ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ, ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 11:48 μ.μ.

0


Του γάμου και του αρραβώνα

Μαζευτήτε κοπελιές
κοπελιές και νυφαδιές
άει να πάμε για νερό
-Σύρτε σεις, δεν έρχομαι
μάνα μ' μ' αρρεβώνιασε
χτες προχτές την Κυριακή,
δαχτυλίδι μόφεραν
δυο φλουριά σαν πέταλα
δυο φλουριά σαν βύσινα .

*

Της αγάπης

Στο λιβάδ' ήμουν μια μέρα
και περνάει ένας λεβέντης
και με βλέπ' και μου μιλάει.
-Καλή μέρα όμορφή μου
δεν ξανάδα τέτοια νειάτα.
Είπε κι έφυγ' όπως ήρθε
κι η έρμη εγώ κοιτάω το ρέμα.
Κοίταγα και δάκρυα είχα
και στον ύπνο όνειρο είδα
Τι ήτανε ο λόγος που είπε
στην καρδιά καρφί μου μπήκε.

*

Του βουνού και της ζωής

Θέλετε δέντρα ανθίσετε
θέλετε μαραθείτε
στον ίσκιο σας δεν κάθομαι
και μήτε και κοιμάμαι.
Μον' καρτερώ την Άνοιξη
τον όμορφο το Μάη
Ν' ανοίξει η οξυά πάν' στα βουνά
κι αυτά να πρασινίσουν
Να βγουν οι βλάχοι στα βουνά
κι αυτές οι βλαχοπούλες
Να βγουν τα λάγια πρόβατα
με τα βαριά κουδούνια
Κι από τα πίσω να βγω εγώ
μια βλάχα για ν' αρπάξω.


Ο ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ / ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ, Μ' ΕΝΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ, ΜΟΥΣΙΚΗ Ή ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 11:45 μ.μ.

0


Γιάννη Σκαρίμπα, ο σταθμάρχης

__________



Κωνσταντίνου Καβάφη, Ελεγεία των λουλουδιών (αποκηρυγμένα)

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΟΥ, ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 11:45 μ.μ.

