ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ, ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 8:57 μ.μ.

0

 

 

Βυζάντιος Δημήτριος Κ. Χ.

Η Βαβυλωνία, 1836 (απόσπασμα)

*


Η ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ


ή


Η ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΥΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑ


ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ


ΚΩΜΩΔΙΑ


ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΕΝΤΕ


ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΙΝΩΣΚΟΝΤΑΣ.

Εἶναι μὲν ἀστεῖον, ἀλλὰ καὶ λυπηρὸν ἐξ ἐναντίας τὸ νὰ βλέπῃ τὶς εἰς μίαν συναστροφὴν διαφόρων Ἑλλήνων, οἷον· Χίων, Κρητῶν, Ἀλβανῶν, Βυζαντίων, Ἀνατολιτῶν, Ἑπτανησίων, καὶ λοιπῶν, ὡς ἐκ τῆς διαφθορᾶς, εἰς ἣν ὑπέπεσεν ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἀπὸ ἀρχαιοτέρας ἐποχὰς, ἐξαιρέτως δὲ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ' ἥν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ὑπεδουλώθη ὑπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν Δυναστείαν, ἄλλον μὲν νὰ μιγνύῃ λέξεις Τουρκικὰς, ἄλλον Ἰταλικὰς, ἄλλον δὲ Ἀλβανικὰς, καὶ ἄλλον διεφθαρμένας. Καὶ εἰς τὴν αὐτὴν συναναστροφὴν ὅλοι Ἕλληνες ὄντες, νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐννοῶσιν ὁ εἷς τὸν ἄλλον χωρὶς τῆς ἀνάγκης μεταφράσεως, ἢ ἐξηγήσεως τῶν προφερομένων ἆφ' ἕνα ἕκαστον λέξεων, ὥστε ἡ συναναστροφὴ ἐκείνη νὰ καταντᾷ Βαβυλωνία.
Τὴν λυπηρὰν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξετραχηλίσθη ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, μὴ θελήσας νὰ ἐκτραγωδήσω, ἐθέμην σκοπὸν νὰ κωμῳδήσω, ὥστε διὰ τῆς ἀστειότητος μᾶλλον νὰ καταρτισθῶσιν οἱ κακῶς προφέροντες τὴν Ἑλληνικὴν Γλῶσσαν, καὶ νὰ προτραπῶσιν εἰς τὴν κατὰ τόπους σύστασιν σχολείων πρὸς ἐκπαίδευσιν τῆς Νεολαίας των.
Δὲν ἀποβλέπω πρὸς ἐμπαιγμὸν τῶν εἰς τὴν σκηνὴν παρουσιαζομένων προσώπων, ἀλλ' ὡς εἶπον, πρὸς καταρτισμὸν, καὶ τὴν διὰ τὴν διάδοσιν τῆς παιδείας προτροπήν.
Διὰ νὰ μὴ ὑποληφθῶ δὲ ὡς ἐπιθυμῶν νὰ ὁμιλῆται ἡ παλιὰ Ἑλληνικὴ μὲ τὸν Σχολαστικὸν τρόπον (ὡς συνειθίζουν τινὲς τῶν λογίων μας), ὥστε νὰ μὴ ἐννοῆται τελείως, ἕνεκα τούτου παρεισῆξα εἰς τὴν σκηνὴν καὶ τὸν Σχολαστικὸν Λογιώτατον, διὰ νὰ ἀποδείξω πόσης ἀηδείας πρόξενος εἶναι καὶ ὁ τρόπος τῆς Σχολαστικῆς διαλεκτικῆς μεταξὺ τῆς καθομιλουμένης ὁμιλούμενος, πολὺ δὲ μᾶλλον εἰς συναναστροφὰς ἀνθρώπων μὴ ἐχόντων τὰ φῶτα τῆς παιδείας, καθότι ἀπὸ τῶν τοιούτων παρεξηγουμένη ἐπάγει γέλωτα.
Δὲν εἰσῆξα πολλὰ γένη Ἑλλήνων εἰς τὴν σκηνὴν, περιορισθεὶς εἰς μόνα αὐτὰ, μετὰ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνονται ὅσα μὲν μιγνύουν τὴν Τουρκικὴν, ἰδίως μὲ τὸν Ἀνατολίτην· ὅσα τὴν Ἰταλικὴν καὶ τὰς ἄλλας Εὐρωπαϊκὰς διαλέκτους, μὲ τον Ἑπταννήσιον· ὅσα τὴν Ἀλβανικὴν, μὲ τὸν Ἀλβανὸν· καὶ ὅσα τὰς διεφθαρμένας ἄλλας λέξεις, μὲ τοὺς λοιποὺς, (καθότι εἰς πολλὰ μέρη τῆς Τουρκίας πολλῶν ἡ ὁμιλίας δὲν διαφέρει ἀπὸ ἐκείνην τῶν Ἀνατολιτῶν).
Ἡ ἀνάγνωσις τῆς Κωμῳδίας αὐτῆς ἔχει τὴν κομψότητα, ὅταν τὴν προφέρουν μὲ τὸν τρόπον τῶν παρουσιαζομένων εἰς τὴν σκηνὴν προσώπων.
Τὴν Κωμῳδίαν ταύτην ἐξέδωκα τὸ 1836 ἔτος· ἀλλ' ἐπειδὴ εἶδον ὅτι εὐχαρίστησε τὸ κοινὸν, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν τὴν παρέστησαν εἰς θεατρικὰς παραστάσεις, καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ τὴν ἀποκτήσουν πρὸς διασκέδασιν, ἐπεχείρησα νὰ ἐκδώσω τὸ δεύτερον ἤδη αὐτὴν, παραλλάξας καὶ μεταθέσας τὰς μὲν σκηνὰς εἰς τὸ εὐκολώτερον διὰ τὰς θεατρικὰς παραστάσεις, προσθαφαιρέσας δὲ καὶ πολλά χάριν ἀστεϊσμοῦ, συγγράψας δὲ διὰ στίχων τὴν τετάρτην πρᾶξιν αὐτῆς, ὡς ἐν εἴδει παρεισοδίου πρὸς περισσοτέραν κομψότητα.
Παρακαλῶ τοὺς ἀναγινώσκοντες νὰ μοὶ χορηγήσωσι συγγνώμην (ὄχι κατηγορίαν), διὰ τὰς ἐλλείψεις της, ὑπισχνούμενος νὰ τοὺς εὐχαριστήσω καὶ μὲ ἄλλας ἀκολούθως ἐκδοθησομένας Κωμῳδίας.


