ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:29 μ.μ.

0





- Α: Όλο και περισσότερο ξεμακραίνεις από 
        τους ζωντανούς. γρήγορα θα σε σβήσουν 
        από τους καταλόγους τους!

- Β:  Μόνο μ' αυτό το μέσον έχεις κι εσύ το
προνόμιο των νεκρών.

- Γ: Ποιο προνόμιο;

- Δ: Να μην πεθάνεις πια!

Φρειδερίκος Νίτσε

  *

Μίλτος Σαχτούρης, 1919-2005

Η συννεφιά

            (στον Θάνο)


Αυτός ο αράπης πλάι στην αστραφτερή γυναίκα
έχει μια καρδιά τόσο πονετική
όσο δεν έχουν οι λευκοί με τα εβένινα παπούτσια
περνούν
γελάνε
χαιρετούν
κι ο φίλος γύρισε από την Ελβετία τόσο ταπεινός
τόσο θλιμμένος για τους γυμνούς στα κεραμίδια
κι όμως δεν υπάρχει ούτε ένα γλύκισμα της προκοπής
υπάρχουν όμως άπειρες γλυκές γυναίκες
μόνο που κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο
που όσο πάει και μαυρίζει
κι ο κόσμος ξέχασε τ' αδιάβροχα και τις ομπρέλες του
το σύννεφο σηκώνει το μαύρο δάχτυλό του
- Δεν είμαστε για σας 
  ταπεινοί
φωνάζουν οι γλυκές γυναίκες
πού θα κρυφτείτε πλανόδιοι πουλητές;
μασώντας στο στόμα σας μαστίχα
ή μια βλαστήμια
όλοι κοιτάζουν έκπληχτοι
στους δρόμους των τοίχων κρεμασμένους
πίνακες ζωγραφικής
χρώματα χτυπητά κόκκινο και πράσινο
κι η βροχή αργεί να 'ρθει
κι η χαρά αργεί να 'ρθει
όλοι κρατιούνται από τα χέρια με γλυκές ματιές
όμως το ξέρουν πως έπεσε κιόλας

ο πρώτος κεραυνός.

*

Ο σωτήρας

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ' ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μια χαραμάδα φως
δίχως μια αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ' το βούρκο πάλι και τ' άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά

Ξέχασαν τα δικά μου  σ ά ρ κ ι ν α  χέρια πού κοπήκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

*

Ο εφιάλτης

Τ' όνομά της ήταν  Α κ τ ή  και Κ υ ρ ι α κ ή. Είχε μαύρα 
μάτια μαύρα μαλλιά μαύρα φορέματα μαύρα μεσοφόρια κι 
ένα άλογο κατάμαυρο. Όμως τη λέγαν  Α κ τ ή  και Κ υ ρ ι α -
κ ή. Το σπίτι της ήταν σ' ένα νησί κι ήταν γεμάτο πιστόλια
πορφύρες σημαίες άστρα  στα δίχτυα πολυβόλα σκάφανδρα
αγκίστρια κιβώτια με όνειρα, κιβώτια με σφαίρες νησιώτικες
φορεσιές λάμπες γυαλιά χρωματιστά κι ένα παλιό σκου-
ριασμένο κανόνι. Σα βράδιαζε στο παράθυρο άναβε ένα φα-
νάρι. Άναβε-έσβηνε άναβε-έσβηνε κι αμέσως μια έρημη 
βάρκα άραζε πλάι στη σιδερένια πόρτα του σπιτιού κι ένας
-ένας πέντε άντρες γλιστρούσαν μέσα στο σπίτι. Σε λίγο από 
ένα κρυφό πορτόνι σκεπασμένο από τ' αθάνατα ο Πρώτος
άντρας έβγαινε νεκρός. Ο Δεύτερος με το πρόσωπο γεμάτο 
αίματα κρατώντας ένα πεντάμορφο βρέφος σφιχτά στην αγ-
καλιά του. Ο Τρίτος κι αυτός γεμάτος αίματα κρατώντας 
ένα αυτόματο σφιχτά στην αγκαλιά του. Ο Τέταρτος σερνά-
μενος τυλιγμένος από την κορφή ως τα νύχια σ' ένα βαρύ 
σκούρο πράσινο ύφασμα. Ο Πέμπτος κι αυτός νεκρός. Ό-
μως η πιο εξαίσια νεκρή ήταν η κοπέλα μέσα στο κάτασπρό
της φόρεμα κατάχαμα ξαπλωμένη στη μέση του δωματίου
πλάι στο σκοτωμένο μαύρο άλογό της πλημμυρισμένη κι αυ-
τή στο αίμα τα χέρια σταυρωτά ψηλά στο στήθος και μ' ένα
χαμόγελο και μ' ένα πράσινο κλωνί στο στόμα ενώ οι πέντε
γερμανοί αδύναμοι μπροστά της χαιρετιούνταν σε στάση
προσοχής.**