0


  
Όταν μιλάμε για το αρχαίο θέατρο, μας έρχεται στο νου αυτόματα κάτι απλησίαστα «υψηλό». Κάτι που απευθύνεται στους πολύ μορφωμένους, στους πολύ έξυπνους, στους πολύ σοβαρούς. Μέσα στην άδικη κοινωνία των διακρίσεων, που μας έχει κωδικοποιήσει έτσι ώστε να αισθανόμαστε βολικά, μόνον όταν είμαστε «συρταρωμένοι», η διάκριση αυτή αδικεί όχι μόνο τη λογική μας, αλλά και την αλήθεια. Αυτή η υπεράνθρωπη υψηλότητα, ουδέποτε χαρακτήρισε το αρχαίο θέατρο. Είναι κάτι ξένο προς τη λειτουργία του…Το «ποιόν» του δράματος έχει μέσα του τα στοιχεία της πλατιάς επικοινωνίας. Ο «Μύθος» ήταν δεδομένος και λαϊκότατος στην παραδοσιακή του λειτουργία. Το Κοινό αναγνώριζε το δικό του παραμύθι. Το «πλήθος» (ψυχογράφηση) αναφέρονταν σε προβλήματα «επικά» της φυγής του ανθρώπου, όπως σε κάθε λαϊκό θέατρο. Η μοίρα του τραγικού ήρωα είναι ένα ενδεχόμενο για κάθε άνθρωπο…Όσο κι αν ψάξουμε δεν θα βρούμε ούτε ένα νόημα, που να μη γίνεται κινητήριο της σκέψης και του πιο απλοϊκού και του πιο «αθώου» σε γνώση θεατή. Το περιεχόμενο των ιδεών του είναι καθαρά θυμοσοφικό και προϋποθέτει τη λαϊκή εμπειρία. Ο βαρκάρης ή ο βοσκός μπορεί να λειτουργήσουν καθαρά, καθαρότερα ίσως και πιο γνήσια, σε μια τραγωδία, γιατί όχι μόνο η άμεση, η γυμνή σκέψη, αλλά και η αμεσότητα του μύθου, τους είναι πράγματα πιο οικεία. Γι’ αυτό και το αρχαίο δράμα «συνεννοήθηκε» με το Κοινό του…Συνεπώς η «σύστασις των πραγμάτων» ενός έργου είχε σαν αιτία και σαν σκοπό το «θάμβος» του λαού που παρακολουθούσε…Η αρχαία πόλη ήταν συγκεντρωτική και αυτή τη μορφή είχε και το θέατρό της. Χωρίς θέατρο μια αρχαία ελληνική πόλη δεν θα μπορούσε να ονομαστεί πόλη. Τις δραματικές παραστάσεις παρακολουθούσαν τεράστια πλήθη λαού σε μέρες πανηγυριών. Κι από πανηγύρια άλλο τίποτα το αρχαίο ελληνικό έτος. Το θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα χωρούσε 15.000 θεατές και το μεταγενέστερο της Μεγαλόπολης πάνω από διπλάσιους. Στην Αθήνα, π.χ., θα ’βλεπε κανείς πολίτες ελεύθερους, πλούσιους και φτωχούς, μέτοικους, ξένους, δούλους, γυναίκες όλων των στρωμάτων, εταίρες και εφήβους. Τα πλήθη αυτά είχαν τις καθορισμένες κερκίδες τους, δεν υπήρχαν όμως ατομικές θέσεις… Πρέπει να υπολογίσουμε ότι στα Μεγάλα Διονύσια, αν εξαιρέσουμε τις παραστάσεις του διθυράμβου, ο τακτικός θεατής πρέπει μέσα σε τέσσερις ημέρες να έβλεπε δεκαπέντε ως δεκαεφτά έργα (τραγωδίες, σατυρικά δράματα, κωμωδίες). Αν πάλι υπολογίσουμε χοντρικά τον αριθμό των παραστάσεων στα Μικρά Διονύσια και στα Λήναια, απ’ ό,τι ξέρουμε τουλάχιστο, ένας τακτικός θεατής θα έβλεπε πάνω από τριάντα έργα το χρόνο στην Αθήνα, χωρίς να μετράμε στον αριθμό αυτό τις παραστάσεις των διθυράμβων και άλλες ποιητικές εκδηλώσεις, όπως τους μουσικούς αγώνες. Ομολογουμένως ο λαός της Αθήνας είχε πλούσια την άμεση και φυσική τροφή της ψυχής του.

Είναι γνωστό ότι οι παραστάσεις διαρκούσαν όλη την ημέρα. Ο κόσμος έπαιρνε τους δρόμους, πριν φέξει, για το θέατρο. Με την αυγή άρχιζε η παράσταση, μετά από τα προκαταρκτικά της λατρείας, την προσευχή του Ιερέα του Διονύσου, και τέλειωνε το απόγευμα. Πώς άντεχαν οι θεατές καθισμένοι τόσες ώρες στα ξύλινα ή- αργότερα – πέτρινα καθίσματα;…Κάτι πολύ άμεσο θα ’πρεπε να τους κράταγε καρφωμένους τόσες ώρες στη θέση τους. Και δεν θα πρέπει να ’ταν άλλη αμεσότητα, παρά η συμμετοχή στη «μίμηση πράξεως»…