Ὁ Συγγραφεὺς
 

Δ. Κ. ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ.

*

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ.



ΑΝΑΤΟΛΙΤΗΣ.
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΟΣ.
ΧΙΟΣ.
ΚΡΗΣ.
ΑΛΒΑΝΟΣ.
ΚΥΠΡΙΟΣ.
ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ.
ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ ΧΙΟΣ.
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΣ.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ.
ΚΑΝΕΛΛΑ, ἐρωμένη τοῦ Κρητός.
ΓΑΡΟΥΦΩ γραῖα τροφὸς τῆς Κανέλλας.
ΙΑΤΡΟΣ ΑΜΑΘΗΣ.

Ἡ Σκηνὴ ἐν Ναυπλίω.


ΠΡΑΞΙΣ Α΄.


ΣΚΗΝΗ Α΄.


 

(Ξενοδοχεῖον ὅπου εἰσέρχονται οἱ ἐν τῇ σκηνῇ)


 

Ἀνατολίτης, καὶ ὁ Ξενοδόχος.

Ἀνατ. (καθ' ἑαυτὸν). Λοκάντα, λοκάντα λέανε, ἄκουγα, ἄμμα τί πρᾶγμα εἶναι ντὲν ἤξερα… πρώτη βολὰ γλέπω - ἐντῶ πέρα οὕλα ἀλὰ φράγκα εἶναι ψιλολογιὰ κομμένα, - ὗ!!! σουφράδες, τζανάκια, τζομλέκια, ποτήργια! οὕλα σειρὰ σειρὰ εἶναι δουζδισμένα -, ἇμμα φαγιὰ, τίποτα - τζιμπούκια, ὄχι - καφφὲ μαφφὲ, ὄχι - γιατάκι τίποτα - μαξιλάρια φιλὰν φαλὰν, δὲν ἔχει - ἀμὲ σὰ μετύσῃ κανένας ποῦ τὰ ἰξαπλωτῆ γιὰ; - ἄϊδε μπακαλούμ - τώρα πγιὰ μπῆκα ποῦ μπῆκα - ἀρτὶκ ντροπῆς εἶναι νὰ γυρίσω πίσου - γένηκε τὸ γένηκε - κανένα δὲ γλέπω - ποιόνα νὰ φωνάξω γιὰ; (φωνάζει)· ἔϊ - Λοκάντατζη!! - ἔ Λοκάντατζη - ἔϊ ὕστερα; κανένας δὲν ἀκούγει - ν' ἄμπῃ καὶ κανένας νὰ ἰκλέψῃ οὕλα αὐτὰ, κανένας δὲ γλέπει - (φωνάζει) ἔϊ Λοκάντατζη - λαιμός μου ἰξεσκίστηκε ἄδαμ!
Ξεν. Καλὲ σεῖς! ποιὸς μιλλᾷ μέσα; ἔν ἀκούτενε; ἴντα θέτενε νὰ σᾶς χαρῶ;
Ἀνατ. Ἄδαμ! τρεῖς ὥραις εἶναι φωνάζω, φωνάζω, κανένας ντὲν ἀκούγει..
Ξεν. Κι' ἴντα θέτενε;
Ἀνατ. Ἐντῶ πέρα τὶ εἶναι;
Ξεν. Λοκάντα.
Ἀνατ. Ἔϊ! ἐντῶ πέρα ἀπ' οὕλα εἶναι, ἀμμὰ φαγιὰ ντὲ γλέπω· τὶ τρῶνε ἐντῶ γιά;
Ξεν. Εἶστεν κι' ἄλλη βολὰ φερμένος ἄματις σὲ λοκάντα;
Ἀνατ. Ὄχι.
Ξεν. Δίκι ὄχετεν ἄματις - κι' ἔ γλέπετεν τὴ λίστα;
Ἀνατ. Τὶ τὰ πῆ λίστα;
Ξεν. (τῷ δίδει τὸν κατάλογον τῶν φαγητῶν) ὁρίστε. Ἐδῶ ναι γραμμένα τὰ φαγιὰ π' οὔχουμεν.
Ἀνατ. Αὐτὰ εἶναι γραμμένα φιράγκικα - ἐγὼ ντὲν μπορῶ νὰ διαβάσω.
Ξεν. Ῥωμαίϊκα ναι γραμμένα, μὸν' ἐσεῖς ἔν τὰ βγάνετε· θέτενε νὰ σᾶς τὰ διαβάσω;
Ἀνατ. Ναὶ τζάνουμ, διάβαστο ν' ἀκούσω.
Ξεν. (ἀναγινώσκει) σοῦπα ἀπὸ κολοκύθια.
Ἀνατ. Βάϊ, βάϊ, βάϊ - χὶτζ ποτὲς κολοκύτια τζορμπᾶ γένεται;
Ξεν. Βραστὸ βουδινό.
Ἀνατ. Ἐγὼ ἄῤῥωστο ντὲν εἶμαι, ντὲ τέλω.
Ξεν. Ἐντράδα, κιοφτέδες, γιουβαρλάκια, ντολμάδες, γιαχνὶ, μακαρόνια, ἀτζὲμ πιλάφι.
Ἀνατ. Ἂ, ἰστὲ τοῦτα εἶναι καλὸ φαΐ. Κατάλαβα ἀρτὶκ κατάλαβα - φτάνει σε πγιὰ - ὅ,τι υῥέψει κανένας, τόνε φέρνεις;
Ξεν. Καὶ τοῦ πουλλιοῦ τὸ γάλας νὰ γυρέψῃ φέρνω το.
Ἀνατ. Ἄφεριμ, ἄφεριμ κι' ἐγὼ ἐτοῦτο τέλω - τζάνουμ, ὄνομά σου πῶς τὸ λένε;
Ξεν. Μπαστιᾶς δοῦλος σας.
Ἀνατ. Νὰ ζήσῃς τζάνουμ μισὲ Μπαστιᾶ, παστουρμᾶ καϊσερλίδικο ἔχεις;
Ξεν. Ἔχω νὰ σᾶς χαρῶ, κι' ἀφ' τὸ φίνο…
Ἀνατ. Ἐμένα φκιάσαι με παστουρμᾶ μὲ τ' αὐγὰ, κρομύδι μπόλικο, βούτουρο μπόλικο, πιπέρι, μιπέρι, ἐσὺ ξέρεις πγιὰ, καρδιά μου ἐκεῖνο ύρεψε ζέρεμ.
Ξεν. Ἔννοια σας, νὰ σᾶς χαρῶ, καὶ σᾶς τὸ φτιάνω κατὰ πῶς τὸ θέτενε, καὶ καλήτερα… καθήστεν τώρη.