**Το τι δηλοί ο ποιητικός μύθος είναι σαφές. Μία εστία αντιστάσεως εξαρθρώνεται κατά τη διάρκεια της κατοχής, με αποτέλεσμα τον πλήρη εξανδραποδισμό των μελών της. Η "Ακτή και Κυριακή" συμβολίζει την κορύφωση και το αυθεντικό νόημα του αγώνα, ενώ οι πέντε Γερμανοί αναλαμβάνουν διπλό ρόλο: του εκτελεστή και του εκτελεσμένου. Είναι ακόμη φανερό ότι η θυσία έχει ηθική-αισθητική αξία. Ο θάνατος εξομοιώνεται με το Ωραίο όταν εκφράζει την ελευθερία του δικαίου.

_____

Υπερρεαλισμός και παράλογο: αυτές είναι οι κύριες ειδολογικές συντεταγμένες επί τη βάσει των οποίων πολιτογραφήθηκε - και καθιερώθηκε - στη νεώτερη ελληνική ποίηση ο Μίλτος Σαχτούρης, καταλαμβάνοντας μια μάλλον τυπική θέση δίπλα στους υπόλοιπους ομοτράπεζους της γενιάς του. Και λέω "τυπική θέση" όχι μόνο διότι το έργο του απέχει παρασάγγας από το δικό τους (άλλωστε και οι ίδιοι πολύ λίγο μοιάζουν μεταξύ τους) αλλά και επειδή ο τρόπος γενικά με τον οποίο αφομοιώνει τόσο την ευρωπαϊκή όσο και την επιτόπια υπερρεαλιστική παράδοση είναι - για να χρησιμοποιήσω ένα οξύμωρο προκειμένου περί υπερρεαλισμού και υπερρεαλιστών  σχήμα - ανορθόδοξος.  Όπως ανορθόδοξες είναι και οι σχέσεις του Σαχτούρη με το παράλογο. Και στις δύο περιπτώσεις το είδος παραμένει  στο επίπεδο της πρόφασης. Ο ποιητής εκμεταλλεύεται  τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του για να αναχθεί σε ένα εσωτερικό, καθαρά προσωπικό σύστημα - και σύμπαν - που υπογείως (και πάντως χωρίς να προδίδει εύκολα τα στοιχεία της καταγωγής του) επικοινωνεί με ένα άλλο, ισχυρότερο από την άποψη του εγγεγραμμένου αποτελέσματος, ρεύμα.

Ο Σαχτούρης ανακατασκευάζει εν συνόλω την καθημερινή εμπειρία: Δεν την διαλύει ούτε την μεταμφιέζει. Δυνάμει μιας φαντασίας που ο Κόλεριτζ θα ονόμαζε γενετική, την κάνει δυσπρόσιτη, ορισμένες φορές δυσνόητη και, κάποτε, παρανοϊκή. Η ποιητική του εδράζεται σε τρία δεδομένα: αμφισβήτηση του έλλογου, έκπτωση της φύσης, αποσύνδεση θεού και ποιητή. Ο ποιητής για τον Σαχτούρη μπορεί να είναι όλο κι όλο "άγιος και τρελός" και ο θεός έχει από καιρό πεθάνει: και δεν έχει καμιά σχέση με το όραμα της εξέγερσης που έθρεψε για μεγάλο διάστημα τους συγγραφείς του παραλόγου. Αποποιείται ευγενικά τόσο το αρνητικό όσο και το θετικό σκέλος του προγράμματος με το οποίο τους χρέωσε ο Μάρτιν Έσσλιν: δεν σατυρίζει τον ανέντιμο κόσμο που τον περιβάλλει και δεν μας παροτρύνει - έμμεσα ή άμεσα - να προκρίνουμε μιά - οποιαδήποτε - στάση που να δικαιολογεί την ύπαρξή μας. Πάνω απ' όλα τον ενδιαφέρει να δείξει - φαινόμενα, εικόνες, πράγματα. Ξέρει ότι αυτά που δείχνει εφάπτονται με το παράλογο (ας μη ξεχνάμε ότι ο Κάφκα διατρέχει είτε ως σύμβολο είτε ως ποιητικός ήρωας αρκετές σελίδες των βιβλίων του ), δεν μπαίνει, ωστόσο, ποτέ και με τα δύο πόδια στην άνυδρη για την ιδιοσυγκρασία του περιοχή του. Προτιμά την περιφέρεια: ένα φλερτ εξ αποστάσεως που θα τον απαλλάξει από ανοικονόμητες συμβάσεις και περιττές υποχρεώσεις. Ασφαλώς οι οφειλές του Σαχτούρη στον υπερρεαλισμό είναι περισσότερες και μεγαλύτερες από τα χρεωστούμενα στο παράλογο...Η διπλοτυπία της μεταφοράς (ο αδρός χαρακτήρας της εικόνας και ο αναδιπλασιασμένος κόσμος της γλώσσας) οδηγεί το Σαχτούρη σε μια γόνιμη συνομιλία με την παράδοση του εξπρεσιονισμού.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

