Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:46 μ.μ.

0

Η (δέκατη έκτη) ανανέωση ύλης της ιστοσελίδας ολοκληρώθηκε στις 30 Αυγούστου. Η επόμενη ανανέωση θα γίνει στις 30 Δεκέμβρη 2013.

Το συνολικό περιεχόμενο υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα που, στο σύνολό τους, ανήκουν στους δημιουργούς. Οι καταχωρήσεις ήταν και θα παραμείνουν πάντοτε απολύτως αφιλοκερδείς.

Ειδικοί κωδικοί πρόσθετης πνευματικής κατοχύρωσης: RE12833120GR και RE12833121GR. 

Ηθική σημείωση: Η εμφάνιση της επισκεψιμότητας ανατέθηκε αποκλειστικά στη google, δεδομένου ότι τα στατιστικά της είναι απολύτως πιο έγκυρα και δεν επιδέχονται αλλοίωση. Θα επιθυμούσα μόνο το κείμενο που προηγείται του αριθμού επισκεψιμότητας (ως προς το μέγεθος των γραμμάτων) , καθώς και το μέγεθος των αριθμών να είναι πολύ μικρότερα, αλλά αυτό το ρυθμίζει,  χωρίς δυνατότητα παρέμβασης, η ίδια η google.

ΙΣΘΜΟΣ, ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ/ΩΔΗ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ, ΦΑΙΔΡΟΣ ΜΠΑΡΛΑΣ/Ω, ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:25 μ.μ.

0

Σταύρος Σταμπόγλης

Ισθμός

Περνάς ανάμεσα από καλημέρες
Και ύστερα κανένα εμπόδιο με την ακριβή του έννοια
Τώρα μπορείς να διαπεράσεις την κατάφορτη
Πορτοκαλιά και τις χαραμάδες του φοίνικα
Μπορείς να εισχωρήσεις στη μασχάλη της κιτρέας
Δέντρο έμπλεο από άνθη και καρπούς στα μέσα του Γενάρη
Σαν έρωτας αιλουροειδών με το χιονιά
στ' αχαμνά του να φλέγεται

Ύστερα διασχίζεις αναμνήσεις με άτια, άμαξες και παιδιά
Κι αμέσως γδέρνεσαι μια ιδέα στο καμπαναριό
Ενόχληση ελάσσονος σημασίας εμπρός στον ορίζοντα
Φτάνεις επιτέλους στη θάλασσα
Κατευθείαν για Διαπόριους νήσους και ό,τι ήθελε προκύψει
Τι να σ' εμποδίσει, τα Διυλιστήρια Κορίνθου, οι διαπλεύσεις
ή μήπως οι δέσμες των αυτοκινητοδρόμων

Αν και το μέλλον μάλλον είναι δικό τους,
πρόκειται για ασήμαντους εισοδιστές στο αιδοίο
του αρχιπελάγους προσώρας
Έτσι κι αλλιώς ο Σαρωνικός δείχνει
πως έχει τη θέληση να πνιγεί τελευταίος

*

Φαίδρος Μπαρλάς

Ωδή του Σεπτεμβρίου

Αυτός ο μήνας πώς την σκάβει την ψυχή.
πώς η αξίνα
χτυπάει αναπάντεχα τις ρίζες,
με το κρυμμένο, πεντακάθαρο νερό.

Δεν είναι σαν την Άνοιξη ο καιρός,
αυτός, ο δροσερά συννεφιασμένος.
αυτός ζητάει πάντα πιο πολλά
και τέτοια που δεν ξέρει να ονομάσει.

Και τούτη η γλύκα μες στο αίμα σαν χυμός
από κατάμαυρο βατόμουρο, σαν πάρει
να σκοτεινιάζει ή άμα βρέξει ξαφνικά.

Πρόσωπα βιαστικά μες τη βροχή,
πολύ πιο έντονα, βαθύτερα από πάντα,
πρόσωπα μες από το θαύμα της βροχής.

Στην παραζάλη του νερού ανακατώνεται
μες στο παρόν όλο βουή το παρελθόν.

Άκου όταν τελειώσει αυτή η βροχή,
μπορείς κατάματα στ' αστέρια να καπνίσεις
την πίπα απ' το παλιό τριανταφυλλόξυλο.

Ή πάλι να χαθείς μεσ' στην πλατεία,
μες στη ζεστή εγκαρδιότητα που έχουν
το πλήθος που βουίζει ο ψίθυρός του,
τα μαγαζιά που ετοιμάζονται να κλείσουν
κι αυτά τα φώτα που δεν στέγνωσαν ακόμη.

*

Γιώργος Σαραντάρης

Ω, Περιστέρι της ψυχής...

Ω, περιστέρι της ψυχής πήγαινε στο καλό
πήγαινε τώρα με το μελτέμι
και φίλησέ μου όσα μαργαριτάρια συναντήσεις
αν δε με βλέπεις μη φοβάσαι θα γιορτάζω μαζί σου
στο ταξίδι μας θα σηκώσουμε τα νερά της θάλασσας
να ευλογήσουν ό,τι αγαπήσαμε
και ό,τι δεν ξεχνάμε πια.
Η θάλασσα θρυματίστηκε σε αναρίθμητα κρύσταλλα
τα μαζέψαμε και καβάλα στον άνεμο ταξιδεύουμε
τα ρίχνουμε όπου βλέπουμε γυναίκες να δέρνονται
τότε ξαναγίνονται οι θάλασσες
και άφθαστη αθωότητα τις διακρίνει
τότε εμείς οι άντρες πετάμε ψηλότερα στον ουρανό
για να χορταίνουμε από μακρυά το φέγγος
ενώ οι γυναίκες αιώνια αφηγούνται στα μωρά
τη γέννηση των θαλασσών.

Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:25 μ.μ.

0


Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ, Σάμος 1922-1987                               

"ΕΝ ΠΑΤΜΩ"

Ουχί και το λέγειν έργον εστί και το ποιείν 
εκ του λόγου γίγνεται; Εμοί δε, εικότως, 
πρόκειται βιούν μεν κατά τον λόγον και νοείν
τα σημαινόμενα.

Κλήμης ο Αλεξανδρεύς

*

Είχα πάντοτε την αίσθηση πως αυτό το ποίημα παίζεται
πάνω σε μια χορδή τεντωμένη ανάμεσα στο απείρως μικρό και
το απείρως μέγα κι ότι η χορδή αυτή ξέφυγε από τη λύρα του πολύ
μεγάλου ανάμεσα στους ποιητές, του Ανδρέα Κάλβου. Έτσι
μου δόθηκε μια ελευθερία λόγου και ήχων ώστε να δύναμαι,
ψαύοντας ουράνια μεγαλεία, να ψιθυρίζω και να μένω ταπεινός.
Συγχρόνως έπρεπε να μάθω την ακοή ν' ακούει και την όραση
να βλέπει. Κι έπρεπε ακόμα το κενό που μου άφηναν τέτοιου είδους
προσπάθειες, αλλά και το κλείσιμο αυτού του ποιήματος, να το
γεμίζω άστρα και δοξολογίες. Σκέφτομαι μήπως αυτό το κενό
και στη μια και στην άλλη περίπτωση είναι η εσωτερική βίωση
του απείρου τόπου και του αιώνιου χρόνου, δύο έννοιες που
είναι τόσο μακριά μας όσο και πολύ κοντά μας, ώστε να μας
τρομάζουν, να μας εκμηδενίζουν και να μας συνιστούν μαζί.

Να κάτι που δεν το είχα υπολογίσει: τα ποιήματα αυτά είναι
μικρές κατά διαλείμματα σιωπές, που ανάμεσά τους παρεμβάλλονται περίοδοι στοχασμών και άσκησης. Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω πως με τον καιρό, χωρίς να 'χει φθαρεί, το πάτμιο βίωμα μέσα μου μεταχωρεί από επίπεδο σε επίπεδο κι από βάθος σε βάθος σε μια κατάσταση ανυπαρξίας και οδυνηρής ύπαρξης μαζί, σιωπής και μαζί απόλυτου λόγου, που δεν είναι ούτε μέσον ούτε έκφραση, αλλά συστατικό "ομοούσιον" του ποιητικά γίγνεσθαι και υπάρχειν.

Μιλούμε για κινδύνους, ιδού ένας κίνδυνος: το άνθος του λόγου στη διαρκή του προέκταση απογυμνώνεται σε μίσχο που τρέμει μέσα στο αχανές και νοσταλγεί την προϊστορική του αφετηρία, τον άλλο συντελεστή του, τον ποιητή.

Δ.Π. Παπαδίτσας

*

"Εν Πάτμω", VII

Καθώς τα χρόνια επέστρεφαν
Στα λειβάδια της ρέμβης
Φως από χόρτο ανέβαινε
Κι από τα βήματα
Φθόγγοι γλυκείς εγέμιζαν τον αέρα
Ω η σαγήνη τους

Καθαρό κι άσπρο ανάλαφρο
Πουλί από φως, ανέβηκες
Με μιας το τραγούδι σου
Το τίναγμά σου χτύπησε
Του στήθους το σήμαντρο
Κι αντήχησε ο χρησμός
Των θρήνων

Κι όταν το χέρι άπληστο
Κλείδωνε με τη σήψη του
Το φλύαρο στόμα
Στο ξαφνιασμένο απόβροχο
Ουράνιο τόξο φάνηκες
Της ερημιάς να ενώσεις
Την Πάτμο με το άφωνο

*

"Εν Πάτμω", Χ

Ήταν η οργή που κραύγαζε
Κι ανέβαινε η πραότης
Απέραντη απ' το στήθος

Μέσα της ο μεγάλος
Μίσχος μονήρης έτρεμε
Κι ανύπαρκτος ευώδιαζε
Τα ουράνια

Τ' ανύπαρχτα, που θεία
Και βροντερά σκοτείνιαζαν
Χρώματα αιθρίας

Ποιος ανακράζει μόνος
Χωρίς ο ουρανός
Να περάσει το σώμα του
Άγνωστος

Και ποιος δεν έγινε άνεμος
Στον άνεμο, ποιο δέντρο
Στο δάσος; ως δι' εσόπτρου
Βλέπουμε να διαβαίνει
Ο τρέμων μίσχος

Πάτμος, 1963
*

"Αχερουσία ή ένας μονόλογος του Μένιππου"

ΙΙ (απόσπασμα)

Εσύ τριαντάρη αδελφοκτόνε κάτω απ' τη σελήνη
Κι εσύ ξεκουτιάρη φιλάργυρε Πολύστρατε
Υιέ του ανοιχτοχέρη αγγειοπλάστη που έπινε από ερημιάς
κανάτια
Κι εσύ εξηντάρη που έκανες λειψανοθήκη σου τη δεκαοχτά-
χρονη Μυρτάλη
Καθάρματα τοκογλύφοι μαστρωποί απ' τα πέρατα του κό-
σμου
Που φαγοπότι σας ήταν οι πόλεμοι
Μη μου σκεπάζετε κι εδώ το φεγγάρι
Και τις νυχτοπερπάτητες νεράιδες μου