ΣΚΗΝΗ Β΄.


Πελοποννήσιος, καὶ ὁ Ἀνατολίτης.

Πελ. (εἰσέρχεται καὶ χαιρετᾷ τὸν Ἀνατολίτην)
ὥραν καλὴ τῆς ἀφεντιᾶς σας.
Ἀνατ. Καλῶς το, καλῶς το - κάτζαι.
Πελ. Ἔχετε τὴν Ἐφημερίς;
Ἀνατ. Φημερίδα τέλεις;
Πελ. Ναίσκε - τὴν ἐφημερὶς τῆς Ἑλλάς.
Ἀνατ. Κύτταξ' ἐκεῖ πέρα τραπέζι ἀπάνου κάτι χαρτιὰ εἶναι - σακὶν νὰ μὴν εἶναι φημερίδα;
Πελ. Μάλιστα - (λαμβάνων ἀπὸ μίαν τράπεζαν τὴν ἐφημερίδα, ἀναγινώσκει καθ' ἑαυτὸν).
Ἀνατ. Ἔϊ ὕστερα; ἐσὺ μονάχο σου ντιαβάζεις, μονάχο σου ἀκοῦς - ντὲ λὲς κι' ἐμένα κανένα χαβαντήσι γράφει φημερίδα;
Πελ. Τέλος πάντων οἱ βασιλειάδες ἀποφασίσανε νὰ λευτερώσουνε τὴν Ἑλλὰς - πάει - τὸν ξωρκίσανε πγιὰ τὸ μαγκοῦφι τὸ Μπραήμη.
Ἀνατ. Ἔτζι γράφει φημερίδα; γιὰ νὰ δγιῶ… (παρατηρεῖ τὴν Ἐφημερίδα χωρὶς νὰ τὴν ἀναγνώσῃ) ἔϊ ἀρτὶκ ἰψέματα σώτηκε πγιὰ - λευτερία ἦρτε….

ΣΚΗΝΗ Γ ΄.


Χῖος, Κρὴς, Ἀλβανὸς, Λογιώτατος, Κύπριος, (εἰσέρχονται ὅλοι ὁμοῦ).

