Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:33 μ.μ.

0

Η (δωδέκατη) ανανέωση ύλης της ιστοσελίδας ολοκληρώθηκε στις  31 Ιούλη. Η επόμενη ανανέωση θα γίνει στις  31 Οκτώβρη 2012.

Το συνολικό περιεχόμενο της ιστοσελίδας υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα και είναι πνευματικά κατοχυρωμένο .

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:29 μ.μ.

0

Τα νέα τεύχη των Λογοτεχνικών Περιοδικών που στάλθηκαν ευγενώς στην ιστοσελίδα μπορείτε να τα δείτε στην ομώνυμη ενότητα.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΟΙΗΣΗΣ ΑΘΗΝΑΣ, ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ (ΠΑΡΑ)ΔΕΙΓΜΑΤΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 4:16 μ.μ.

0

 Τώρα, που φτάσαμε στο σημείο η χώρα μας να λοιδορείται διεθνώς, για έναν λόγο παραπάνω κρίνω ως άκρως απαραίτητο να ξεκινήσει ως μόνιμος θεσμός, το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθήνας. Η διεθνής δημοσιοποίηση ενός τέτοιου φεστιβάλ, αποτελεί μέγιστη πολιτιστική προσφορά και προβολή της χώρας μας διεθνώς.

Λόγω της συγκυρίας (της κρίσης και των πολλαπλών επιπτώσεών της στην κοινωνία), πιστεύω ότι το φεστιβάλ της Αθήνας θα ευαισθητοποιούσε κάθε σκεπτόμενο πολίτη της Ευρώπης και του κόσμου και θα έστελνε το μήνυμα ότι οι ποιητές είναι εδώ, παρόντες, δρώντες, μέσα στην κοινωνία και όχι στην απομόνωση που πιθανόν να εξυπηρετεί το όποιο σύστημα εξουσίας.

Μιλώντας για Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθήνας, εννοώ μία πολυθεματική γιορτή της Ποίησης, με πολύπλευρες παράλληλες εκδηλώσεις και με συμμετοχή όλων των μορφών τέχνης που σχετίζονται με την Ποίηση.

Στα πλαίσια του Φεστιβάλ θα μπορούσαν να υπάρχουν: συνέδριο για την Ποίηση, συνέδριο αφιερωμένο σε Έλληνα ποιητή, ομιλία προσωπικότητας διεθνούς ακτινοβολίας (πολιτικής, τέχνης, επιστήμης κ.λπ.) με θέμα «Ποίηση και σημερινός κόσμος», προβολές ντοκιμαντέρ για Ποίηση – ποιητές, κινηματογραφικές ταινίες για ποίηση – ποιητές, συναυλίες με έργα βασισμένα σε ποιήματα, θεατρικές παραστάσεις ποιητικών έργων, έκθεση εικαστικών έργων (ζωγραφική, γλυπτική, χαρακτική) εμπνευσμένων από την Ποίηση, έκθεση «Φωτογραφία και Ποίηση».

Ακόμα θα μπορούσαν να υπάρχουν: βράβευση Έλληνα ποιητή για το σύνολο του έργου του, βράβευση ξένου ποιητή για το σύνολο του έργου του, ποιητικοί αγώνες νέων ποιητών, απαγγελίες ποιητών (στη γλώσσα τους, αγγλικά και ελληνικά), έκδοση ψηφιακή δίγλωσση (ελληνικά, αγγλικά) με περιεχόμενα φεστιβάλ. Επίσης, την εβδομάδα του φεστιβάλ στην Αθήνα, οι αίθουσες τέχνης είναι δυνατόν να εκθέτουν έργα εμπνευσμένα από την Ποίηση. Πριν την έναρξη των θεατρικών παραστάσεων είναι δυνατόν να απαγγέλλονται ποιήματα. Και σε δημόσιους χώρους και σε οχήματα μαζικής μεταφοράς, να αναρτώνται στίχοι ποιητών μας.

Πιστεύω ότι η πρότασή μου είναι εφικτή, αρκεί να υπάρξει πολιτική βούληση και μία στοιχειώδης οικονομική υποστήριξη, ελάχιστη σε σχέση  με το ύψος της δαπάνης για καμπάνιες τουριστικής προβολής της χώρας.

Για την ιστορία: Στις 8 Μαΐου 2009, είχα κάνει την πρόταση αυτή δημόσια, στον τότε υπουργό Πολιτισμού Αντώνη Σαμαρά. Ο Τύπος είχε γράψει: “Το «Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών» θα γίνει πραγματικότητα σύμφωνα με τη δέσμευση του Υπουργού Πολιτισμού κατά τη διάρκεια του συνεδρίου «Η Ποίηση σήμερα» που οργανώνει το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Ο κ. Σαμαράς αποδέχθηκε ανάλογη πρόταση που έγινε από το μέλος της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου Γιώργο Δουατζή, την οποία ήδη υποστηρίζουν το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων”.

Περιμένω τη νέα κυβέρνηση, τον νέο υπουργό Πολιτισμού για να δω έμπρακτη αντίδραση στην πρόταση για το Φεστιβάλ.

Λέτε να είμαι πολύ αισιόδοξος; 

σημείωση: το κείμενο είναι αυτούσιο το άρθρο του Γιώργου Δουατζή.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΝΑΝΑ ΙΣΑΪΑ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΧΩΝ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 4:04 μ.μ.

0

Αργύρης Χιόνης

Ω ναι, ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις, 
πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.
Υπάρχουνε πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους, 
μες στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα 
τους σκέπασε το πουπουλένιο πάπλωμά τους.
Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, 
σ’ ένα κουπάκι του καφέ, σ’ ένα κουτάλι του γλυκού... 
Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί
βαθιά πού κοιμούνται, ας είναι γλυκός κι ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει.

(Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθρέφτη, ΙΑ΄)
*

Ελέησόν σε

Ένιωθες μόνος και μας έπλασες για να 'χεις 
συντροφιά εις τους αιώνας των αιώνων.
Έσφαλες όμως πλάθοντάς μας
κατ’ εικόνα και ομοίωσίν σου, 
πολλαπλασίασες τη μοναξιά σου.
Τώρα είσαι μόνος μέσα σ’ ένα πλήθος μόνων.
Δεν έχει πιο μεγάλη μοναξιά.


_____


Νίκος Εγγονόπουλος

Μπολιβάρ (αποσπάσματα)

Μπολιβάρ! Κράζω το όνομά σου ξαπλωμένος στην 
κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων 
του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ' τη Μονεβασιά, το τρανό
Μισίρι.
...................................................................
Σα μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα
πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα
ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσμα-
τα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.
....................................................................

Όμως, πόσοι και πόσοι δε σ' επιβουλεύτηκαν,
Μπολιβάρ, 
πόσα "ντολάπια" και δε σου 'στησαν να πέσης,
να χαθής,
'Ενας προπάντων, ένας παλιάνθρωπος, 'ενα σκουλήκι, 
ένας Φιλιππουπολίτης.
Αλλά συ τίποτα, ατράνταχτος σαν πύργος στέκουσαν,
όρθιος στου Ακογκάγκουα μπρος τον τρόμο,
Μια φοβερή ξυλάρα εκράταγες, και την εκράδαινες πά-
νω απ' την κεφαλή σου.
........................................................................

(επίκλησις)

Μπολιβάρ! Είσαι του Ρήγα Φερραίου παιδί,
Του Αντωνίου Οικονόμου - που τόσο άδικα τον σφά-
ξαν - και του Πασβαντζόγλου αδελφός,
Τ' όνειρο του μεγάλου Μαξιμιλιανού ντε Ρομπεσπιέρ
ξαναζεί στο μέτωπό σου.
...........................................................................
ένα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι ο γιος σου.

ΧΟΡΟΣ

(στροφή)

Αν η νύχτα, αργή να περάση,
Παρηγόρια μας στέλνη τις παλιές τις σελήνες,
Αν στου κάμπου τα πλάτη φαντασμάτων σκοτάδια
Λυσοκόμους παρθένες μ' αλυσίδες φορτώνουν,
Ήρθ' η ώρα της νίκης, ήρθε ώρα θριάμβου.
Εις τα σκέλεθρα τ' άδεια στρατηγών πολεμάρχων
Τρικαντά θα φορέσουν που ποτίστηκαν μ' αίμα,
Και το κόκκινο χρώμα πούχαν πριν τη θυσία
Θα σκεπάση μ' αχτίδες της σημαίας το θάμπος.
...........................................................................

_____


Νανά Ισαϊα

Όνειρο

Τι προσπαθούσαμε να κρατήσωμε
σε ένα σπίτι ανοιχτό στ' αυτοκίνητα
γεμάτο χώματα και κουταλάκια -
Αλοίμονο - Ακόμα και ο εφιάλτης είναι καλός
μετά από τόσον καιρό μακρυά σου.
Μια τρελλή κοπέλλα κοιμότανε βαθειά
Δεν ήθελε να ξυπνήσω.
Μέσα στους αντιφατικούς επισκέπτες
ένα με την οικογενειακή μας ατμόσφαιρα
ένα με τα χαλιά
και τα κρυστάλλινα βάζα
τα έπιπλα του Λουδοβίκου 15ου 
την μικρούλα πορσελάνη που κοιμότανε βαθειά
θα ήθελα να σου μιλήσω.
Και για μία στιγμή στο δωμάτιό μου
που είχε γίνει όλο το σπίτι
προσπάθησα να σ' αγγίξω.
Δεν θα έπρεπε κανείς να μπει εκείνη τη στιγμή.
Δεν θα έπρεπε ούτε κι εγώ να φύγω.
Η αφή ήταν πολύτιμη στο χάος.
Μία αγάπη βαθειά έτοιμη από πολύ πιο πριν.
Ένα δάκρυ -
Προσπάθησα να μην ξυπνήσω.
Η μέση σου στένευε
οι πλάτες σου άνοιγαν ως τους τοίχους.
Η θεία μου μπήκε εκείνη τη στιγμή
κι ήμαστε πια παντρεμένοι -
Η πιο κομματιασμένη επιθυμία μου 
είχε πραγματοποιηθεί
και στο υπερφυσικό χέρι μου έλαμπε
ένα δαχτυλίδι γάμου -
Μα πιο πολύτιμη από όλα η αφή
χαμένη ανάμεσα στο χέρι μου
στη μέση σου
στους τοίχους -

Και πιο περίεργη από όλα η θεία μου.
Έψαχνε για κάτι - για λουλούδια ίσως
κι έσπασε
σε λευκούς κρυστάλλινους ήχους -

Κάτι έχει τώρα ολότελα συντριβεί στην αυγή
η ίδια αφύπνιση
ο ίδιος ήχος  -

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 4:03 μ.μ.

0


Άγγελος Σικελιανός, 15 Μάρτη 1884-19 Ιούνη 1951

























































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα,

μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα να ’ταν 
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα 
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου
όπου χρόνια,
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα 
στης Έφεσος το Ναό·
γιγάντιες σκέψες
σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα
σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα
άναβαν στο νου μου,
τι όλη μου καίγονταν μονομιά  η ζωή
στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!

Γι’ αυτό δεν είπα: 
Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.
Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,
και να, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι,
καταβολάδα του Εμπυραίου,
με την δάδα τούτην, 
ορθός πορεύοντας ως με την ύστερη ώρα, 
όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης
ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα!

Είπα κι εβάδισα 
κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι
στο Καύκασό Σου
και το κάθε πάτημά μου
ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο
τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου
τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου
γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα
καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.

Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα,
καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου
της Λευτεριά Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου
βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο, 
καινούργιο Αδάμ της πιο καινούριας πλάσης 
όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!

Κ’ είπα: 
Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ’ οι θεοί Σου 
οι Ολύμπιοι, χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο, 
γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι. 
Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο, 
μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω. 
Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα 
του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα,
μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους
όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!

Μοίρα· κ’ η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου!
Κι απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη,
να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει
ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει 
τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!
Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη,
και κράζω σήμερα μ’ αυτή προς τους Συντρόφους όλους:

«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,
ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!
Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,
σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του
ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!»

"Ομπρός, οι δημιουργοί... Την αχθοφόρα ορμή Σας
στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!
Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!
Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα
τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!
Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση
δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει
τις φτέρουγές του και βογγάει ο σάλαγός του
στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου
και το μακρά και το σιμά για με πια είν' ένα!
Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός συντρόφοι
βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα!

Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει
στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.
Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!
Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας
να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου
πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!
Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια,
τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.
Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει,
και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.

Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.
Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,
σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»

Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα, 

αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή η κραυγή μου, ως να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το ναό, ως σας έκραζα, συντρόφοι!


*


ΘΑΛΕΡΟ

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ' αμπέλια απάνωθεν
      εκοίταγε η σελήνη·
κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα, βασιλεύοντας
      μες σε διπλή γαλήνη.


Bαριά τα χόρτα, ιδρώνανε στην αψηλήν απανεμιά
      το θυμωμένο γάλα,
κι από τα κλήματα τα νια, που της πλαγιάς ανέβαιναν
      μακριά-πλατιά τη σκάλα,


σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας, εσειόντανε
      στον όχτο οι καλογιάννοι,                                    10
κι άπλων' απάνω στο φεγγάρι η ζέστα αραχνοΰφαντο
      κεφαλοπάνι...


Στο σύρμα, μες στο γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
      τό 'να από τ' άλλο πίσω,
την κρεμαστή τους τραχηλιά κουνώντας, τον ανήφορο
      ξεκόβαν το βουνίσο.


Σκυφτό, τη γης μυρίζοντας, και το λιγνό λαγωνικό,
      με γρήγορα ποδάρια,
στου δειλινού τη σιγαλιά βράχο το βράχο επήδαγε
      ζητώντας μου τα χνάρια.                                    20


Kαι κάτου απ' την κληματαριά την άγουρη μ' επρόσμενε,
      στο ξάγναντο το σπίτι,
σωστό τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
      το φως του Aποσπερίτη...


Eκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
      η αρχοντοθυγατέρα,
οπού 'χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό
      χαράκι ως περιστέρα·


που η όψη της, σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
      της παρθενιάς τη φλόγα,                                    30
κι απ' τη σφιχτή της ντυμασιά, στα στήθια της τ' αμάλαγα,
      χώριζ' ολόρτη η ρώγα·


που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
      πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρει' η φούχτα μου
      ναν της τα χερακώσει.


Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος π' αγανάχτησε
      στα ορτά τα μονοπάτια,
κι ασάλευτος στα μπροστινά, με κοίταγε, προσμένοντας,
      μια σφήνα μες στα μάτια.                              40


Eκεί τ' αηδόνια ως άκουγα, τριγύρα μου, και τους καρπούς
      γευόμουν απ' το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
      βαθιά στον ουρανίσκο...


Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή,
      πασίχαρο μελίσσι,
που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ωσάν τσαμπιά
      στα δέντρα ν' αμολήσει.


Kι ένιωθα κρούσταλλο τη γη στα πόδια μου αποκάτωθε
      και διάφανο το χώμα                                    50
γιατί πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου υψωνόντανε
      μ' αδρό, γαλήνιο σώμα.


Eκεί μ' ανοίξαν το παλιό κρασί, που πλέριο ευώδισε
      μες στην ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεί κατάψυχρη
      νύχτια δροσιά τα θάμνα...


Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχτηκε
      ν' αναπαυτεί λιγάκι
πά' σε σεντόνια ευωδερά από βότανα, και γαλανά
      στη βάψη από λουλάκι...






ΔΑΝΤΗΣ, DANTE ALIGHIERI, ΟΨΕΙΣ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 3:57 μ.μ.

0

DANTE ALIGHIERI, 1265 Φλωρεντία -1321 Ραβέννα

Secol si rinova;                                                   Ο κόσμος γεννιέται πάλι. το δίκιο
torna giustizia e primo tempo umano,               γυρνά και τα πρώτα χρόνια 
e progenϊe scende da ciel nova                                  του ανθρώπου,
                                                                                                       κι ιδού απ' τον ουρανό γενεά νέα.
ΔΑΝΤΗΣ, "Καθαρτήριο", XXII, 70-72




 ...Στη διαμάχη μεταξύ Γιβελίνων και Γουέλφων, οι Γουέλφοι τελικά χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα. Ο Δάντης πήρε το μέρος των δημοκρατικών ("Άσπρων") αλλά επικράτησαν τελικά οι "Μαύροι" που δεν ήθελαν να δοθούν προνόμια στο λαό. Έτσι άρχισε, επί ποινή θανάτου αν επιστρέψει στη Φλωρεντία, η φοβερή εξορία. Φτωχός, ανέλπιδος πια, γύριζε την Ιταλία πουλώντας βοτάνια και γιατρικά για να ζήσει, ζητώντας καταφυγή, σαν παράσιτος στις μικρές ηγεμονικές αυλές. Κουβαλούσε μαζί του τα χειρόγραφά του. Έγραφε στίχους, καθώς λέει ο Βοκάκιος, "αψηφώντας την κάψα, το κρύο, την αγρύπνια, την πείνα", με largo sudore, όπως γράφει ο ίδιος ο Δάντης σ' ένα φίλο του...Η ποίηση πια ήταν η μόνη του λύτρωση παρά και το μόνο κλειδί που, ως έλπιζε, θα του άνοιγε τις πόρτες της Φλωρεντίας. Μα του κάκου. Κάποτε μονάχα, για λόγους πολιτικούς, δόθηκε αμνηστεία στους εξόριστους Γουέλφους, με τον εξευτελιστικό όμως όρο να παρουσιαστούν, καθώς οι κακούργοι που έπαιρναν χάρη, στον Άη-Γιάννη κ' εκεί, μπροστά σε όλους, να μολογήσουν πως έσφαλαν. Ο Δάντης αρνήθηκε να δεχτεί τέτοια ατίμωση: "Δεν είναι αυτός ο δρόμος να γυρίσω στην πατρίδα. Αν μπορέσετε να βρείτε άλλον τρόπο πιο σύμφωνο με την τιμή και τη δόξα του Δάντη, θάρθω με βήματα όχι αργά".    Ν. Καζαντζάκης

*

Όπως στο καλούπι μιας καμπάνας, όπου τ' αναλυωμένα μέταλλα χύνονται σαν διάπυρο ποτάμι, έτσι τα πιο διαφορετικά στοιχεία έλυωσαν κι' αναχωνεύτηκαν στον μεγάλο φλωρεντινό ποιητή. Η επιστήμη και η θεολογία, η φιλοσοφία και η θρησκεία, η ειδωλολατρεία και ο χριστιανισμός, το παρελθόν και το παρόν συνδυάζονται εντός του σε μια απροσδόκητη, θαυμαστή και άρτια σύνθεση. Ξαναβρίσκουμε σ' αυτόν τον Όμηρο, το Ευαγγέλιο, τη Σίβυλλα και το Δαβίδ, τον Πλάτωνα και τον Άγιο Θωμά, τον Αβερόη και τον Αβικέννα. Τα πρόσωπα όμως αυτά μονάχα κομπάρσοι του είναι, υπουργοί του βασιλείου του. Σα νάναι ο ίδιος ο Αρχάγγελος Μιχαήλ τη μέρα της Δεύτερης Παρουσίας, ο Δάντης ξεχωρίζει και τοποθετεί στην Κόλασή του και στον Παράδεισό του, αδιάκριτα, τους σοφούς της αρχαιότητας και τους πατέρες της εκκλησίας. Ενώνει τις οξύτερες αντινομίες σε μια μορφή με τυπικά χαρακτηριστικά, που συχνά αγγίζουνε τη σκληρότητα, σ' ένα πρόσωπο που η γλυκύτητά του κι' η λεπτότητά του είναι εφάμιλλες με τη δύναμή του....
Όλα αυτά όμως δεν εξηγούν τη μεγαλοφυϊα του Δάντη, που από τόσο πολυποίκιλα υλικά και από ένα χάος αντιθέσεων κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν θαυμαστής αρμονίας καινούργιον κόσμο. Γιατί η μεγαλοφυία ανυψώνεται πάνω από το ακατέργαστο υλικό της σαν τον αητό που πετάει, πάνω απ' τους γιγάντιους όγκους των οροσειρών ή σαν το αποδημητικό πουλί που πετάει πάνω απ' τον κλυδωνιζόμενο ωκεανό. Το αριστούργημά του, η "Θεία Κωμωδία", παρ' όλα αυτά δε μας δίνει το κλειδί του μυστηρίου. Αυτό βρίσκεται στη "Vita Nova" που την έγραψε στα εικοσιπέντε του χρόνια. Η ειλικρινής και αφελής αυτή εξομολόγηση του ποιητή μάς αποκαλύπτει το απόκρυφο μυστήριο της ζωής του και την κινητήρια φλόγα του έργου του. Το αποκαλυπτικό αυτό φως, αυτό το "πρώτο κινούν" που πέφτει απ' τον "ασάλευτον ουρανό" ήταν ο Έρωτας, αλλά ένας καινούργιου είδους Έρωτας, που δεν τον είχαν γνωρίσει ούτε η αρχαιότητα, ούτε κι' αυτός ακόμα ο χριστιανισμός. Ο Έρωτας! Ο Έρωτάς του για τη Βεατρίκη- που την πρωτόδε στα εννιά του χρόνια κι ύστερα, μια φορά, στα δεκαοχτώ, για να τη συναντήσει πάλι στον "Παράδεισό" του- κι ο έρωτας της Βεατρίκης- που πέθανε πολύ νωρίς-  γι' αυτόν, που ξαναγυρίζει σ' αυτόν όπως το αφρισμένο βουερό κύμα του ωκεανού. Έρωτας αγνός, είναι αλήθεια, έρωτας ιδανικός,αλλά πιο παράφορος, πιο απόλυτος και το κυριώτερο γονιμώτερος απ' τον απλό έρωτα των αισθήσεων. Καινούρια αντίληψη του Έρωτα όπως και της γυναίκας. Αντίληψη άγνωστη στην αρχαιότητα, που μονάχα ο θείος Πλάτωνας την προαισθάνθηκε και που πια είχε αρχίσει να εξυμνείται στα μυθιστορήματα των ιπποτών. Να η μεγάλη πρωτοτυπία του Δάντη, ο ακτινοβόλος πυρσός του έργου του, η ίδια η καρδιά της μεγαλοφυίας του, με την οποία ξεπερνάει την εποχή του, προαναγγέλλει το μέλλον και φωτίζει τους αιώνες που έρχονται...


*

Η μεγαλόπρεπη σύλληψη της "Θείας Κωμωδίας" έχει ένα μυσταγωγικό νόημα. Μας παρουσιάζεται ταυτόχρονα σαν μια προσωπική περιπέτεια και σαν μια παράσταση του Κόσμου. Τραβώντας για το Υπερπέραν, ο ταξειδιώτης περνάει τους τρεις κόσμους. Από τον έναν όμως ίσαμε τον άλλο, αλλάζει, μεταπλάθεται, μεταμορφώνεται, υπό την επήρεια των θεωρούμενων θαυμασίων. Στην "Κόλαση" είναι ακόμη ο περιδεής και πονεμένος θεατής. Στο "Καθαρτήριο", γίνεται ο καθαρμένος και λυτρωμένος στοχαστής. Στον "Παράδεισο" ανυψώνεται βαθμιαία στο επίπεδο του οραματιστή και του εκλεκτού. Φοβερό crescendo, που μ' αυτό, ο μύστης εισχωρεί σιγά σιγά στ' απόκρυφα μυστήρια των τριών κόσμων...

Ο Δάντης συμμερίζεται την τραγική μοίρα, πως μονάχα, δηλαδή, μετά το θάνατό του εξάσκησε γόνιμη επίδραση. Ένδοξος στην εποχή του, ολοκληρωτικά όμως ακατανόητος στις βασικές ιδέες όπως και στο βάθος του όντος του, έπρεπε κι αυτός διαδοχικά να συναθροίσει τις ψήφους όλων των κομμάτων. Ο καθένας απ' τους επόμενους αιώνες τού βρήκε και μια καινούργια ομορφιά, αποκαλύπτοντας μια νέα πλευρά του έργου του, όπου μπορούσε ν' αντικατοσπτριστεί ο ίδιος...

Η "Θεία Κωμωδία" δεν κατέχει μονάχα μια κεντρική θέση στην εξέλιξη της Ιταλικής ψυχής, αλλά διαδραματίζει επίσης κι' έναν κεφαλαιώδη ρόλο στην ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος. Λαμπερό σημείο στη μεσαιωνική νύχτα, ο φάρος αυτός ρίχνει το κυκλικό του φως σ' όλες τις κατευθύνσεις.   Edouard Schure

*



Luce intelletual piena d' amore                            
Amore di vero ben pieno di letizia
Letizia che trascende ogni dolzore

Φως νοητό γεμάτο αγάπη,
αγάπη του αληθινού του ολόγιομου από χαρά,
που ξεπερνάει κάθε λύπη.

       ΔΑΝΤΗΣ, Paradiso XXX, 40      

_____


αποσπάσματα απ' τη ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ, σε μετάφραση του Νίκου Καζαντζάκη, 1934


Κόλαση, στίχοι 1-30

Στο μεσοστράτι απάνω της ζωής μας
σε σκοτεινό πλανέθηκα ρουμάνι
γιατί 'ταν η ίσια στράτα αστοχημένη.
Αχ τι βαρύ πώς ήταν να στορήσω
το άγριο, δασό, θεριακομένο δάσο,     5
που την τρομάρα στο μυαλό ανανιώνει.
τόσο πικρό, που λίγο πιο 'ναι χάρος.
Μα για να δείξω το καλό που βρήκα
θα δηγηθώ κι όσα άλλα εκεί μου ελάχαν.
Να ξαναπώ πώς μπήκα δεν κατέχω.     10
τόσο βαρύς με πλάκωνε ύπνος τότε
που της αλήθειας ξέσφαλα τη στράτα.
Μα ως έφταξα στου λόφου τα μπροσπόδια,
εκεί που πια ξετέλευε η λαγκάδα,
που την καρδιά με τρόμο αγκούσεψέ μου,     15
ψηλαγναντεύω και θωρώ ντυμένες
τις πλάτες του με αχτίδα του πλανήτη
που γύρα ολούθε ισιόστρατα οδηγά μας.
Μια στάλα τότε λάγασε η τρομάρα
που 'χε μαζέψει η στέρνα της καρδιάς μου     20
στο ολόπικρο που διάβηκα ολονύχτι.
Κι όπως αυτός που με κομένη την ανάσα,
βγαλμένος απ' το πέλαο στ' ακρογιάλι,
γυρνάει και τ' άγρια τα νερά αγναντεύει,
όμοια η ψυχή μου, πούφευγεν ακόμα,     25
πισωγυρνάει να ξαναδεί το διάβα
που ζωντανό ποτέ του δεν αφήκε.
Κι όντας το αχνό κορμί μου ακραναπαύτη,
την έρμη ανάπηρα πλαγιά, με πάντα
πιο στεριομένο το στερνό ποδάρι...     30

*

Καθαρτήρι, στίχοι 1-27

Για άλλα πιο γαληνά νερά σηκώνει
πανιά το καραβάκι του μυαλού μου,
που τόσο θάλασσα άγρια πίσω αφήνει.
Το δεύτερο βασίλειο πια θα ψάλω,
όπου η ψυχή του ανθρώπου καθαρίζει,     5
και γίνεται άξια ουρανικά ν' ανέβει.
Μα εδώ η νεκρή μου ας ζωντανέψει λύρα,
Μούσες ιερές, γιατί δικός σας είμαι.
και λίγο ας με συντράμει εδώ η Καλλιόπη,
τους στίχους μου με τον αχό ακλουθώντας     10
που βάρεσε τις έρμες Κίσσες τόσο
που πια συχώριας πάσα ελπίδα εχάσαν.
Χρώμα γλυκό ζαφείρι ανατολίτη,
που πύκνωνε μέσ' στο γαλήνιο αγέρι
καθάριο ως την κορφή του πρώτου κύκλου,     15
ξανάδωκε χαρά στα δυο μου μάτια,
μως όξω απ' το νεκρόν αγέρα βγήκα,
που μάτια, στήθια πια μου 'χε πλαντάξει.
Τ' όμορφο αστρί που σπρώχνει στην αγάπη
την πάσα ανατολή 'κανε και γέλαε,     20
θαμπώνοντας τη συνοδειά τα Ψάρια.
Γέρνω δεξά να δω τον άλλο πόλο
και τέσσερα άστρα αγνάντεψα που μόνο
το πρώτο εχάρη ανθρώπινο ζευγάρι.
Λες ο ουρανός τη λάμψη τους χαιρόταν.     25
ω βοριανή μισόσφαιρά μας χήρα,
που τέτοια να χαρείς δε δύνεσαι άστρα!...

*

Παράδεισος, στίχοι 1-27

Η δόξα Εκείνου που κινάει τα πάντα
το σύμπαντο όλο διαπερνάει και λάμπει
αλλού και πιο πολύ κι αλλού πιο λίγο.
Στον ουρανό που παίρνει πιο απ' το φως του
πήγα. και τα 'δα δεν μπορεί, δεν ξέρει     5
να ξαναπεί ο που εκείθε κατεβαίνει.
γιατί την πεθυμιά ζυγώνοντάς τη
σε τόσο ο νους μας μέγα βύθος πέφτει,
που δεν μπορεί να γύρει πίσω η μνήμη.
Τα θάματα όμως του άγιου του ρηγάτου,     10
όσα θησαύρισέ μου ο νους, θα γίνουν
του τραγουδιού μου τώρα το στημόνι.
Απόλλωνα καλέ, στον ύστερο άθλο
κάμε με αγγειό της δύναμής σου τέτοιο
που θες τη λατρευτή να δόσεις δάφνη.     15
Τη μια του Παρνασσού πατούσα ωστόρα
κορφή. μα και τις δυο 'χω τόρα ανάγκη
μες στην παλέστρα νάμπω που απομένει.
Στο αστήθι μου έμπα εσύ και φύσηξέ μου
σαν όντας ξεκολνούσες το Μαρσύα     20
απ' του ζεστού κορμιού του το θηκάρι.
Ω θεία αρετή, τη δύναμη αν μου δόσεις
τον ήσκιο του Παράδεισου που ακόμα
διανεύει μεσ' στο νου μου να στορήσω,
στο δέντρο που αγαπάς θα δεις πως θάρθω     25
και θα στεφανωθώ με τ' άγρια φύλλα
που για το θέμα και για σε θ' αξίζω...







ΜΕ ΕΥΠΡΕΠΕΙΑ, ΓΕΒΓΕΝΙ ΓΕΦΤΟΥΣΕΝΚΟ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΜΑ...ΣΠΑΝΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 3:56 μ.μ.

0

Με ευπρέπεια

Με ευπρέπεια. Το κυριότερο, να δέχεσαι
με ευπρέπεια όποιους καιρούς και να 'ρθουν,
όταν λιμνάζουν οι εποχές
ή συνταράζονται μέχρι το βάθος.

Με ευπρέπεια, το κυριότερο, με ευπρέπεια
έτσι ώστε 'κείνοι που μοιράζουνε τις χάρες
να μη σε οδηγήσουνε στο σταύλο
και σου βουλώσουν με άχυρα το στόμα.

Ο φόβος των καιρών φέρνει την πτώση.
Σε δειλία μη ξοδεύεις την ψυχή σου
παρά για το χαμό προετοιμάσου
του κάθε τι που τρέμεις μη το χάσεις.

Αν γύρω σου η καταστροφή ακραία
τόσο ακραία που δεν μπορούσες να προβλέψεις
θυμήσου εκείνο που μουρμούρισες μια μέρα:
"Κι αυτό ακόμα πρέπει να τ' αντέξω".

μετάφραση, Λεία Χατζοπούλου-Καραβία

ΜΗΝΥΜΑ ΑΠ' ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ, ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ , ΝΥΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ, ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 3:55 μ.μ.

0

Μήνυμα απ' το Ποίημα

"Ώρα να ορκιστείς, διαγράφοντας με τ' αριστερό σου χέρι
έναν αόριστο κύκλο, χωρίς να ορίσεις πουθενά την παρουσία
σαφών ορίων, καταφάσκοντας στον Κοσμικό μου Λόγο.

Σαν πρώτη ανταμοιβή, θα φυτρώσεις στη χλόη, με μιαν
αφύπνιση γεμάτη άσφαλτο, μέσα στα λασπόνερα και στο
πετρέλαιο. Είναι το τοπίο που σου ταιριάζει. που ταιριάζει
στον ποιητή...Μη ζητάς περισσότερα".

Ορκίστηκα στον Άναρχο και Ατελεύτητο Λόγο.

Με κοίταξε βαθιά σαν να το περίμενε.


*


Επιστροφή

Απ' το ποίημα δεν μπορείς να πάρεις πίσω 
τίποτα. Ό,τι του δίνεις απομένει ολόγυμνο.


Γιώργος Τσακιράκης, Κρης