Μιλήστε τι έχετε να πείτε

Και συ Τερψίων που τριάντα χρόνια
Κάθε πρωί πηδούσαν απ' τα μάτια σου τσακάλια
και κατασπάραζαν τους γείτονες
Ώσπου ένα βράδυ ο Σθένελος
Πήδηξε απ' τα φουστάνια της θηβαίας ζητιάνας
και σου 'ρθε η σαϊτιά στο σηκώτι

Μίλησε τι έχεις να πεις

Κι εσύ Ευρυκλέα που νάρκωνες τα πλήθη
Μ' αφιόνια δημοκρατικά επί δέκα χρόνια
Κι εκείνη η νάρκη πότιζε της τυραννίας το θάμνο
Κι έγινε δέντρο.
..........................................
Χαρμίδη μυρίζεις ακόμα σβησμένο ερωτικό λυχνάρι
Οιωνοσκοπίες απ' τη Φιγάλεια
Και γαϊδουρίλα που μας ήρθε απ' τη Σιδώνα
μαζί με φίλτρα ερωτικά

Γέλασε Χαρμίδη
..........................................
Πώς Χαρμίδη την έπαθες και κανείς δε στο 'πε
Ότι ήσουν σκουριασμένο σπαθί σε θηκάρι ολόχρυσο
Δώρο τάχα του Ήφαιστου στην πόλη;

Εμένα δε με ξεγελάς
αγύρτη με τις περικνημίδες και την πανοπλία
Και με λίγη σωκρατική ενδοσκόπηση
Που πλήρωνες τους μάντεις για ένα καλό οιωνό

Μίλησε τώρα τι έχεις να πεις
..............................................
_____

κάποτε, μιαν αυγή, στην Πάτμο ένιωσα κι εγώ
"τα κεραύνεια ορύγματα της ησυχίας".

Γιώργος Σεφέρης
(σε γράμμα, 14/2/64)

ΟΙΝΟΝ ΕΠΑΙΝΩ, ΚΛΑΣΙΚΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:25 μ.μ.

0


ΟΙΝΟΝ ΕΠΑΙΝΩ

ΟΜΗΡΟΣ, 8ος αι. π.Χ.

Ή ΣΦΩΙΝ ΠΡΩΤΟΝ ΜΕΝ ΕΠΙΠΡΟΪΗΛΕ ΤΡΑΠΕΖΑΝ
ΚΑΛΗΝ ΚΥΑΝΟΠΕΖΑΝ  ΕΎΞΟΟΝ, ΑΥΤΑΡ ΑΠ' ΑΥΤΗΣ
ΧΑΛΚΕΙΟΝ ΚΑΝΕΟΝ, ΕΠΙ ΔΕ ΚΡΟΜΥΟΝ ΠΟΤΩ ΟΨΟΝ,
ΗΔΈ ΜΕΛΙ ΧΛΩΡΟΝ, ΠΑΡΑ Δ' ΑΛΦΙΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΑΚΤΗΝ,
ΠΑΡ ΔΕ ΔΕΠΑΣ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ, Ό ΟΙΚΟΘΕΝ ΗΓ Ο ΓΕΡΑΙΟΣ,
ΧΡΥΣΕΙΟΙΣ ΗΛΟΙΣΙ ΠΕΠΑΡΜΕΝΟΝ. ΟΥΑΤΑ  Δ ΑΥΤΟΥ
ΤΕΣΣΑΡ ΕΣΑΝ, ΔΟΙΑΙ ΔΕ ΠΕΛΕΙΑΔΕΣ ΑΜΦΙΣ ΕΚΑΣΤΟΝ
ΧΡΥΣΕΙΑΙ ΝΕΜΕΘΟΝΤΟ, ΔΥΩ Δ ΥΠΟ ΠΥΘΜΕΝΕΣ ΗΣΑΝ.
ΑΛΛΟΣ ΜΕΝ ΜΟΓΕΩΝ ΑΠΟΚΙΝΗΣΑΣΚΕ ΤΡΑΠΕΖΗΣ
ΠΛΕΙΟΝ ΕΟΝ, ΝΕΣΤΩΡ Δ Ο ΓΕΡΩΝ ΑΜΟΓΗΤΙ ΑΕΙΡΕΝ.
ΕΝ ΤΩΙ ΡΑ ΣΦΙ ΚΥΚΗΣΕ ΓΥΝΗ ΕΪΚΥΙΑ ΘΕΗΙΣΙΝ
ΟΙΝΩΙ ΠΡΑΜΝΕΙΩΙ, ΕΠΙ Δ ΑΙΓΕΙΟΝ ΚΝΗ ΤΥΡΟΝ
ΚΝΗΣΤΙ ΧΑΛΚΕΙΗΙ, ΕΠΙ Δ ΑΛΦΙΤΑ ΛΕΥΚΑ ΠΑΛΥΝΕ,
ΠΙΝΕΜΕΝΑΙ ΔΕ ΚΕΛΕΥΣΕΝ, ΕΠΕΙ Ρ ΩΠΛΙΣΣΕ ΚΥΚΕΙΩ.