Χῖος. Καλὲ σεῖς, μάθετεν τὰ μαντάτα; ἤκαψαν τὴν ἁρμάδα τοῦ Μπραήμη στὸ Νιόκαστρο…
Ἀνατ. Ποιὸς ἔκαψε; ἀλήτεια;
Χῖος. Κι' ἔ γλέπετεν τὰ τζαγκιά μου π' οὖν' ὅλο λάσπες π' οὔτρεχα νὰ μάθω; ἔ σᾶς χορατεύγω, νὰ χαρῶ τὴν τζάτζα μου.
Πελ. Ναίσκε, τὰ σωστὰ λέγει· ἔτζι εἶναι - νὰ, τὸ γράφει καὶ στὴν ἐφημερίς.
Λογ. (λαμβάνων τὴν ἐφημερίδα εἰς χεῖρας) νέαι τινες ἀγγελίαι γεγράφανται;
Πελ. Νέαι, καὶ νέαι - πάγει ὁ μπραήμης πίσων τὸν Ἥλιο.
Λογ. Πῶς δὲ; ἠλευθέρωται Ἑλλὰς;
Ἀνατ. Ἰστὲ, Μόσκοβο, φραντζέζο, ἐγκλέζο, ἔκαψε καράβια Ἰμπραήμ πασσᾶ, βέσσελαμ ντὲ ντιαβάζεις φημερίδα; ἐσὺ εἶσαι Λογιώτατο.
Λογ. Οἱ στόλοι τῶν δυνάμεων;
Ἀνατ. Τὶ λὲς, ἄδαμ; κύριε τῶν δυνάμεω; σαρακοστὴ ἀκόμα ντὲν ἦρτε.
Ἀλβ. Πρὰ, τί χαμπέρι ὀρέ;
Ἀνατ. Καινούρια χαβαντήσια.
Ἀλβ. Πλιάτζκα ὀρέ;
Ἀνατ. Πλάτζκα μάτζκα ντὲν εἶναι· μόσκοβο ἄδαμ, Φραντζέζο, Ἐγκλέζο, ἔκαψε καράβια Ἰμπραήμ Πασσᾶ - ἄκουσες τώρα;
Ἀλβ. Πρὰ, ποῦ ὀρὲ νὰ τὸ κάψῃς τὸ καράβγιες; στὸ κότρο;
Ἂνατ. Τί τὰ πῆ κότρο;
Χῖος. Στὴν Κόρθο ἄματις θὲ νὰ πῆ - ὄσκαι, στὸ Νιόκαστρο.
Κρὴς Ἔμαθά το δὰ κι' ἐγὼ ποῦρι δεδίμ.
Χῖος. Ἐμάθετέν το κι' ἐσεῖς; (πρὸς τοὺς ἄλλους) γλέπετεν; ἔ σᾶς ἤλεγα γὼ, κι' ἔ μοῦ πιστεύγατεν; τώρη πλιὰ πρέπει νὰ ξεφαντώσουμε.
Πελ. Τώρα ναὶ, χρειάζεται νὰ κάμουμε ἕνα καλὸ γλέντι.
Ἀνατ. Τὶ; τζουμποῦσι; ἄϊδε ντέ!! ἄμμα νὰ κάτζουμε οὕλοι σ' ἕνα σουφρά.
Χῖος. Ναίσκε, ὅλοι νὰ κάμουμεν μιὰν παρέγεια μὲ τὸ ῥεφενέ μας.
Λογ. Καὶ δὴ εὐθυμητέον τήμερον, καὶ πανηγυριστέον τὴν τῆς Ἑλλάδος παλιγγενεσίαν - κἀγὼ μεθ' ὑμῶν.
Ἀνατ. Κάτεσαι κι' ἐσὺ μαζῆ μας σουφρὰ, λογιώτατε;
Λογ. Ἔγωγε.
Ἀνατ. Τζάνουμ, λογιώτατε, μπαμπᾶ σου γλῶσσα γιὰ τὶ ντὲ μιλᾷς;
Λογ. Τὴν τῶν προγόνων διαλέγεσθαι χρή.
Ἀνατ. Ἐγὼ χρὴ, μὴ, γόνω, μόνω, ντὲ ξέρω· γιατὶ ντὲ μιλᾶς ῥωμαῖκα, ἔριφ;
Λογ. Ταύτην γὰρ καὶ μεμάθηκα.
Ἀνατ. Ὥρσε κι' ἄλλο!!! ἐγὼ λέω, γιατὶ ντὲ μιλᾷς ῥωμαῖκα, ἐκεῖνο μὲ λέει, μεμανάτηκα, πανάτηκα - ἄν μπορῇς κατάλαβε πγιὰ.
Χῖος. Καλὲ, ἴντα θὰ κάμουμεν τώρη; ἔν καθούμεστεν πλιά;
Ἀλβ. Πῶ, νὰ τὸ κάνῃς ἀδαλέτι μαζῆ, ὀρέ.
Ἀνατ. Ναὶ, οὕλοι σ' ἕνα σουφρᾶ νὰ κάτζουμε τζάνουμ.
Ἀλβ. Χὰ, χὰ καλὸ εἶναι ἔτζι, ὀρέ.
Κύπ. Σὰ θὰ κάτζουσιν ὅλοι τοῦτοι νὰ φᾶσιν, τρώω κι' ἐώ.
Χῖος. Νὰ διαβάσουμεν τώρη τὴ λίστα, νὰ δγιοῦμεν ἴντα φαγιὰ μᾶς ἔχει. - Λογιώτατε, διαβάστεν τη ἐσεῖς τὴ λίστα· (τῷ δίδει τὸν κατάλογον).
Λογ. (ἀναγινώσκει) σοῦπαν ἀπὸ κολοκύνθια, βραστὸν βούδινον, ἐντράδαν, κιοφτέδας, δολμάδας, - (ἀφίνει τὸν κατάλογον) ταῦτα Τουρκιστὶ ἐγεγράφατο, ἅπερ δὴ καὶ ἰλιγγιᾶ με ἀναγινώσκοντα. (πρὸς τὸν Κύπριον) ἀνάγνωθι οὖν σὺ, Κύπριε·
Κύπρ. (ἀναγινώσκει) Πουρέκκιν, κεπάππιν, καταΐφιν, ψωμμὶν, κρασσὶν, τυρὶν, ψάριν ψηττὸ, ψάριν βραστὸ, φροῦττα, καὶ ποκλαβάτην.
Ἀνατ. Ἄδαμ; μπακλαβᾶ πές το μπρὲ; - (πρὸς τὸν Ξενοδόχον) ἀμὲ ντικό μου παστουρμᾶ;
Ξεν. Ὅτοιμος εἶναι νὰ σᾶς χαρῶ.
Ἀλβ. (πρὸς τὸν Ξενοδόχον) Πρὰ, ὀρὲ Λοκάντα… πῶ, ἐσὺ, ὀρὲ, Λοκάντα! πρετζέσι ὀρὲ, δὲν ἔχει;
Ξεν. Ἴντ' ἆν' αὐτὸ τὸ πρετζέσι;
Ἀλβ. Πρὰ νὰ τὸ πέρνῃς ἐσὺ ὀρὲ σικότι, νὰ τὸ βάνῃς ς' τὸ κιομλέκι, νὰ τὸ ῥίχνης καὶ πολὺ πολὺ σκορδάρι, πρὰ νὰ τὸ τρίβῃς μέσα καὶ ψύχα ψύχα κουραμάνα, νὰ τὸ κάνῃς ἀδαλέτι.
Ξεν. Θέτεν το ἄματις νὰ σᾶς τὸ φτιάξω;
Ἀλβ. Πρὰ νὰ τὸ ζήσῃς ὀρέ. - χὰ, χὰ, νὰ τὸ φκιάνης, πῶ κι' ἐγὼ νὰ τὸ πλερώνῃς οὕλο βενετίκαις.
Ξεν. Ὀχονοῦς σᾶς τὸ φτιάνω. (καθ' ἑαυτὸν) οὔργιος εἶν' καὶ τοῦτος στὴν πίστι μου.
Λογ. Ἆξον δὴ κᾀμοὶ πλακοῦντα, τὸν καὶ μάκαρες ποθέουσιν.
Ἀνατ. (πρὸς τὸν Ξενοδόχον) μισὲ Μπαστιὰ, μισὲ Μπαστιὰ - ἔλα - ἔλα - Λογιώτατο μακαρόνια τέλει.
Λογ. οὐχὶ, ἀλλὰ πλακοῦντα καὶ δὴ εἴρηκα τὸν καὶ μάκαρες…
Ἀνατ. Ἰστὲ μακαρόνια γιὰ, ἐσὺ καμήλα εἶσαι νὰ φᾶς χαμοῦρι ἄδαμ, ντὲν τρῶς ντολμᾶ σὰν τὸ γρότο μου, κιοφτὲ σὰν τὸ παποῦτζι μου, μόνε μακαρόνια ὕρεψες;
Λογ. Οὐκ ἔγνωκας.
Ἀνατ. Ἔγνωκας, μέγνωκας, ντὲν ἔχει ἀρτὶκ· ἐσὺ καλὸ φαῒ ποιὸ εἶναι δὲν ἰξέρεις, (πρὸς τὸν Ξενοδόχον), μισὲ, (καθ' ἑαυτὸν) ἀλλάχ τζιζά βερσὶν οὗλο ἰξεχνῶ ὄνομά του - ἆ - Μπαστιὰ - ηὗρα - μισὲ Μπαστιά, τζιμποῦκι ντὲν ἔχει ἐντῶ πέρα;
Ξεν. Ἔχω, νὰ σᾶς χαρῶ - ὁρίστε- (τῷ δίδει)
Λογ. Ἄγε δή μοι καὶ τριχείας τεταριχευμένους σὺν ὀξυγάρῳ τε καὶ ἐλαίῳ.
Ξεν. Ἴντ' ἄπετεν;
Πελ. Τριχιαῖς γυρεύει νὰ τὸν δέσουνε - μοιάζει μουρλάθηκε ὁ κουρούνης.
Ξεν. Καλ' ἀλήθεια κουζουλαθήκετεν καὶ θέτενε νὰ σᾶς δέσουμεν; κι' ὡς πόσαις ὀργειαῖς τῆς θέτε ν' ἆναι;
Λογ. Οὕμενουν· ἀλλὰ τριχείας καὶ δὴ ἔφην, τοὺς καὶ σαρδέλας βαρβαριστὶ καλουμένους.
Ξεν. Κι' ἔ λέτενε νὰ σᾶς φέρω σαρδέλαις, μόνε λέτεν τριχιαῖς; (καθ' ἑαυτὸν) κι' ἔν εἶν' κουζουλὸς τώρη; νὰ χαρῶ τὴν τζάτζα μου γιὰ δέσιμο σᾶς ἔχω, κι' ἔννοια σας.
Λογ. Καὶ δὴ ἄγαγέ μου καὶ σωλῆνα.
Ξεν. Ἔν ἠφέρανε σήμερις σουλῆνες - χάβαρα ἔχουνε - θέτεν τα;
Λογ. Οὐχὶ, ἀλλὰ καπνοσύριγγα…
Ἀνατ. (πρὸς τὸν Ξενοδόχον) συρίγγα υρεύει λογιώτατο, σφίξι ἔχει.
Λογ. Οὔκ, ἀλλὰ τὸ νικοτιανάγωγον, εἴρηκα, ἀμφὶ τῇ χοάνῃ, καὶ τῇ νικοτιανοπήρᾳ.
Ἀνατ. Σακὶν τζιμποῦκι τέλεις κι' ἐσὺ; ζέρεμ τζιμποῦκι μου πολὺ κυττάζεις.
Λογ. Καὶ μάλα γε, καπνιστέον καὶ γάρ.
Ἀνατ. Ἄϊ μπουταλᾶ ἄι!! καὶ δὲ λὲς τζιμποῦκι, μόνε ἀνακάτωσες οὕλα τὰ πράματα, σουλῆνες, μουλῆνες, συρίγγαις, μυρίγγαις; πολὺ σασκίνη ἄντρωπο εἶσαι, νὰ μὲ συμπατήσῃς.
Κύπρ. (πρὸς τὸν Ξενοδόχον) φέρε κι' ἐμένα ἀπ' ἐκεῖνο τὸ πῶς τὸ λέσιν.
Ξεν. Ἴντα λέσιν θέτενε κι' ἐσεῖς πάλι;
Κύπρ. Τὸ χαλλοῦμιν,
Ξεν. Ἴντ' ἆν τοῦτο τὸ χαλλοῦμιν πάλι; πρώτη βολλά τ' ἀκούγω, νὰ χαρῶ τὸν πάη μου.
Κύπρ. Τὸ χαλλοῦμιν εἶν' τυρὶν ποῦ τρῶσιν το. (καθ' ἑαυτὸν) πίσσαν ν' ἄχῃς - ἕνα κουφφίνιν εἴχασιν στὸ παζάριν, καὶ πουλλάγασίν το.
Ξεν. Ἒν τὸ ξέρω, κι' ἒν ἔχω, κι' ἒν τ' ἄκουσα ποτές μου. (καθ' ἑαυτὸν) καλὲ τοῦτοι τοῦ διαβόντρου οἱ γυιοὶ νὰ μοῦ τὸν πιπιλήσουνε θένε τὸ νοῦ μου. (ἀναχωρεῖ).

