόταν σε μια εφημερίδα και στο Υπουργείο Παιδείας. Στη διάρκεια και μετά τον Κορεατικό πόλεμο δίδασκε σε Κολλέγια και Πανεπιστήμια. Από το 1960 μέχρι το 1979 ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Tongguk και, τελικά, επίτιμος καθηγητής του. Τα τελευταία του χρόνια ταξίδεψε σε πολλά μέρη του κόσμου. Αναγνωρίζεται γενικά ότι ο Σο Τσογκ Τζου ήταν ο μεγαλύτερος ποιητής της σύγχρονης Κορέας. Ήταν από τη φύση του συντηρητικός και στην ποιητική του πορεία υιοθέτησε αξιοσημείωτες αλλαγές αλλά είναι γενικά αναγνωρισμένο πως ήταν ο πιο σημαντικός λυρικός ποιητής στην Κορέα...

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ

Στ' όνειρο του μωρού,
η πεταλούδα απομακρύνθηκε πετώντας.
Μόνο το φως του ήλιου έμεινε.

Σαν ξύπνησε απ' τ' όνειρο, εγέλασε
βλέποντας το ηλιόφως στο πάτωμα, να εισδύει
από του χάρτινου παράθυρου μια τρύπα.

Να το αγγίξει επιθυμεί στο μάγουλό του
και να το νιώσει στο μικρό του χέρι.

Σαν το μωρό αν ήταν κι η μητέρα,
αυτός ο κόσμος θα 'ταν όμορφος, στ' αλήθεια.

*

ΠΛΑΪ ΣΤΑ ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΑ

Ίσως για ν' ανθίσει ένα χρυσάνθεμο,
ο κούκος κλαίει τόσο δυνατά
από την εποχή της Άνοιξης.

Ίσως, για ν' ανθίσει ένα χρυσάνθεμο
ο κεραυνός βρυχήθηκε πολύ, μέσα στα μαύρα σύννεφα.

Ένα λουλούδι, που στη μεγάλη αδελφή μου μοιάζει,
που στέκει τώρα στον καθρέφτη της μπροστά,
αποσυρμένη απ' τις κρυφές παρόδους μιας νιότης απόμακρης,
όπου η αγάπη και η προσμονή, πλήγωσαν τόσο την καρδιά της.

Για ν' ανθίσουν, ίσως, τα δικά σου κίτρινα άνθη
γευθήκαμε την πρώτη παγωνιά εχθές τη νύχτα,
κι έμεινα ξάγρυπνος ώσπου να ξημερώσει.