Αυτή μπροστά τους γαλαζόποδο, πανώριο, τορνεμένο
τραπέζι πρώτα τώρα απίθωσε, κι απάνω του ακουμπούσε
κανίστρι χάλκινο, και μέσα του κρομμύδι για προσφάγι,
να πίνουν, μέλι ακόμα ολόξανθο και κρίθινο άγιο αλεύρι,
στερνά την ώρια κούπα, ο γέροντας που'χε απ' την Πύλο φέρει,
την πλουμισμένη με χρυσόκαρφα, και τέσσερα τη ζώναν
αφτιά. Σε κάθε αφτί δερβόδεξα χρυσά βοσκολογούσαν
δυο περιστέρια, κι από κάτω της διπλοί βρισκόνταν πάτοι.
Γεμάτη αν ήταν, άλλος δύσκολα να την κουνήσει μπόρειε,
μα ο γέρο Νέστορας ανέκοπα την έφερνε στα χείλια.
Εκεί συγκέρασε η θεόμορφη γυναίκα τότε πρώτα
κρασί απ' την Πράμνο, ξύνει μέσα του με τη χαλκένια ξύστρα
τυρί γιδίσιο, και πασπάλισε κριθάλευρο από πάνω.
και το πιοτό σαν αποτέλειωσε, τους κάλεσε να πιούνε.

Ιλιάδα, Λ 628-641

μετάφραση, Ν. Καζαντζάκης - Ι.Θ. Κακριδής

*

ΗΣΙΟΔΟΣ ΑΣΚΡΑΙΟΣ, 8ος/7ος αι. π.Χ.

ΗΜΟΣ ΔΕ ΣΚΟΛΥΜΟΣ Τ ΑΝΘΕΙ ΚΑΙ ΗΧΕΤΑ ΤΕΤΤΙΞ
ΔΕΝΔΡΕΩΙ ΕΦΕΖΟΜΕΝΟΣ ΛΙΓΥΡΗΝ ΚΑΤΑΧΕΥΕΤ ΑΟΙΔΗΝ
ΠΥΚΝΟΝ ΥΠΟ ΠΤΕΡΥΓΩΝ, ΘΕΡΕΟΣ ΚΑΜΑΤΩΔΕΟΣ ΩΡΗΙ,
ΤΗΜΟΣ ΠΙΟΤΑΤΑΙ Τ ΑΙΓΕΣ, ΚΑΙ ΟΙΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ,
ΜΑΧΛΟΤΑΤΑΙ ΔΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΑΦΑΥΡΟΤΑΤΟΙ ΔΕ ΤΟΙ ΑΝΔΡΕΣ
ΕΙΣΙΝ, ΕΠΕΙ ΚΕΦΑΛΗΝ ΚΑΙ ΓΟΥΝΑΤΑ ΣΕΙΡΙΟΣ ΑΖΕΙ,
ΑΥΑΛΕΟΣ ΔΕ ΤΕ ΧΡΩΣ ΥΠΟ ΚΑΥΜΑΤΟΣ. ΑΛΛΑ ΤΟΤ ΗΔΗ
ΕΙΗ ΠΕΤΡΑΙΗ ΤΕ ΣΚΙΗ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΝΟΣ ΟΙΝΟΣ
ΜΑΖΑ Τ ΑΜΟΛΓΑΙΗ ΓΑΛΑ Τ ΑΙΓΩΝ ΣΒΕΝΝΥΜΕΝΑΩΝ
ΚΑΙ ΒΟΟΣ ΥΛΟΦΑΓΟΙΟ ΚΡΕΑΣ ΜΗ ΠΩ ΤΕΤΟΚΥΙΗΣ
ΠΡΩΤΟΓΟΝΩΝ Τ ΕΡΙΦΩΝ. ΕΠΙ Δ ΑΙΘΟΠΑ ΠΙΝΕΜΕΝ ΟΙΝΟΝ,
ΕΝ ΣΚΙΗΙ ΕΖΟΜΕΝΟΝ, ΚΕΚΟΡΗΜΕΝΟΝ ΗΤΟΡ ΕΔΩΔΗΣ,
ΑΝΤΙΟΝ ΑΚΡΑΕΟΣ ΖΕΦΥΡΟΥ ΤΡΕΨΑΝΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ.
ΚΡΗΝΗΣ Δ ΑΕΝΑΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΥΤΟΥ Η Τ ΑΘΟΛΩΤΟΣ
ΤΡΙΣ ΥΔΑΤΟΣ ΠΡΟΧΕΕΙΝ, ΤΟ ΔΕ ΤΕΤΡΑΤΟΝ ΙΕΜΕΝ ΟΙΝΟΥ.


Όταν ανοίγει το άνθος του γαϊδουράγκαθου και το οξύφωνο

τζιτζίκι καθισμένο στο δεντρί κάτω από τα φτερά του τετερίζει
το τραγούδι που σου παίρνει τ' αφτιά, ναι ήρθε το κουραστικό
καλοκαιράκι. Τετράπαχες οι αίγες, στην πιο καλή του ώρα το κρασί,
φλογίζονται από τους πόθους οι γυναίκες, οι άντρες όμως
αποχαυνωμένοι, γιατί το άστρο Σείριος τα πόδια και την κεφαλή
αποξηραίνει, ξηρό το δέρμα από τα κυνικά καύματα. Τότε αξίζουν
του βράχου η σκιά και το κρασί της Βίβλου, ο τραχανάς
και των αιγών το γάλα, που έχουνε ξεκόψει τα μικρά τους,
κι ακόμη κρέας από αγελαδίτσα που δεν έχει ακόμα γεννήσει
και από πρώιμο ερίφιον. Και να πίνεις κοκκινωπό κρασί
καθισμένος στη σκιά, χορτάτος - ο δροσερός Ζέφυρος
στο πρόσωπό σου να φυσά. Να η σωστή αναλογία: τρία μέρη
νερού από πηγή που αναβλύζει αθόλωτος από τα έγκατα
της γης και ένα μέρος οίνου.