ΣΚΗΝΗ Δ΄.


Χῖος καὶ οἱ λοιποί.

Χῖος. Κι' ἔν τρῶμεν πλιά;
Ἀνατ. (καθ' ἑαυτὸν) νὰ τρῶμε, ἄμμα δικό μας παστουρμᾶ ντὲν ἦρτε, νὰ, νὰ, μύρισε, μύρισε - ἄλλα ἀλὲμ ἔφκιασε.
Ξεν. Ὅτοιμα νὰ σᾶς χαρῶ ὅλα.
Ἀλβ. Πρετζέσι ὀρὲ λοκάντα.
Ξεν. Κι' ἔν ἀκούτεν ποῦ χτυπᾷ τὸ σκορδοστοῦμπι στὰ μάτια τῶν ὀχτρῶ μας; ἐκεῖνο φτιάνει, κι' εἶν' ὅτοιμο. (τὸ φέρει).
Ἀλβ. (πρὸς τὸν Ξενοδόχον) χὰ, χὰ, χὰ, ὀρὲ ἀδαλέτι - πρὰ νὰ τὸ ζήσῃς ἐσὺ ὀρὲ ἐσὺ - τώρα ὀρὲ νὰ τὸ δίνῃς καὶ μπαχτζῆσι (βάλλει τὸ χέρι εἰς τὸν κόλπον του καὶ ζητεῖ νὰ εὕρῃ χρήματα), τφοῦ, ἀλλὰ μπελιὰ βερσὶν ὀρὲ, νοῦκου χόνδρο (δὲν εὑρίσκει χρήματα) πῶ στέκα - ἐσὺ ὀρὲ - ψύχα πρὰ νὰ λύνῃς τὸ κεμέρι (προσποιεῖται ὅτι θὰ λύσει τὴν ζώνην του).
Ξεν. Ἔννοια σᾶς τώρη - ἀφῆτεν, κ' ὕστερις πλερώνετεν μιὰ κοπανιά.
Χῖος. Τώρη πλιὰ νὰ ξεφαντώσουμε.
Ξεν. (φέρει τὸν παστουρμᾶν) ὁρίστε νὰ σᾶς χαρῶ μισὲ χαντζῆ, τὸν παστουρμᾶ σας, κατὰ πῶς τὸν θέτενε- ἔ θὲ πολὺ λεμόνι - ἔφτιαξά σας πρᾶγμα, ποῦ νὰ τρῶτεν, καὶ νὰ πιπιλίζετεν τὰ δάχτυλά σας.
Ἀνατ. Ὤχ ὤχ ὤχ! ἄφεριμ μισὲ Μπαστιὰ, ἄφεριμ - παστουρμᾶ ἕνα χαζνὲ ἀχρήζει - πὶρ ὅλ (τρώγουν).

ΣΚΗΝΗ Ε΄.


(Ὁ Χῖος μεθύσας ἀτακτεῖ, συντρίβει τὰ ἐν τῇ τραπέζῃ, καὶ ζητεῖ ὄργανα μουσικά).


Χῖος, καὶ οἱ λοιποί.