*

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ποιητική δημιουργία με εξαιρετικά κλειστή νομοτέλεια και δομή που έκοψε και τελετουργικά τις γέφυρες με τη θεσμοθετημένη σύμβαση των ανθρώπινων σχέσεων. Είναι πραγματικά ένας ποιητής θεληματικά αταξίδευτος. Πιο πολύ ένας ποιητής του κλειστού χώρου, ακόμη πιο πολύ  ε κ ε ί  μοναχικός. Τον Σαχτούρη το ρεύμα των περιστάσεων τον τοποθέτησε στις συντεταγμένες του ιδιωτικού χώρου και της ατομικής περιπέτειας. Και άρα το ρεύμα της εποχής δεν τον σήκωσε δεν αφέθηκε να τον σηκώσει - στην επιφάνεια και τη φορά του κυκλώνα της αλλά μοιάζει  σα να τον περιόρισε πιο πολύ στην περιοχή και την αυτοανάλυση του προσωπικού του μικρόκοσμου. Ο Σαχτούρης τονίστηκε καταχρηστικά πως είναι ποιητής υπαρξιακής αγωνίας και υπερρεαλιστικής γραφής. Έτσι, μ' αυτή τη δασκαλίστικη  διάζευξη. Και οι δύο ισχυρισμοί χρειάζονται ριζική επανεξέταση: γιατί ο υπερτονισμός τους αυτός έγινε και για να αποκλειστεί ακριβώς ο άλλος συντελεστής, του κοινωνικού προβληματισμού και των ιστορικών προσδιορισμών στην ποίησή του.

Ο Σαχτούρης βγαίνει και δε βγαίνει απ' τη ζύμωση. Η στάση του δεν είναι ούτε υπέρβαση ούτε ταύτιση με τη γύρω πραγματικότητα. Υποχωρεί απλώς κάτω από την πίεση του υλικού βάρους και την επιθετικότητά της. Όχι προς την αφηρημένη του ύπαρξη, όπου κατά το παράδειγμα των υπαρξιακών της γενιάς του, θα "περιπτωσιολογήσει" ή θα φιλοσοφήσει. Και μάλιστα μέσα από ένα πανόραμα μύθων και ιδεών της αέναης Ιστορίας, όπως εκείνοι.
Υποχωρεί προς την προσωπική μοίρα και την ψυχολογική φωλιά του, που είναι το στίγμα του ατομικού χώρου και του στενού του περιβάλλοντος. Είναι τα παρατηρητήριά του. Απ' όπου, αυτός ο αμέτοχος αλλά διόλου αναχωρητής, ούτε στιγμή δε στρέφει τα νώτα και δε χάνει απ' τη θέα του την αγωνία και τον αγώνα του δρόμου. Παρά, συσπειρωμένος εκεί, με τα μάτια διεσταλμένα και τη γενική του αίσθηση εκτεταμένη - μ' αυτήν δουλεύει η ποίηση του Σαχτούρη - παγιδεύει, εικόνα την εικόνα, το κατακρεούργημα της εποχής. Οικογενειακά, κοινωνικά και τώρα υπαρξιακά άστεγος καθώς έμεινε, ο δρόμος και η εποχή είναι, θαρρείς, ο μόνος ομφάλιος λώρος που συγκρατεί την ύπαρξη και τροφοδοτεί την ποίησή του.

Γιάννης Δάλλας