Έργα και Ημέραι, 582-596

μετάφραση, Μ.Ζ. Κοπιδάκης
 __________

- Ο Νέστωρ, ο Μαθουσάλας της Ιλιάδας, μεταφέρει τον πληγωμένο Μαχάονα, τον γιατρό του στρατοπέδου, από το πεδίο της μάχης στη σκηνή του. Εκεί η ωραία και συνετή Εκαμήδη ετοιμάζει...τις πρώτες βοήθειες: εκλεκτό προσφάγι (κρεμμύδι, μέλι, ψωμί) και κρασί πράμνειο. Ο Μαχάων λησμονεί το τραύμα του, αλλά και ο ποιητής λησμονεί προς το παρόν τη μάχη που μαίνεται, γιατί θέλει να περιγράψει το ποτήρι του Νέστορα, που είναι πράγματι θαύμα ιδέσθαι. Για το αμφικύπελλον δέπας του Νέστορα ο Ασκληπιάδης από την Μύρλεια είχε γράψει ολόκληρο βιβλίο.
Ο Ερρίκος Σλήμαν βρήκε στις Μυκήνες ένα κύπελλο από ατόφιο χρυσάφι, παρόμοιο μ' αυτό που περιγράφει ο Όμηρος. Το κύπελλο αυτό είναι σήμερα γνωστό ως "κύπελλο του Νέστορος". Επίσης, κατά τις ανασκαφές στην Πύλο, την πόλη δηλαδή του Νέστορα, ήρθε στο φως η βασιλική κάβα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ειδικών η χωρητικότητα των πίθων ήταν 6.000 λίτρα.

- Ο Ησίοδος, ο ποιητής των ξωμάχων και της φτωχολογιάς, ζωγραφίζει μια ειδυλλιακή σκηνή του αγροτικού βίου. Ο σκόλυμος (αγκάβανος ή γαϊδουράγκαθο) ανθοφορεί, ο τζίτζικας αμέριμνος τραγουδά, αλλά την αρμονία της φύσης διαταράσσει η ασυμφωνία των δύο φύλων, ως προς τις ερωτικές ορέξεις. Το άρρεν, παρατηρεί και ο Αριστοτέλης ("Περί τα ζώα ιστορίαι"), ρέπει προς τα αφροδίσια κατά τη διάρκεια του χειμώνα, το θήλυ κατά τη διάρκεια του θέρους.
Οι αρχαίοι δεν απέφευγαν  την οινοποσία ακόμα και όταν το άστρο Σείριος, ο κύων τ' ουρανού, έστελνε φλογώδη τα κυνικά του καύματα. Μάλιστα, ένας χρησμός του Μαντείου των Δελφών συνιστά: "Είκοσι μέρες πριν από την ανατολή του Κύναστρου και είκοσι μετά μέσα στο ισκιερό σου σπίτι να έχεις τον Διόνυσο".

_____

σχολιασμός, Μ.Ζ. Κοπιδάκης

ΜΠΡΟΥΣ ΝΤΑΟΥΕ, ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ, ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ...ΠΟΙΗΤΙΚΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:24 μ.μ.

0

 
BRUCE DAWE1930-, Αυστραλία

Εγκαταλείποντας παλιά αυτοκίνητα

"Μας πληροφορούν ότι ο αριθμός παλιών αυτοκινήτων που εγκαταλείπονται στους δρόμους της πόλεως απασχολεί σοβαρά το Δημοτικό Συμβούλιο" (Μικρές ειδήσεις)

Υπάρχει κάτι σ' αυτού του είδους τη ζαβολιά
Που με τραβάει αφάνταστα - ο οδηγός
να σταματάει σε κάποιο δρόμο περαστικό
Να μανουβράρει μαστορικά για παρκάρισμα
κι αφού τραβήξει το χειρόφρενο να βγαίνει κλείνοντας
Την πόρτα για τελευταία φορά
Με σοβαρή τρυφερότητα...
Αντίς για τη συνηθισμένη στάση άνανδρης
Υποταγής στην ψυχρή εκτίμηση του εμπόρου
Για τον οποίο μια σακαράκα σημαίνει απλώς ανταλλακτικά
(Καλά ή άχρηστα), υπάρχει σ' αυτήν την
Επιφανειακά αδιάφορη απομάκρυνση απ' το παρατημένο αυτοκίνητο
(Και ποιος το ξέρει αν δεν ξαναγυρίσει;)
Ένα μεγαλείο χειρονομίας, η ικανοποίηση κάποιου αισθήματος
Ανδρισμού σε περιστάσεις όπου συνήθως
Άνθρωποι στενομούρηδες σηκώνουν παντοτινά το καπό
Κατσουφιάζοντας, κλωτσάνε τα λάστιχα περιφρονητικά,
Βρίσκουν διαρροές στο ψυγείο και σου προσφέρουν τελικά
Κάτι μηδαμηνό, ένα τίποτα.
Είναι του αστικού Άραβος ο "Αποχαιρετισμός στο Άτι του"
ως και το τελευταίο τρυφερό χτύπημα
Στους πισινούς προφυλακτήρες προτού ξεκινήσει
Ν' Ανοίξει δρομάκι με τους ώμους του μες στ' αδιάφορα πλήθη,
Απελευθερωμένος τη στιγμή της απωλείας του (η μόνη σωστή δοκιμή)
Με μοναχά τις πινακίδες που παίρνει μαζί του
Στη νέα ζωή να λένε καθαρά
Σα μια οποιαδήποτε συστατική επιστολή,
"Ιδού ένας άνθρωπος με δυνατό της ευπρεπείας το αίσθημα".