Χῖος. Βάρτε νὰ πγιοῦμε, διαβόντρου κουλλούκια - (πετᾷ ἓν ποτήριον)
Ἀνατ. (καθ' ἑαυτὸν) Χιώτη μέτυσε - νὰ … τζάκισε ποτῆρι - νὰ.
Χῖος. Ὠχοῦ!! - (πετᾷ τὸ καλπάκι του)
Ἀνατ. (καθ' ἑαυτὸν) μέτυσε ἆ τζανοὺμ - λόγια ντὲ τέλει - νὰ, πέταξε καλπάκι του· χιώτη πριχοῦ νὰ πγῇ εἶναι κομάτι τρελὸ, ἄμμα ὄντας μετύσῃ κιόλας, ἀρτὶκ μπιτοῦν μπιτοῦν τρελὸ γένεται….
Χῖος. (Ἁρπάζει τὸ κάλυμμα τῆς κεφαλῆς τοῦ Ἀνατολίτη, καὶ τὸ πετᾷ)
Ἀνατ. Ἔϊ ὕστερα; δικό σου καλπάκι πέταξες, δικό μου σαρίκι τὶ τέλεις ποῦ πετᾷς γιὰ; δὶπ τρελλὸ εἶσαι ζάβαλι….
Χῖος. (ἁρπάζει τὸ κάλυμμα τῆς κεφαλῆς τοῦ Πελοποννησίου ὁμοίως)
Πελ. Τήραξε κεῖ χάμω καμώματα τοῦ μαγκοῦφι· πέταξε τὸ κεφαλογιοῦρι μου, καὶ τὸ συγκύλισε, ὅσο ποῦ μὲ τ' ὄχρισε… μπᾶ νὰ ῥέψῃς μουρλὲ, μὲ τὰ καμώματά σου ἀλήθεια.
Χῖος. (Ἁρπάζει τὴν σκούφια τοῦ λογιωτάτου) καὶ τὴν βλέπει, στρέφων αὐτὴν πανταχόθεν· (πρὸς τὸν λογιώτατον) ἔν πετᾷς κι' ἐσὺ διαβόντρου γυιὲ τὸ καλοῦπι σου, π' οὖναι γιομάτο γάσσα; οὔφου, οὔφου…. (τὴν πετᾷ)
Λογ. Τοῦ χάριν κακοηθῶς πράττεις; καὶ δὴ τιμωρητέον σὲ κακοηθείας ἕνεκα.
Χῖος. Φέρτεν τώρη τὰ σιμάρματα - ὠφοῦ.
Ἀνατ. Τὶ τὰ πῇ σιμάρματα; - ἐσὺ τρελάτηκες ἄδαμ!
Χῖος. Βγιολλιὰ, διαβόντρου μισὲ χαντζῆ, - ὡχοῦ - βγιολλιὰ, λαγοῦτα, … (φωνάζει) ὠχοῦ - καὶ φέρτεν τα γλίγωρις - ἤσκασα φέρτεν τα - (συντρίβει ἄλλο ἓν ποτήριον)
Ἀνατ. Ἐτοῦτος οὕλα τὰ τὰ τζακίσει ἀγάλια ἀγάλια… ἐγὼ εἶπα… ἆ τζανοὺμ, χιώτη τρελλὸ εἶναι, μέτυσε κιόλας; ἀρτὶκ τίποτα ντὲ τ' ἀφίσει σουφρὰ ἀπάνου, ἕνα ἕνα οὕλα τὰ τζακίσει.
Ξεν. (πρὸς τὸν χίον) μισὲ μπουρλῆ!
Χῖος Τὶ καὶ;
Ξεν. Ἔν εἶναι σιμάρματα.
Χῖος. Κι' ἀμὲ διαβόντρου γυιὲ; Κι' ἔν ἔχει πούπετις μαθὲς; κι' ἔν εἶν' καμμιὰ λύρα, καμμιὰ σφυρίχτρα;
Ἀνατ. Μπρὲ καμπᾶ ζουρνᾶ μπιλὲμ ντὲν ἔχει.
Ξεν. Ἔν εἶναι - ἔν εἶναι.
Χῖος Παίζουμεν τὰ κουτάλια, καὶ τραγουδοῦμεν κιόλας - (πρὸς τὸν πελοποννήσιον) βρὲ διαβόντρου Μωραΐτη, ἔ λέτενε κἄνα τραγοῦδι.
Πελ. (καθ' ἑαυτὸν) οὔ, νὰ χαθῇς ντὲ μσυρλούλιακα. - τὶ κακὸ ζακόνι ποῦ τ' ὄχουνε τοῦτ' οἱ χιῶτες! σὰ μεθύσουνε μουρλένουνται ἀπὸ μίας, καὶ δὲ ξέρουνε τὶ κάμουνε - χάσου δὲ μουρλὲ, ἀλήθεια κι' ἀπ' ἀλήθεια!!!
Χῖος (Κεντᾷ τὸν πελοποννήσιον μὲ τὴν χεῖρα του) καὶ πῇτεν τώρη, πῇτεν, καλὲ πλιὰ ἕνα τραγοῦδι - (πετᾷ ἕν πιάτον, καὶ φωνάζει, ὠχοῦ!!!).
Πελ. Κόρακας ντὲ μαγκοῦφη - μ' ἔσκιαξες μὲ τὰ σκουξίματά σου - τὶ σκούζεις σὰ μουρλός, καὶ μὲ σπρώχνεις; (πρὸς τοὺς ἄλλους) νὰ ποῦμετε ὅλοι ἀπ' ὅνα τραγοῦδι, γιὰ νὰ γλυτώσουμ' ἀπ' αὐτουνοῦ τοῦ μουρλοῦ τὰ χέργια (πρὸς τὸν Χῖον) ἀρχίνα ντὲ! κόφ' τὸ σβέρκο σου!

ΣΚΗΝΗ Στ΄.


(Καθ' εἷς ἐξ αὐτῶν λέγει ἀπὸ ἓν τραγοῦδι κατὰ τὸ ἔθος τῆς πατρίδος του.)

Χῖος. Καὶ λέτεν νὰ κάμω 'γὼ τὴν ἀρχὴ; ἂς πῶ πλιὰ ἕναν, μὰ θὰ πῇτεν κι' σεῖς ὕστερις ἀπ' ὅνα. (τραγῳδεῖ)
»Σ' ὥριον περιβολάκι με τ' ἄνθη στολισμένο,
μιὰν ἄνοιξη διαβαίνω νὰ παρηγορηθῶ.

(πρὸς τοὺς ἄλλους) πιάντε τὸ ἴσο, διαβόντρου γυιοὶ, κάμτεν ἐσεῖς τὸ γάδαρο - ω, ω, ω.
Ὄλοι Ω, ῶ, ῶ, ῶ, ῶ, ῶ, ῶ.
Χῖος (ἐξακολουθεῖ) »νὰ ξεφαντώσ' ὁ νοῦς μου ἀπὲ τοῖς λογισμούς μου, γιατὶ »μὲ βασανίζουν τὰ κάλλ' ὁποῦ θωρῶ.
Ὄλοι Ω, ω, ω, ω.
Χιῖς καὶ κάμτετόνε καλὰ τὸ γάδαρο - ῶ, ῶ, ἔν ἠξέρετεν μαθὲς τὰ ψαρτικὰ, πα, βου, ζαζὰ, καὶ ζᾶ νὰ γενῆτενε; - (ἐξακολουθεῖ) »θωρῶ μιὰν περιστέρα, κι' ἐπότιζεν τὰ δένδρη ἀπὲ τὸ κρυὸ νερὸ. (ὠχοῦ τζάτζα μου, κουζουλάθηκα).
Ὄλοι ο, ο, ο, ο, ο, ο,
Χῖος πῆτεν τώρη κι' ἄλλος - (πρὸς τὸν ἀνατολίτην) ἐλᾶστεν τώρη ἐσεῖς, μισὲ χαντζῆ, πῆτεν πλιὰ (μεγαλοφώνως) πῆτεν - πῆτεν -
Ἀνατ. Σῶπα νὰ δγιοῦμε, ἄϊ, δελὶ ζιρζόπ ντικό μου ἀράδα εἶναι; χάϊδε ἂς πῶ πγιὰ. (τραγῳδεῖ)
»τὲ ν' ἀρχινήσω ἆ δουδοὺμ
»νὰ σὲ παινέσω ἆ κουζοὺμ.
»ντουντοὺμ ὅσον κρατ' ὁ σεβτᾶς
»τὸ ντοῦλο σου μὴν τὸν ἰξεχνᾷς,

(πρὸς τοὺς ἄλλους) τραβοῦδι, τραβοῦδι. Ἰστὲ αὐτὸ εἶναι - ντὲν εἶναι καλὸ; - ἠξέρω κι' ἄλλα ἀκόμη, ἄμμα φωνή μου πγιάστηκε - βῆχα ἔχω πολὺ - ἀπόψι οὕλη νύχτα γκούχου, γκούχου τὸ πήγαινα - μεγάλος ἄστρος βγῆκε, ἐγὼ ἀκόμα ἔβηχα, κατόλου μάτι μου ντὲν ἐσφάλιξα - γιόξαμ ἔλεα τραβούντια ὁποῦ, οὔλοι ν' ἀπομείνετε ἰξεροὶ ἀπὲ τὸ μακάμι ἴλλεμ ν' ἆναι νύχτα, καὶ ν' ἄχῃς φορτωμέναις ἕνα καντάρι Καμήλαις ἀράδα, ἀράδα, κι' ἐσὺ ἀπάνου ς' τὸ γκαϊντοῦρι νὰ τραβουδίζῃς καὶ νὰ παγαίνῃς - ὤχ - (πρὸς τὸν πελοποννήσιον) ἔϊ, μώραλη πραματευτῆ - τώρα ντικό σου ἀράδα ἦρτε, πές το τώρα.
Πελ. (τραγῳδεῖ) »πέντε πό, μωρ' πέντε πὸ, πέντε ποντικοὶ βαρβάτοι, πέντε »ποντικοὶ βαρβάτοι, μοῦ χαλάσαν τὸ κρεββάτι κι' ἄλλοι τρεῖ, μωρ' κι' »ἄλλοι τρεῖ, κι ἄλλοι τρεῖς μονουχισμένοι μοῦ τὸ σιάχναν οἱ καϊμένοι. -
(πρὸς τὸν Κρῆτα) ἔλα Κρητικὲ, πέσε καὶ σὺ τώρα ἕνα.
Κρὴς (τραγῳδεῖ) »ἔπαρ' ἐσὺ τὴ λύρα σου, κι' ἐγὼ τὸν ταμπουρᾶ μου,
»ν' ἀκούσῃς ντὰ θὲ νὰ σοῦ πῶ π' ὄχω
»μὲσ' τὴν καρδιά μου
»ὅντας σὲ πρωταγάπησα ἤτανε ῥαμαζάνι, κι'
»ἐκόλλησ' ἡ ἀγάπη μου σὰ μέλι στὸ σαχάνι.
ποῦρι, ποῦρι, πο·ῦρι, ποῦρι,
ἔχεις κούτελο καὶ μοῦρι.

(πρὸς τοὺς ἄλλους) ν' ἆχα δὰ, δεδὶμ καὶ τὴ λύρα μου ὁμάδι, διαλὲ τὸν ἕνα σας π' οὔθελε ν' αὔγῃ μπροστάς μου.
Ἀλβ. Πῶ νὰ τὸ λὲς, ὀρὲ, κι' ἐγὼ ψύχα τραγούδιαις ….. (τραγῳδεῖ)
»τρία πουλάκιαις κάθουνται στὸ διάκο στὸ ταμπούργια - τ' ὅνα τηράει »τὴ ῥούμελη, γιοῦ - καὶ τ' ἄλλο τὸ Δερβένιαις - τὸ τρί, μωρὲ, τὸ τρί, »τὸ τρίτο τὸ καλήτεραις οὔ - μηργιολογάει καὶ λέει - ποῦ εἶσαι - γιοῦ »- γιόνα, μωρὲ γιόνα - (πρὸς τοὺς ἄλλους) πῳ, ν' ἄχες ὀρὲ ψύχα καὶ τὸ γιογκάρι νὰ τὸ βάργιες - πῶ νὰ τὸ λένε τὰ τὰ τὰ κρικόνια, νὰ τὸ γλέπῃς ὀρὲ χαβά.
Κύπ. Σὰν τ' ἄπασιν ὅλοι, ἂς πῶ κι' ἐὼ, (τραγῳδεῖ).
«γιομίζζω τὸ γαλλοῦνιν μου καπνὸν ποῦ τὸ πουντζίν μου,
»πυρκοολλῶ, κι' ἀμὰν ἀμὰν, πυρκοολλῶ, κι' ἀφτένω το, λαμπρὸν ποῦ το βλαντζίν μου». - ἄχ μαργιώλλισσα!

Ἀνατ. (φωνάζει, ντῖ ῖ ῖ ῖ ῖ, χάϊδε, χάϊδε - (καθ' ἑαυτὸν) χιώτη εἶπα μέτυσε, ἄμμα κι' ἐγὼ παρακάτου ντὲν παγαίνω - μέτυσα ἆ τζανοὺμ - μέτυσα - ἀρτὶκ πολλὰ λόγια ντὲ τέλει.

ΣΚΗΝΗ Ζ΄.


Ἀνατολίτης, καὶ ὁ Λογιώτατος


ἔπειτα οἱ λοιποί.