Ο Αριστοτέλης γράφει ότι η αποτυχία μιας παράστασης θα μπορούσε να καταμετρηθεί από την ποσότητα της τροφής που καταναλισκόταν κατά τη διάρκειά της. Μια συνταρακτική παράσταση δεν θα ’φερνε το χέρι στο καλαθάκι με τα τρόφιμα ούτε το φλασκί με το κρασί στο στόμα. Αλλά οι εκδηλώσεις δεν σταματούσαν φυσικά μόνο στο φαΐ και στο πιοτό…Όταν άρεσε στους αρχαίους θεατές μια παράσταση χειροκροτούσαν και επευφημούσαν. Όταν δεν τους άρεσε, σφύριζαν, πετούσαν ελιές, σκόρδα, σύκα, ακόμα και πέτρες! Το κοινό μπορούσε να διακόπτει ένα έργο και να ζητάει την εκτέλεση του επόμενου ή να σταματάει μια ολόκληρη παράσταση…Δεν ανεχόταν λάθος στη γλώσσα ή στην έκφραση και εύκολα αποδοκίμαζε. Όμως η αντίδραση του Κοινού δεν έμενε μόνο στην υποκριτική. Προχωρούσε πιο βαθιά, στη «διάνοια» του κειμένου. Αντιδρούσε και στις ιδέες του ποιητή και μάλιστα πολλές φορές επικίνδυνα…Η ζωή του «ένθεου» Αισχύλου κινδύνευσε σοβαρά, όταν σ’ ένα έργο του φάνηκε ότι θίγει τα Ελευσίνια μυστήρια και, όταν ο Ευριπίδης σε τραγωδία του άφησε να εννοηθεί ότι η αισχρότητα μιας πράξης είναι θέμα υποκειμενικό, το Κοίλον σηκώθηκε στο πόδι εξαγριωμένο…. Εκείνο όμως που συγκρατούσε βασικά ένα τέτοιο δραστικό κοινό, τόσο πολυεδρικό στο πρίσμα της κοινωνικής του σύνθεσης, ήταν η αμεσότητα της επικοινωνίας με το έργο και ο βαθμός συμμετοχής του στη «μίμηση». Γι’ αυτό ο τραγικός ποιητής, που γνώριζε πολύ καλά αυτή την κρίσιμη ένταση της επικοινωνίας, φρόντιζε με το έργο του να μην υπερβαίνει τα όριά της…

Οι εκδηλώσεις του κοινού πρέπει να ήταν αποφασιστικό στοιχείο για την τελική κρίση των πέντε κριτών, που έδιναν τα βραβεία…Υπάρχουν έργα της αρχαιότητας, που τα θεωρούμε ανεπανάληπτα αριστουργήματα, και όμως δεν είχαν πάρει τα πρωτεία της εποχής τους…Πέρα όμως απ’ την οχλαγωγία δεν έλειπαν και οι περιπτώσεις ζαβολιάς ή και σκανδάλου. Ποιητές και υποκριτές και χορηγοί ακόμα κατηγορούνταν για «πληρωμένες» εκδηλώσεις…Οι ποιητές της κωμωδίας προσπαθούσαν να καλοπιάσουν το Κοινό πετώντας του λιχουδιές κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Και πάνω σ’ αυτά πρέπει να προστεθεί και ο πρωταγωνιστισμός, τόσο γνώριμος σε κάθε εποχή. Οι πρωταγωνιστές φαίνεται ότι απαιτούσαν από τον ποιητή να μεταβάλει σε ορισμένα σημεία το αρχικό του κείμενο, για να προβάλλονται περισσότερο οι υποκριτικές τους ικανότητες. Όλα αυτά θα σπρώξουν τον Πλάτωνα να χτυπήσει ανοιχτά αυτή την επικίνδυνη για το «ήθος» της πολιτείας «θεατροκρατία» της εποχής του.

Τάσος Λιγνάδης

ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ (ΠΑΡΑ)ΔΕΙΓΜΑΤΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 11:39 μ.μ.

