Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:25 μ.μ.

0


Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ, Σάμος 1922-1987                               

"ΕΝ ΠΑΤΜΩ"

Ουχί και το λέγειν έργον εστί και το ποιείν 
εκ του λόγου γίγνεται; Εμοί δε, εικότως, 
πρόκειται βιούν μεν κατά τον λόγον και νοείν
τα σημαινόμενα.

Κλήμης ο Αλεξανδρεύς

*

Είχα πάντοτε την αίσθηση πως αυτό το ποίημα παίζεται
πάνω σε μια χορδή τεντωμένη ανάμεσα στο απείρως μικρό και
το απείρως μέγα κι ότι η χορδή αυτή ξέφυγε από τη λύρα του πολύ
μεγάλου ανάμεσα στους ποιητές, του Ανδρέα Κάλβου. Έτσι
μου δόθηκε μια ελευθερία λόγου και ήχων ώστε να δύναμαι,
ψαύοντας ουράνια μεγαλεία, να ψιθυρίζω και να μένω ταπεινός.
Συγχρόνως έπρεπε να μάθω την ακοή ν' ακούει και την όραση
να βλέπει. Κι έπρεπε ακόμα το κενό που μου άφηναν τέτοιου είδους
προσπάθειες, αλλά και το κλείσιμο αυτού του ποιήματος, να το
γεμίζω άστρα και δοξολογίες. Σκέφτομαι μήπως αυτό το κενό
και στη μια και στην άλλη περίπτωση είναι η εσωτερική βίωση
του απείρου τόπου και του αιώνιου χρόνου, δύο έννοιες που
είναι τόσο μακριά μας όσο και πολύ κοντά μας, ώστε να μας
τρομάζουν, να μας εκμηδενίζουν και να μας συνιστούν μαζί.

Να κάτι που δεν το είχα υπολογίσει: τα ποιήματα αυτά είναι
μικρές κατά διαλείμματα σιωπές, που ανάμεσά τους παρεμβάλλονται περίοδοι στοχασμών και άσκησης. Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω πως με τον καιρό, χωρίς να 'χει φθαρεί, το πάτμιο βίωμα μέσα μου μεταχωρεί από επίπεδο σε επίπεδο κι από βάθος σε βάθος σε μια κατάσταση ανυπαρξίας και οδυνηρής ύπαρξης μαζί, σιωπής και μαζί απόλυτου λόγου, που δεν είναι ούτε μέσον ούτε έκφραση, αλλά συστατικό "ομοούσιον" του ποιητικά γίγνεσθαι και υπάρχειν.

Μιλούμε για κινδύνους, ιδού ένας κίνδυνος: το άνθος του λόγου στη διαρκή του προέκταση απογυμνώνεται σε μίσχο που τρέμει μέσα στο αχανές και νοσταλγεί την προϊστορική του αφετηρία, τον άλλο συντελεστή του, τον ποιητή.

Δ.Π. Παπαδίτσας

*

"Εν Πάτμω", VII

Καθώς τα χρόνια επέστρεφαν
Στα λειβάδια της ρέμβης
Φως από χόρτο ανέβαινε
Κι από τα βήματα
Φθόγγοι γλυκείς εγέμιζαν τον αέρα
Ω η σαγήνη τους

Καθαρό κι άσπρο ανάλαφρο
Πουλί από φως, ανέβηκες
Με μιας το τραγούδι σου
Το τίναγμά σου χτύπησε
Του στήθους το σήμαντρο
Κι αντήχησε ο χρησμός
Των θρήνων

Κι όταν το χέρι άπληστο
Κλείδωνε με τη σήψη του
Το φλύαρο στόμα
Στο ξαφνιασμένο απόβροχο
Ουράνιο τόξο φάνηκες
Της ερημιάς να ενώσεις
Την Πάτμο με το άφωνο

*

"Εν Πάτμω", Χ

Ήταν η οργή που κραύγαζε
Κι ανέβαινε η πραότης
Απέραντη απ' το στήθος

Μέσα της ο μεγάλος
Μίσχος μονήρης έτρεμε
Κι ανύπαρκτος ευώδιαζε
Τα ουράνια

Τ' ανύπαρχτα, που θεία
Και βροντερά σκοτείνιαζαν
Χρώματα αιθρίας

Ποιος ανακράζει μόνος
Χωρίς ο ουρανός
Να περάσει το σώμα του
Άγνωστος

Και ποιος δεν έγινε άνεμος
Στον άνεμο, ποιο δέντρο
Στο δάσος; ως δι' εσόπτρου
Βλέπουμε να διαβαίνει
Ο τρέμων μίσχος

Πάτμος, 1963
*

"Αχερουσία ή ένας μονόλογος του Μένιππου"

ΙΙ (απόσπασμα)

Εσύ τριαντάρη αδελφοκτόνε κάτω απ' τη σελήνη
Κι εσύ ξεκουτιάρη φιλάργυρε Πολύστρατε
Υιέ του ανοιχτοχέρη αγγειοπλάστη που έπινε από ερημιάς
κανάτια
Κι εσύ εξηντάρη που έκανες λειψανοθήκη σου τη δεκαοχτά-
χρονη Μυρτάλη
Καθάρματα τοκογλύφοι μαστρωποί απ' τα πέρατα του κό-
σμου
Που φαγοπότι σας ήταν οι πόλεμοι
Μη μου σκεπάζετε κι εδώ το φεγγάρι
Και τις νυχτοπερπάτητες νεράιδες μου

Μιλήστε τι έχετε να πείτε

Και συ Τερψίων που τριάντα χρόνια
Κάθε πρωί πηδούσαν απ' τα μάτια σου τσακάλια
και κατασπάραζαν τους γείτονες
Ώσπου ένα βράδυ ο Σθένελος
Πήδηξε απ' τα φουστάνια της θηβαίας ζητιάνας
και σου 'ρθε η σαϊτιά στο σηκώτι

Μίλησε τι έχεις να πεις

Κι εσύ Ευρυκλέα που νάρκωνες τα πλήθη
Μ' αφιόνια δημοκρατικά επί δέκα χρόνια
Κι εκείνη η νάρκη πότιζε της τυραννίας το θάμνο
Κι έγινε δέντρο.
..........................................
Χαρμίδη μυρίζεις ακόμα σβησμένο ερωτικό λυχνάρι
Οιωνοσκοπίες απ' τη Φιγάλεια
Και γαϊδουρίλα που μας ήρθε απ' τη Σιδώνα
μαζί με φίλτρα ερωτικά

Γέλασε Χαρμίδη
..........................................
Πώς Χαρμίδη την έπαθες και κανείς δε στο 'πε
Ότι ήσουν σκουριασμένο σπαθί σε θηκάρι ολόχρυσο
Δώρο τάχα του Ήφαιστου στην πόλη;

Εμένα δε με ξεγελάς
αγύρτη με τις περικνημίδες και την πανοπλία
Και με λίγη σωκρατική ενδοσκόπηση
Που πλήρωνες τους μάντεις για ένα καλό οιωνό

Μίλησε τώρα τι έχεις να πεις
..............................................
_____

κάποτε, μιαν αυγή, στην Πάτμο ένιωσα κι εγώ
"τα κεραύνεια ορύγματα της ησυχίας".

Γιώργος Σεφέρης
(σε γράμμα, 14/2/64)