Ἀνατ. (πρὸς τὸν Λογιώτατον σκεπτόμενον) ὀλὰν λογιωτοτώτατε. - σιοῦ - ἐσένα λέω - μπὲ σασκὶν σοφτὰ - λογιωτοτοτοτώτατε - ντὲν ἀκοῦς; - τί συλλογιέσαι ὅλαν σὰν ἁρμένη πετερά του πέτανε; ντὲν τραβουδίζει κι' ἐσύ;
Λογ. Οὐκ ἔμαθον ᾄδειν, εἰ μὴ ὕμνους.
Ἀνατ. Ἐσὺ πὲς, καὶ πὲς ὕμνος - (πρὸς τοὺς ἄλλους) τζάνουμ σωπᾶτε τώρα - λογιώτατο ὕμνος τὰ πῇ, ν' ἀκούσουμε - (πρὸς τὸν λογιώτατον) ντὲ, νὰ ντιοῦμε - ἀρχίνισε ντέ!!
Λογ. (ᾄδει μεγαλοφώνως) ΖΕΥ!!!
Ἀνατ. Μὲ τρόμαξες ἄδαμ…
Λογ. (ἐξακολουθεῖ) Ζεῦ μακάρων καὶ ἀνθρώπων σὺ μόνε γονεῦ, ὕψιστε σταθμεῦ, καὶ διανομεῦ -
Ἀνατ. (καθ' ἑαυτὸν ἐμπαίζων τὸν λογιώτατον) εὖ μακαρόνια εὖ, Ζεῦ μακαρόνια ζεῦ, - τζάνουμ, ἐρίφι καρντιὰ μακαρόνια τέλει, ντὲ βαζγκεστίζει.
Λογ. (ἐξακολουθεῖ) ἐπίτριψον, ἐπίτριψον τοὺς σὲ κακαγοροῦντας.
Ἀνατ. (πρὸς τὸν λογιώτατον) τ' ὄσωσες; τοῦτο εἶναι ὕμνος, γιόξαμ ἔχει κι' ἄλλο ἀκόμα; ἃϊ, κάχπ ὄγλου ἄϊ - κι' ἐγὼ τάρεψα ὕμνος, κάτι μεάλο πρᾶμα εἶναι εἶπα - τοῦτο ἕνα ζεῦ μεάλο κόπτησε τρόμαξα, ὕστερα ἀρτὶκ εὖ, ζεῦ μακαρόνια εἶπες, στὰ ὑστερνὰ τρίψε καὶ κακὰ εἶπες - ἄφεριμ- ταμὰμ ὕμνος - καὶ τοῦ χρόνου - (πέρνει ἓν κομμάτι μπουρέκι) ἔλα τώρα, λογιώτατε, ἄνοιξαι ἰστόμα σου.
Λογ. Οὐ χωρεῖ τῷ στόματί μου.
Ἀνατ. Ντὲ, κωπόγλου, χωρεῖ, ντὲ χωρεῖ, ἐγὼ τὰ χώσω - ἆ - ἄνοιξαι ἰστόμα σου λέω,
Λογ. Ἰδού.
Ἀνατ. Ἰντοῦ μιντοῦ ντὲν ἔχει - κατάπιε το - οὕλο μιὰ βοῦκα, ντέ.
Λογ. Οὐχ ἑκὼν μὲν, καταπίω δὲ, καὶ δὴ τί ποιητέον; ἀνεκτέον τῶν πάντων.
Χῖος Καλὲ σεῖς λογιώτατε, ποῦ ξέρετεν τὰ λιανικά;
«σέντε μέντε κουντουσέντε,
καὶ τῶν ἀλλωνῶν μισέντε»
ξέρετεν ἴντα θὰ πῇ;
Λογ. Οὔ.
Χῖος. Οὔσας, κι' ὁ μισὲ Περῆς ἀντάμα· (πρὸς τοὺς ἄλλους) κι' ἒ χορεύγουμεν ἄματις;
Πελ. Νὰ χορέψουμε.
Ἀνατ. Ἄϊδε ντὲ, συκωτῆτε…
Ὅλοι Νὰ χορέψουμε… (χορεύουν).
Χῖος (φωνάζων) βάρτεν κρασὶ 'ς τὰ ποτήργια νὰ πγιούμενε. - (πέρνει ἓν ποτήριον) (πρὸς τοὺς ἄλλους) πάρτεν κι' ἐσεῖς ἀπ' ὅνα - αἲ βίδα - 'ς τὴν ὑγιά μας καλὴ γιὰ - στὴν ὑγιὰ τῆς λευτεριᾶς.
Ὅλοι (πέρνουν ἀπὸ ἓν ποτήριον) αἲ βίβα!!
Ἀνατ. Σία λευτερία.
Πελ. Εἰς ὑγίαν της, αἲ βίβα της - χαιράμενοι.
Ὅλοι (κτυπῶντες τὰ ποτήρια) αἲ βίβα!!!
Ἀλβ. Γιὰ τὸ λευτεριὰ ὀρὲ, ζτροῦ, - ὀρὲ ζτροῦ - (κτυπᾷ καὶ αὐτός).
Ὅλοι Αἲ βίβα!! (πίνουν).

ΣΚΗΝΗ Η΄.


Ὁ Ἀνατολίτης, ὁ Λογιώτατος, καὶ ὁ Ξενοδόχος, (οἱ δ' ἄλλοι σιωποῦν καθήμενοι).

Ἀνατ. (πρὸς τὸν λογιώτατον) ἐσὺ γιατὶ ντὲν ἐχόρεψες καλά;
Λογ. Οὐκ ἔμαθον ὀρχεῖσθαι.
Ἀνατ. Μάτε τώρα - νὰ, σύκω ἕνα σου ποδάρι, χτύπα ἄλλο σου ποδάρι, γένηκε χορὸς, πάει λέωντας.
Λογ. Ἔα με - (πρὸς τὸν ξενοδόχον) ἆξον μοι νηφοκοκκόζωμον.
Ἀνατ. Ντὲν τρέπεσαι ἐσύ κωντζά μου λογιώτατο, νύφη τέλεις; ποῦ ν' αὕρουμε τώρα νύφη γιά; (πρὸς τὸν ξενοδόχον) ἔλα, ἔλα, Μισὲ Μπαστιὰ, λογιώτατο νύφη υρεύει.
Ξεν. (πρὸς τὸν λογιώτατον) καλὲ σεῖς, ἒν ντρεπούστενε νὰ λέτεν πῶς θέτενε νύφη; καὶ ποῦ νὰ σᾶς τὴν εὑροῦμεν τώρη;
Λογ. Οὐχὶ, ἀλλὰ νηφοκοκκόζωμον εἴρηκα.
Ἀνατ. Ἔϊ, ἰστὲ, νύφη κοκόνα γιά; ἕνα ζουμὶ ἔχει παραπάνου.
Λογ. