ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΟΥ, ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης, κρης ποιητής/ George Tsakirakis, kris poet | Posted in | Posted on 11:45 μ.μ.

0


  
Όταν μιλάμε για το αρχαίο θέατρο, μας έρχεται στο νου αυτόματα κάτι απλησίαστα «υψηλό». Κάτι που απευθύνεται στους πολύ μορφωμένους, στους πολύ έξυπνους, στους πολύ σοβαρούς. Μέσα στην άδικη κοινωνία των διακρίσεων, που μας έχει κωδικοποιήσει έτσι ώστε να αισθανόμαστε βολικά, μόνον όταν είμαστε «συρταρωμένοι», η διάκριση αυτή αδικεί όχι μόνο τη λογική μας, αλλά και την αλήθεια. Αυτή η υπεράνθρωπη υψηλότητα, ουδέποτε χαρακτήρισε το αρχαίο θέατρο. Είναι κάτι ξένο προς τη λειτουργία του…Το «ποιόν» του δράματος έχει μέσα του τα στοιχεία της πλατιάς επικοινωνίας. Ο «Μύθος» ήταν δεδομένος και λαϊκότατος στην παραδοσιακή του λειτουργία. Το Κοινό αναγνώριζε το δικό του παραμύθι. Το «πλήθος» (ψυχογράφηση) αναφέρονταν σε προβλήματα «επικά» της φυγής του ανθρώπου, όπως σε κάθε λαϊκό θέατρο. Η μοίρα του τραγικού ήρωα είναι ένα ενδεχόμενο για κάθε άνθρωπο…Όσο κι αν ψάξουμε δεν θα βρούμε ούτε ένα νόημα, που να μη γίνεται κινητήριο της σκέψης και του πιο απλοϊκού και του πιο «αθώου» σε γνώση θεατή. Το περιεχόμενο των ιδεών του είναι καθαρά θυμοσοφικό και προϋποθέτει τη λαϊκή εμπειρία. Ο βαρκάρης ή ο βοσκός μπορεί να λειτουργήσουν καθαρά, καθαρότερα ίσως και πιο γνήσια, σε μια τραγωδία, γιατί όχι μόνο η άμεση, η γυμνή σκέψη, αλλά και η αμεσότητα του μύθου, τους είναι πράγματα πιο οικεία. Γι’ αυτό και το αρχαίο δράμα «συνεννοήθηκε» με το Κοινό του…Συνεπώς η «σύστασις των πραγμάτων» ενός έργου είχε σαν αιτία και σαν σκοπό το «θάμβος» του λαού που παρακολουθούσε…Η αρχαία πόλη ήταν συγκεντρωτική και αυτή τη μορφή είχε και το θέατρό της. Χωρίς θέατρο μια αρχαία ελληνική πόλη δεν θα μπορούσε να ονομαστεί πόλη. Τις δραματικές παραστάσεις παρακολουθούσαν τεράστια πλήθη λαού σε μέρες πανηγυριών. Κι από πανηγύρια άλλο τίποτα το αρχαίο ελληνικό έτος. Το θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα χωρούσε 15.000 θεατές και το μεταγενέστερο της Μεγαλόπολης πάνω από διπλάσιους. Στην Αθήνα, π.χ., θα ’βλεπε κανείς πολίτες ελεύθερους, πλούσιους και φτωχούς, μέτοικους, ξένους, δούλους, γυναίκες όλων των στρωμάτων, εταίρες και εφήβους. Τα πλήθη αυτά είχαν τις καθορισμένες κερκίδες τους, δεν υπήρχαν όμως ατομικές θέσεις… Πρέπει να υπολογίσουμε ότι στα Μεγάλα Διονύσια, αν εξαιρέσουμε τις παραστάσεις του διθυράμβου, ο τακτικός θεατής πρέπει μέσα σε τέσσερις ημέρες να έβλεπε δεκαπέντε ως δεκαεφτά έργα (τραγωδίες, σατυρικά δράματα, κωμωδίες). Αν πάλι υπολογίσουμε χοντρικά τον αριθμό των παραστάσεων στα Μικρά Διονύσια και στα Λήναια, απ’ ό,τι ξέρουμε τουλάχιστο, ένας τακτικός θεατής θα έβλεπε πάνω από τριάντα έργα το χρόνο στην Αθήνα, χωρίς να μετράμε στον αριθμό αυτό τις παραστάσεις των διθυράμβων και άλλες ποιητικές εκδηλώσεις, όπως τους μουσικούς αγώνες. Ομολογουμένως ο λαός της Αθήνας είχε πλούσια την άμεση και φυσική τροφή της ψυχής του.

Είναι γνωστό ότι οι παραστάσεις διαρκούσαν όλη την ημέρα. Ο κόσμος έπαιρνε τους δρόμους, πριν φέξει, για το θέατρο. Με την αυγή άρχιζε η παράσταση, μετά από τα προκαταρκτικά της λατρείας, την προσευχή του Ιερέα του Διονύσου, και τέλειωνε το απόγευμα. Πώς άντεχαν οι θεατές καθισμένοι τόσες ώρες στα ξύλινα ή- αργότερα – πέτρινα καθίσματα;…Κάτι πολύ άμεσο θα ’πρεπε να τους κράταγε καρφωμένους τόσες ώρες στη θέση τους. Και δεν θα πρέπει να ’ταν άλλη αμεσότητα, παρά η συμμετοχή στη «μίμηση πράξεως»…

Ο Αριστοτέλης γράφει ότι η αποτυχία μιας παράστασης θα μπορούσε να καταμετρηθεί από την ποσότητα της τροφής που καταναλισκόταν κατά τη διάρκειά της. Μια συνταρακτική παράσταση δεν θα ’φερνε το χέρι στο καλαθάκι με τα τρόφιμα ούτε το φλασκί με το κρασί στο στόμα. Αλλά οι εκδηλώσεις δεν σταματούσαν φυσικά μόνο στο φαΐ και στο πιοτό…Όταν άρεσε στους αρχαίους θεατές μια παράσταση χειροκροτούσαν και επευφημούσαν. Όταν δεν τους άρεσε, σφύριζαν, πετούσαν ελιές, σκόρδα, σύκα, ακόμα και πέτρες! Το κοινό μπορούσε να διακόπτει ένα έργο και να ζητάει την εκτέλεση του επόμενου ή να σταματάει μια ολόκληρη παράσταση…Δεν ανεχόταν λάθος στη γλώσσα ή στην έκφραση και εύκολα αποδοκίμαζε. Όμως η αντίδραση του Κοινού δεν έμενε μόνο στην υποκριτική. Προχωρούσε πιο βαθιά, στη «διάνοια» του κειμένου. Αντιδρούσε και στις ιδέες του ποιητή και μάλιστα πολλές φορές επικίνδυνα…Η ζωή του «ένθεου» Αισχύλου κινδύνευσε σοβαρά, όταν σ’ ένα έργο του φάνηκε ότι θίγει τα Ελευσίνια μυστήρια και, όταν ο Ευριπίδης σε τραγωδία του άφησε να εννοηθεί ότι η αισχρότητα μιας πράξης είναι θέμα υποκειμενικό, το Κοίλον σηκώθηκε στο πόδι εξαγριωμένο…. Εκείνο όμως που συγκρατούσε βασικά ένα τέτοιο δραστικό κοινό, τόσο πολυεδρικό στο πρίσμα της κοινωνικής του σύνθεσης, ήταν η αμεσότητα της επικοινωνίας με το έργο και ο βαθμός συμμετοχής του στη «μίμηση». Γι’ αυτό ο τραγικός ποιητής, που γνώριζε πολύ καλά αυτή την κρίσιμη ένταση της επικοινωνίας, φρόντιζε με το έργο του να μην υπερβαίνει τα όριά της…

Οι εκδηλώσεις του κοινού πρέπει να ήταν αποφασιστικό στοιχείο για την τελική κρίση των πέντε κριτών, που έδιναν τα βραβεία…Υπάρχουν έργα της αρχαιότητας, που τα θεωρούμε ανεπανάληπτα αριστουργήματα, και όμως δεν είχαν πάρει τα πρωτεία της εποχής τους…Πέρα όμως απ’ την οχλαγωγία δεν έλειπαν και οι περιπτώσεις ζαβολιάς ή και σκανδάλου. Ποιητές και υποκριτές και χορηγοί ακόμα κατηγορούνταν για «πληρωμένες» εκδηλώσεις…Οι ποιητές της κωμωδίας προσπαθούσαν να καλοπιάσουν το Κοινό πετώντας του λιχουδιές κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Και πάνω σ’ αυτά πρέπει να προστεθεί και ο πρωταγωνιστισμός, τόσο γνώριμος σε κάθε εποχή. Οι πρωταγωνιστές φαίνεται ότι απαιτούσαν από τον ποιητή να μεταβάλει σε ορισμένα σημεία το αρχικό του κείμενο, για να προβάλλονται περισσότερο οι υποκριτικές τους ικανότητες. Όλα αυτά θα σπρώξουν τον Πλάτωνα να χτυπήσει ανοιχτά αυτή την επικίνδυνη για το «ήθος» της πολιτείας «θεατροκρατία» της εποχής του.

Τάσος Λιγνάδης