*

Ζητείται φάντασμα: νεαρής ηλικίας, πρόθυμο

Κύριε,
Σχετικά με την ανακοίνωσή σας της 7μης τρεχ.
Επιθυμώ να υποβάλω αίτηση για τη θέση που
Πίστη ή Αμοιβαία Αγάπη δημιούργησε στο προσωπικό σας.
Ιδού τα προσόντα μου: τουτέστιν,
Δώδεκα χρόνια σε διάφορα γυμνά οικήματα
Που τρόχισαν μιαν αναμφίβολα φυσική μου μελαγχολία
Σε τέτοιο σημείο αιχμηρότητας που μόνο ελάχιστος χρόνο
Της χρειάζεται για προσαρμογή στις επιμέρους
Ιδιοσυγκρατικές σωληνώσεις κι αποσαθρωμένες σκάλες...

Ίσως θα 'πρεπε ν' αναφέρω εδώ
Πως σ' αυτό το διάστημα απέκτησα εκείνο τ' αναγκαίο
Αίσθημα της παροδικότητας, που δίχως του
Κανένα επίδοξο φάντασμα δε γίνεται να προκόψει,
Έχοντασς σπουδάσει γι' αυτό το σκοπό, σε διάφορα σπίτια,
Προσχώσεις από είδη του παρελθόντος
(Καρφίτσες μαλλιών, άδεια μπουκάλια αρωμάτων και, γραμμένους
Στους τοίχους με μολύβι, αριθμούς τηλεφώνων αποσυνδεμένους
από καιρό)
Και φιλώντας ικτερικούς καθρέφτες με κρύα χείλη  χωρίς ν' αφίνω
(Όπως συμβαίνει με τους νεκρούς) ίχνος θαμπώματος.

Επιπροσθέτως, πρέπει να πω πως στο πεδίο
Της πρακτικής εμπειρίας έφαγα
Χίλια γεύματα σε λαμπρά μιγόστικτα εστιατόρια,
Μοιράστηκα τη μπουκιά του πάθους μου μ' ένα πλήθος
Απλανοβλέμματους θαμώνες, εκεί που το μόνο πράγμα με ουσία
Είναι ο λογαριασμός,
Και τραβηγμένος από την τυφλή χρωμιακή καλοκαγαθία
Των κινηματογραφικών φουαγέ, είδα τ' αντίγραφά μου ταλαντευόμενα
Να ζουν τις άβαθες ζωές τους, καθώς χλευάζανε τα φάσματά τους
Οι εραστές απ' τον αληθινό κόσμο των καθισμάτων.

Τελειώνοντας σας βεβαιώνω πως αν πετύχει αυτή μου η αίτηση
Θα με βρείτε ικανοποιητικότατο σε οποιαδήποτε θέση
με διορίσετε έχοντες φυσικά υπόψη σας πως
Όντας εκ φύσεως ακόμα απλός μαθητευόμενος, μόνον εσείς,
Θάνατε, θα με κάνετε τεχνίτη.

*
Ο Bruce Dawe γεννήθηκε στη Βικτώρια. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο δούλεψε εργάτης σε φάρμες και εργοστάσια, έκανε τον κηπουρό και τον ταχυδρόμο. Παρουσιάστηκε το 1962 σαν μια νέα, λαμπρή φωνή στην ποίηση, και επέδρασε σημαντικά στους ποιητές της γενιάς του '60. Τα κύρια ποιητικά του έργα είναι "Χωρίς μόνιμη διεύθυνση", "Οφθαλμόν αντί οδόντος", "Πέρα απ' τα προάστια κ.ά.
_____

Μετάφραση, Δημήτρης Τσαλουμάς 

ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΩΝ ΘΥΓΑΤΕΡΩΝ ΤΟΥ ΑΛΒΙΟΝΑ, ΟΥΙΛΙΑΜ ΜΠΛΕΗΚ, ΟΨΕΙΣ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:23 μ.μ.

0


 
ΟΥΙΛΙΑΜ ΜΠΛΕΗΚ, Λονδίνο 1757- 1827, περίοδος ρομαντισμού               

"ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΩΝ ΘΥΓΑΤΕΡΩΝ ΤΟΥ ΑΛΒΙΟΝΑ" (αποσπάσματα)

Υπόθεση

Τον Θιοτόρμονα αγαπούσα
και δεν ένιωθα ντροπή καμιά,
μόν' έτρεμα, παρθένα, μες σε φόβους
κι εκρύφτηκα στης Λεύθας το λαγκάδι.

Έκοψα της Λεύθας το λουλούδι
κι απ' το λαγκάδι εβγήκα,
αλλά αστροπελέκια τρομερά εσχίσαν
το παρθένο πέπλο μου στα δυο.

Οράματα

Κι ήταν οι κόρες του Αλβιόνα σκλαβωμένες και δακρύζαν.
Κι ετρέμαν τα βουνά τους απ' τον θρήνο, κι απ' τους κάμπους
ανεβαίναν στεναγμοί
Και πηαίναν πέρα, κατά την άλλη ήπειρο,
αντίκρα κατά της Αμερικής τη γη.
Τι η απαλή ψυχή τους, η Ωθούν,
πλανιότανε θλιμμένη μέσα στης Λεύθας την κοιλάδα
λουλούδια αναζητώντας για παρηγοριά.

Κι έτσι εστάθη μπρός στο λαμπερό χρυσάνθεμο
κι αναρωτήθηκε, το χέρι διστάζοντας ν' απλώσει,
μην κι ήταν κάποια νύμφη.
"Τη μια σε βλέπω ανθό, την άλλη, πάλι, νύμφη.
Κι απ' το δροσερό σου στρώμα να σε κόψω δεν βαστώ".
Μα η νεράιδα η χρυσή έτσι της αποκρίθη:
"Τον ανθό μου πάρε τρυφερή Ωθούν, και μη φοβάσαι.
Στη θέση του άλλος βλαστός θε να βλαστήσει,
τι η ψυχή της γλυκιάς χαράς δεν μπορεί ποτέ να μαραθεί".
Κι η Ωθούν επήρε τότε το λουλούδι, λέγοντας τούτα τ' αθώα λόγια:
"Απ' τη δροσερή σου γη σε κόβω, άνθος μου γλυκό,
κι εδώ σε βάζω ανάμεσα στα στήθη μου να λάμπεις
κι έτσι τώρα γυρνώ το πρόσωπό μου σ' αυτό που όλη η
ψυχή μου αποζητά".
Κι αμέσως πάνω απ' τα κύματα επέταξε
με φτερωμένη, ευκίνητη, θριαμβική ευφορία,
και μ' ανυπόμονη ορμή κατά του Θιοτόρμονα ετράβηξε
τη χώρα.

Μα ο Βρωμίονας με τ' αστροπελέκια του βροντώντας
την εγκρέμισε,
και στη θυελλώδη κλίνη του έριξε την κόρη,
που με γοερές κραυγές πιο δυνατές κι απ' τις βροντές,
σφαδάζει.

Και τότε ο Βρωμίονας είπε: "Κοιτάχτε,
αυτή την πόρνη εδώ
πάνω στου Βρωμίονα την κλίνη!
Και τώρα ας μαζωχτούνε της ζήλειας τα δελφίνια να
παιχνιδίσουν γύρω απ' τ' όμορφο κορμί της κόρης!
Οι απαλοί σου κάμποι της Αμερικής είναι δικοί μου, δικός
μου κι ο βοράς κι ο νότος σου!
Σημαδεμένα απ' τη σφραγίδα μου τα μελαψά τέκνα του ήλιου!
Είναι υπάκουα, δεν αντιστέκονται, υποτάσσονται στο φόβο,
κι οι θυγατέρες τους λατρεύουν τρόμους
και τον βίαιο υπακούν.
Τώρα μπορείς να παντρευτείς την πόρνη του Βρωμίονα!
Και ν' αναθρέψεις το παιδί της μάνητάς του
που η Ωθούν θα φέρει
σ' εννιά φεγγάρια".
.......................................................
Η Ωθούν όμως δεν δακρύζει. Δεν μπορεί να κλάψει.
Τα δάκρυα έχουν στεγνώσει, κλεισμένα βαθιά μέσα τις κόχες.
Αλλά μπορεί να ουρλιάζει, να ουρλιάζει
δίχως σταματημό συσπώντας τ' απαλά, χιονάτα μέλη της.
"Σας καλώ με ιερή κραυγή! Βασιλιάδες του αέρα σκίστε
αυτό το μιασμένο στήθος, για να μπορέσω
την εικόνα του Θιοτόρμονα να καθρεφτίσω
πάνω στον αγνό και διάφανο μαστό μου".

Στο κάλεσμά της οι αετοί ορμούν
και κατασκίζουν μανιασμένα τη ματωμένη λεία τους.
Ο Θιοτόρμονας χαμογελά πικρά.
Κι εκείνη το χαμόγελό του καθρεφτίζει,
ίδια η αγνή πηγή, σαν ύστερα απ' το θόλωμα που φέρανε
τα πόδια των θηρίων,
γίνεται πάλι καθαρή και σου χαμογελάει.

Οι θυγατέρες του Αλβιόνα τους γόους της ακούνε
κι αντιλαλούν τους στεναγμούς της.
"Τι κάθεται ο καλός μου ο Θιοτόρμονας κλαίοντας
στο κατώφλι,
ενώ η Ωθούν στο πλάι του γυροφέρνει
και μάταια τον παρακινεί;"
Φωνάζω: Σήκω ορθός Θιοτόρμονα!
τι το σκυλί του ζευγολάτη αλυχτά στο χάραμα της μέρας,
τ' αηδόνι το θρήνο του έχει πάψει,
ο κότσυφας ανάμεσα στα στάχυα φτερουγίζει,
κι ο αετός γυρνά από της νύχτας το κυνήγι.
Και τώρα υψώνει το χρυσό του ράμφος προς την καθάρια
ανατολή, τινάζοντας
από τ' αθάνατα ακρόφτερα τη σκόνη.
 
(Ο Μπλέηκ εμφανίζεται να πιστεύει πως κατά ένα μεγάλο μέρος η σκληρότητα του ηθικού νόμου απορρέει από το γεγονός πως προϋποθέτει μια καθολικότητα και αξιώνει να είναι οικουμενικός: αγνοεί την ύπαρξη της προσωπικής ιδιοσυγκρασίας και των ατομικών ιδιαιτεροτήτων και θεσπίζει ένα κοινό πλαίσιο συμπεριφοράς και για το λιοντάρι και για το βόδι).
*

 "Αυτός που μπορεί και δεσμεύεται ΔΕΝ είναι Ιδιοφυής. Ο Ιδιοφυής δεν δεσμεύεται από τίποτα. Μπορεί να γίνει προσβλητικός ή εξοργιστικός...", Ο.Μ.

"Εκείνος που δεν φαντάζεται με εντονότερα και καλύτερα σχήματα, και με εντονότερο και καλύτερο φως απ' ό,τι με τα τρωτά και θνητά του μάτια, δεν φαντάζεται τίποτα απολύτως", Ο.Μ.

"Το ζήτημα της Αγγλίας, δεν είναι κατά πόσο κάποιος άνθρωπος έχει ταλέντο ή ιδιοφυϊα, αλλά κατά πόσο είναι ένας ενάρετος γάιδαρος και δουλικός προς τις απόψεις των Ευγενών περί Τέχνης και Επιστήμης. Αν είναι τέτοιος, τότε είναι καλός άνθρωπος. Αν δεν είναι, τότε πρέπει να πεθάνει της πείνας", Ο.Μ.

Όπως ήταν επόμενο, ξεσήκωσε την εχθρότητα της άρχουσας τάξης, που, αν δεν κατάφερε πράγματι να τον κάνει να πεινάσει, πάντως έφτασε πολύ κοντά στο σκοπό της.

Ο Μπλέηκ ήταν εξοστρακιστέος. Γιατί ενώ οι καλλιτέχνες της εποχής ήταν αναπαραστατικοί, ανθηροί και προσποιητοί, η τέχνη του Μπλέηκ ήταν αφαιρετική, ιδεαλιστική και πνευματική.

Ακόμα και για κείνους που ήταν υποχρεωμένοι να αρκεστούν σε μια μερική μόνο κατανόηση των έργων του Μπλέηκ, η μυθολογία του αναδίνει την αίσθηση μιας καίριας και ορμητικής αλήθειας, σαν τα κομμάτια μιας απέραντης κι απόκρυφης συναρμολογούμενης εικόνας, και, έτσι, παρόλο που γελοιοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του, και παρόλο που ο κώδικας της σκέψης του παραμένει ανεξιχνίαστος, τα προφητικά του έργα διαβάζονται ακόμα- όχι βέβαια σε ευρεία κλίμακα- σχεδόν από κάθε Βρετανό που διερευνά τα σύνορα της λογοτεχνικής του κληρονομιάς, ή που ψηλαφεί τις απώτατες κόχες του μυαλού του. Σ' αυτούς τους ανθρώπους ο Μπλέηκ λειτουργεί σαν σύμμαχος και οδηγός, καθώς είναι ο μοναδικός μεταναγεννησιακός ποιητής μ' ένα όραμα που προχωράει πέρα από το πεδίο της κοινωνικοπολιτικής συγκυρίας και το κυρίασρχο ρεύμα της πολιτιστικής κληρονομιάς, αγγίζοντας τη ρίζα της ανθρώπινης γνώσης σε χρόνους προϊστορικούς.

Ο Μπλέηκ  υποστήριξε ανοιχτά τις Αμερικανικές αποικίες στον αγώνα τους για την ανεξαρτησία (φαίνεται αυτό κι απ' τα παραπάνω όχι και τόσο δυσερμήνευτα αποσπάσματα, Γ.Τ.), παρουσιάζοντας μάλιστα το βασιλιά της Αγγλίας, το Γεώργιο Γ', να κλονίζεται και να τρέμει μπροστά στο λαμπρό θέαμα της απελευθέρωσης της Αμερικής. Για να δείξει την ταύτισή του με τους Γάλλους επαναστάτες περιδιάβαινε το Λονδίνο με τον κόκκινο σκυθικό σκούφο της δημοκρατίας. Κι ήταν ένας σφοδρός κι ανυποχώρητος επικριτής της Εκκλησίας καθώς και εκείνων που υπαγόρευαν  κι επέβαλαν τους κανόνες της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Roger Norman

μετάφραση, Μίλτος Φραγκόπουλος

__________

- Η Ούθουν, η "τρυφερή ψυχή της Αμερικής", συμβολίζει την "αγνή ψυχή" που αναζητά τη χαρά και που σ' αυτήν την αναζήτησή της ξεπερνά τα όρια της συμβατικής ηθικής.
- Το συμβολικό κόψιμο του λουλουδιού υποδηλώνει πως η Λεύθα αποτελεί το σύμβολο των σωματικών απολαύσεων και των παρορμήσεων των αισθήσεων που αυτές καθαυτές είναι εντελώς αγνές και μπορούν να γίνουν αιτία ατίμωσης μόνο όταν εκφράζονται με τρόπο κρυφό και με ντροπή, ή όταν κρύβονται πίσω απ' τις χλιαρές συναινέσεις και τους συμβιβασμούς της τρέχουσας ηθικής.
- Ο Βρωμίονας παραβιάζει το νόμο, αλλά χρησιμοποιεί το φόβο που αυτός προκαλεί, για να διατηρήσει τη δύναμή του.


Βαγγέλης Αθανασόπουλος