0


ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

Το έτος 2007, παρακολούθησα την ταινία “mare adentro”, “η θάλασσα μέσα μου”, με θέμα την ευθανασία. Είχα πληροφορηθεί την προβολή λίγες μέρες νωρίτερα, και οι δυο συνιστώσες – θέμα και τίτλος – «ερέθισαν» τη σκέψη μου, με αποτέλεσμα τη γραφή ενός ομότιτλου και με το ίδιο θέμα, αδημοσίευτου ακόμα, ποιήματος.
Βλέποντας  κατόπιν την ποιητική αυτή ταινία, έμεινα έκπληκτος. Τα πλάνα, η φύση της υφής και της δομής, πολλές εικόνες, η εξέλιξη και η φιλοσοφία συμβάδιζαν σχεδόν απόλυτα με τα χαρακτηριστικά του ποιήματος, λες και είχε γεννηθεί προηγούμενα, στη διάρκεια των γυρισμάτων, κι ύστερα είχε ταξιδέψει μέσα μου. Ήταν μια αίσθηση ξεχωριστή.
Έτσι, αφιέρωσα το ποίημα στους συντελεστές Αλεξάντρο Αμενάμπαρ, Ματέιο Τζιλ, Χαβιέ Μπαρδέμ και Μπέλεν Ρουέντα, έχοντας, μετά απ’ αυτό, ταυτιστεί σχεδόν μαζί τους. Είχα σκεφτεί συχνά πως θ’ άξιζε τον κόπο να επικοινωνήσω για να τους το εγχειρήσω. Αυτό, μέχρι σήμερα, δυστυχώς δεν έγινε.
Η επικοινωνία όμως με τους άλλους δημιουργούς λειτουργεί και «αποκαθίσταται» κάποτε κι αλλιώς. Μέσα ίσως από μια κοινή ευαισθησία, πάνω στην ίδια σχεδία με την οποία αόρατα συνταξιδεύουμε.

Ο Χαβιέ Μπαρδέμ «εμφανίστηκε» πάλι μπροστά μου με την εκστρατεία «παστίλιες για τον πόνο του άλλου». Αυτές τις μικρές καραμελίτσες από μέλι και θυμάρι, με τις οποίες οι Γιατροί χωρίς σύνορα, προσπαθούν να απαλύνουν τον σωματικό, από την πλευρά τους, πόνο του άλλου. Η «επαφή» λειτούργησε με μια ιδέα που γεννήθηκε, όχι πλέον σχετική με την ευθανασία αλλά με το αντίθετό της, τηρουμένων των αναλογιών. Με τη διατήρηση, με κάθε μέσο, της ζωής και, όσο γίνεται, της αξιοπρέπειας των άλλων. Την ιδέα αυτή τη βάφτισα μ’ ένα όνομα. «ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ».

Από εδώ και πέρα τα πράγματα, και η πρόταση, είναι σαφή. Χρειάζεται μόνο ν’ αφήσουμε να ηχήσει μέσα μας ο γλυκός ήχος ενός σήμαντρου, για ν’ αρχίσει το κάλεσμα, και στη συνέχεια «ν’ ακουστεί» ένας  α ν θ ρ ώ π ι ν ο ς  όρθρος.

Προτείνω λοιπόν, με το παραπάνω όνομα, οι ποιητές, οι φορείς, τα ιδρύματα, οι τοπικές αυτοδιοικήσεις, οι σύλλογοι, το ίδιο το κοινό μέσα από ομάδες φίλων που συμφωνούν, να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν, σε κάθε χώρο, ποιητικές εκδηλώσεις κι άλλες ποιητικές ιδέες, αν γίνεται σε συνδυασμό με μουσική αλλά και χωρίς αυτήν, μέσα απ’ τις οποίες θα συγκεντρώσουν χρήματα, με ελεύθερη, ως προς το ύψος του ποσού (έστω κι από ένα ευρώ), συνεισφορά (λέτε και υλικά αγαθά;) που θα τα διαθέτουν, με κάθε ελεγχόμενη διαφάνεια και με όποιο τρόπο επιλέξουν, για τον πόνο των άλλων.

Πιστεύω πως οι ιδέες και οι συνεργασίες μπορούν να είναι πολύπλευρες, μιας και το ευγενές ανθρώπινο μυαλό μπορεί να είναι το ίδιο εφευρετικό, όπως κι ένα αρνητικά πολυμήχανο. Οι θετικοί αντίποδες πάντα μπορούν να κρατήσουν μιαν ισορροπία απέναντι στους αρνητικούς, αρκεί να ενεργοποιηθούν και να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Και η ισορροπία αυτή, με τη σειρά της, θα συντηρεί την ελπίδα.

Προσωπικά, θα μεταφέρω την πρόταση όπου αλλού μπορώ και θα βρίσκομαι στη διάθεση όποιου αποδέκτη και φορέα νομίσει πως ίσως με χρειαστεί. 

Γιώργος Τσακιράκης

_____

και στο Facebook, Γιώργος Τσακιράκης ΙΙ

________

ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
_____  



Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
ο πόνος να μη μου είναι αδιάφορος.
Ο στεγνός θάνατος να μη με βρει
άδειο και μόνο χωρίς να έχω κάνει αρκετά.

Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
το άδικο να μη μου είναι αδιάφορο.
Να μη μου χαστουκίσουν και το άλλο μάγουλο
μετά από μια δαγκάνα που γρατσούνισε την τύχη μου.

Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
ο πόλεμος να μη μου είναι αδιάφορος.
Είναι ένα μεγάλο θηρίο που πατάει βαριά
όλη τη φτωχή αθωότητα του κόσμου.

Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
η απάτη να μη μου είναι αδιάφορη.
Εάν ένας προδότης μπορεί περισσότερα από μερικούς
αυτοί οι μερικοί να μην το ξεχάσουν εύκολα.

Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
το μέλλον να μη είναι αδιάφορο.
Απελπισμένος είναι αυτός που πρέπει να φύγει,
να ζήσει σε έναν άλλο πολιτισμό.

Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
ο πόλεμος να μη μου είναι αδιάφορος.
Είναι ένα μεγάλο θηρίο που πατάει βαριά
όλη τη φτωχή αθωότητα του κόσμου

τραγούδι, Mercedes Sosa / Μερσέδες Σόσα

μετάφραση, Maria Rosario Lazcano (Μαρία Ροσάριο Λαθκάνο),  
για την ιστοσελίδα 

ΝΕΑ ΤΕΥΧΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 11:34 μ.μ.

0




Οδός Πανός, τεύχος 158, Ιανουάριος-Απρίλιος 2013

*


ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1856, Δεκέμβρης 2012

 *

Η Παρέμβαση, τεύχος 165, Χειμών 2012-2013

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΑΤΙΑΝΑΣ / Ο ΟΥΜΠΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑΣ, ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΣΤΙΧΟΙ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 11:30 μ.μ.

0





Το "Παραμύθι" της Λένας και της Τατιάνας, είναι και του Νίκου. Η Λένα Πλάτωνος, η Τατιάνα Κατερίνα Θωμαΐδη και ο Νίκος Γάλλος συνταξίδεψαν στο βίντεο και σας χαρίζουν το ταξίδι, τις επισημάνσεις και την ελπίδα διάσωσης. Αυτά είναι για σας, τα λίγο μεγαλύτερα αυτή τη φορά παιδιά, για να βοηθήσετε και την πόλη και τους ανθρώπους και τα μικρότερα. Ακούστε το πολλές φορές και σκεφτείτε...
_________



Ο ΟΥΜΠΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ή ΟΙ ΠΟΛΩΝΟΙ, του  Αλφρέδου Ζαρρύ (Alfred Jarry), 1873-1907, (αποσπάσματα)

Παρόλη τη μεγάλη, βαθιά και ποικίλη του μόρφωση ο Αλφρέδ Ζαρρύ υπήρξε πάντα ένα απλό, αγνό παιδί, ευχαριστημένο με όλα και με τον εαυτό του. Ο «Ουμπού βασιλιάς», το αριστούργημά του γράφτηκε σε ηλικία 15 χρονών. Λέτε να τον μιμηθείτε; Γιατί όχι..;

_____

Πράξη Δεύτερη

Σκηνή έκτη

Το παλάτι του βασιλιά

Μπάρμπα-Ουμπού, Κυρά-Ουμπού, Καπετάν Μπορντούρας

Μ.Ο.: Α, όχι! Εγώ δεν θέλω! Εσείς θέλετε να με καταστρέψετε γι’ αυτούς τους τιποτένιους.
Κ.Μ.: Μα επιτέλους, Μπάρμπα-Ουμπού, δεν καταλαβαίνεις πως μια κι έγινες βασιλιάς, ο λαός περιμένει κεράσματα;
Κ.Ο.: Αν δεν τους δώσεις κρέατα και χρυσάφι,
θα σε διώξουνε στο πι και φι.
Μ.Ο.: Κρέατα ναι, χρυσάφι ποτέ! Σφάχτε τρία γέρικα μουλάρια. Φτάνουν και περισσεύουν γι’ αυτά τα παλιοτόμαρα.
Κ.Ο.: Παλιοτόμαρο είσαι και φαίνεσαι, Μωρέ, πώς σ’ έφτιαξε έτσι η μάνα σου;
Μ.Ο.: Πάλι να στο πω; Εγώ θέλω να πλουτίσω. Δεκάρα δε μου ξεφεύγει εμένα.
Κ.Ο.: Αφού κρατάς στα χέρια σου όλους τους θησαυρούς της Πολωνίας,
Κ.Μ.: Βέβαια! Μέσα στην εκκλησιά είναι κρυμμένος ένας παραμυθένιος θησαυρός, θα τον μοιράσουμε στον κόσμο.
Μ.Ο.: Αν το κάμεις αυτό, κακομοίρη...!
Κ.Μ.: Μα, Μπάρμπα-Ουμπού, αν δεν τους δώσεις τίποτα, δεν θα πληρώσουνε τους φόρους.
Μ.Ο.: Στ’ αλήθεια;
Κ.Ο.: Ναι, ναι!
Μ.Ο.: Α, μα τότε όλα αλλάζουν. Μαζέψτε τρία εκατομμύρια, ψήστε εκατό πενήντα βόδια κι αρνιά, μια που θα ’χω κι εγώ το μερδικό μου.

(βγαίνουν)

Σκηνή έβδομη

Ο αυλόγυρος του παλατιού γεμάτος κόσμο

Ο Μπάρμπα-Ουμπού, με το στέμμα στο κεφάλι, Η Κυρά-Ουμπού, ο Καπετάν Μπορντούρας, Υπηρέτες φορτωμένοι με κρέατα

ΛΑΟΣ: Ο Βασιλιάς! ο Βασιλιάς! Ζήτω!
Μ.Ο. (σκορπίζοντας χρυσάφι): Να, πάρτε. Δεν είχα διόλου διάθεση να σας δώσω παράδες, μα, για να ξέρετε, είναι η Κυρά-Ουμπού που το θέλησε. Τουλάχιστο υποσχεθείτε μου πως θα καλοπλερώνετε τους φόρους.
ΛΑΟΣ: Ναι! Ναι!
Κ.Μ.: Για δες, Κυρά-Ουμπού, πώς σκοτώνονται για το χρυσάφι. Σωστή μάχη.
Κ.Ο.: Αλήθεια, είναι φοβερό! Πω-πώ! Κοιτάτε έναν που του ανοίξαν το κεφάλι.
Μ.Ο.: Τι ωραίο θέαμα! Φέρτε κι άλλες κασέλες με χρυσό.
Κ.Μ.: Πώς σας φαίνεται η ιδέα να τους βάλουμε να τρέξουν;
Μ.Ο.: Ωραία ιδέα. (Στον λαό.) Φίλοι μου, βλέπετε αυτή τη μαλαματένια κασέλα, έχει μέσα τρακόσες χιλιάδες φλουριά χρυσά, μονέδα πολωνέζικη, βενέτικο χρυσάφι. Όσοι θέλουν να τρέξουνε, ας πάνε στην άκρη της αυλής. Θα ξεκινήσετε σαν θ’ ανεμίσω το μαντήλι μου…

Τρίτη Πράξη

Σκηνή πρώτη

Το παλάτι

Μπάρμπα-Ουμπού, Κυρά-Ουμπού

Μ.Ο.: Να με βασιλιάς! Μα το καντήλι μου, στομάχιασα κιόλας. Και τώρα περιμένω να μου φέρουνε τη μεγάλη μου καπελαδούρα!
Κ.Ο.: Από τι είναι φτιαγμένη, Μπάρμπα-Ουμπού;
Γιατί καλά είναι νάναι κανένας βασιλιάς, μα πρέπει νάναι και οικονόμος.
Μ.Ο.: Κυρά μου, γυναικούλα μου, είναι φτιαγμένη από προβιά, κι έχει φιούμπα και λουριά από σκυλοπέτσι.
Κ.Ο.: Τι ωραία που θα είναι, μα ακόμα ωραιότερα που είμαστε βασιλιάδες…

Σκηνή δεύτερη

Η μεγάλη αίθουσα του παλατιού

Μπάρμπα-Ουμπού, Κυρά-Ουμπού, Αξιωματικοί και στρατιώτες, Ο Ζιρόν, ο Πιλ, ο Κότις, Ευγενείς αλυσοδεμένοι, Οικονομολόγοι, Δικαστές, Γραφιάδες

Μ.Ο.: Φέρτε την κάσα των ευγενών και το γάντζο των ευγενών και το δευτέρι των ευγενών. Ύστερα φέρτε μου και τους ευγενείς.
(Σπρώχνουν με βαναυσότητα τους ευγενείς.)
Κ.Ο.: Για όνομα του Θεού, βάλε νερό στο κρασί σου, Μπάρμπα-Ουμπού.
Μ.Ο.: Έχω την ευχαρίστηση να σας ανακοινώσω πως για να πλουτίσω το βασίλειο θα ξεκάνω τους ευγενείς και θα πάρω τις περιουσίες τους.
ΕΥΓΕΝΕΙΣ: Αίσχος! Λαέ, στρατέ, βοήθεια!
Μ.Ο.: Φέρτε τον πρώτον ευγενή και δώστε μου τον γάντζο. Όσοι καταδικαστούνε σε θάνατο θα τους ρίξω στο μπουντρούμι, θα πέσουνε στα υπόγεια της Γουρουνομαγκώστρας και της Χρηματοστραγκίστρας…Ποιος είσαι σύ, ηλίθιε;
ΕΥΓΕΝΗΣ: Κόμης του Βιτέμπσκ.
Μ.Ο.: Πόσα είναι τα εισοδήματά σου;
ΕΥΓΕΝΗΣ: Τρία εκατομμύρια τάλαρα.
Μ.Ο.: Στο μπουντρούμι: (Τον αρπάζει με τον γάντζο και τον ρίχνει μέσα στην καταπακτή.)
Κ.Ο.: Τι κτηνωδία!
(Ο Μπάρμπα-Ουμπού ρίχνει με τη σειρά όλους τους ευγενείς χωρίς εξαίρεση, ακόμα και τους κατεστραμμένους, γιατί δεν έχουν τίποτα να τους πάρει).
Κ.Ο.: Παραείσαι αιμοβόρος,  Μπάρμπα Ουμπού!
Μ.Ο.: Ε, πλουτίζω. Θέλω να μου διαβάσουν το κατάστιχο πούναι καταγραμμένο το έχει  μου. (Του το διαβάζουν.)…Πάρα κάτω.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Δεν έχει παρακάτω.
Μ.Ο.: Δεν έχει παρακάτω;…Κάνετε πιο γρήγορα, γιατί θα νομοθετήσω τώρα.
ΠΟΛΛΟΙ: Άντε να το δούμε κι αυτό.
Μ.Ο.: Πρώτα κι αρχή θα ξαναφτιάξω  το δίκαιον και ύστερα θα εξετάσουμε τα οικονομικά.
ΔΙΚΑΣΤΕΣ: Αρνούμεθα κάθε αλλαγή
Μ.Ο.: Σκρατά! Πρώτα κι αρχή, από δω και μπρος οι δικαστές δεν θα πληρώνονται.
ΔΙΚΑΣΤΕΣ: Μα πώς θα ζήσουμε; Είμαστε φτωχοί.
Μ.Ο.: Θάχετε τα προστίματα που θα βάζετε και τις περιουσίες όσων καταδικάζετε σε θάνατο.
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Αίσχος!
ΔΕΥΤΕΡΟΣ: Ατιμία!
ΤΡΙΤΟΣ: Σκάνδαλο!
ΤΕΤΑΡΤΟΣ: Κακοήθεια!
ΟΛΟΙ: Υπό τοιαύτας συνθήκας, αρνούμεθα να απονέμωμεν την δικαιοσύνην.
Μ.Ο.: Στο μπουντρούμι οι δικαστές!
(Προσπαθούν άσκοπα να γλυτώσουν.)
Κ.Ο.: Ε! Τι κάνεις Μπάρμπα-Ουμπού; Ποιος θα δικάζει τώρα            ;
Μ.Ο.: Ακούς εκεί! Εγώ. Θα δεις τι όμορφα που θα πάει το πράμα έτσι.
Κ.Ο.: Μάλιστα. Αυτό πια θάναι πρώτης!
Μ.Ο.: Άντε σώπαινε, πολυλογού! Και τώρα, κύριοι, ας δούμε τα οικονομικά.
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ: Δεν έχει να γίνει καμιά αλλαγή.
Μ.Ο.: Τι; Εγώ όλα θα τ’ αλλάξω. Πρώτα κι αρχή, οι μισοί από τους φόρους θάναι για μένα.
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ: Δεν στενοχωριέται καθόλου.
Μ.Ο.: Κύριοι, θα βάλουμε ένα φόρο δέκα τοις εκατό στην ιδιοχτησία, έναν άλλο στο εμπόριο και στη βιομηχανία, και ένα τρίτο στους γάμους, και ένα τέταρτο στους θανάτους, δεκαπέντε φράγκα ο καθένας.
ΠΡΩΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ: Μα είναι ανόητο, Μπάρμπα-Ουμπού.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ: Δεν είναι λογικό.
ΤΡΙΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ: Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα!
Μ.Ο.: Για κορόιδο με περνάτε! Στο μπουντρούμι οι οικονομολόγοι!
(Χώνουν τους οικονομολόγους.)
Κ.Ο.: Μα επί τέλους, Μπάρμπα-Ουμπού, τι είδους βασιλιάς είσαι συ, σκοτώνεις όλο τον κόσμο.
Μ.Ο.: Ε, σκρατά.
Κ.Ο.: Πάνε τα δικαστήρια! Πάνε τα οικονομικά!
Μ.Ο.: Μη φοβάσαι τίποτα, γλυκό μου παιδί, θα πάω εγώ χωριό χωριό, για να μαζέψω τους φόρους…
…………………………………………………………….......................................

 ______

Ο αχόρταγος όμως βασιλιάς Μπάρμπα-Ουμπού (ή Υμπύ, για άλλους) είχε κι άλλες περιπέτειες και σ' αυτό το έργο και στο επόμενο του Α. Ζαρρύ, που έχει τον τίτλο "Ο Μπάρμπα- Ουμπού κατάδικος". Δεν ξέρω για την καταδίκη. Αυτό όμως που ξέρω είναι πως δεν χρειαζόμαστε βασιλιάδες.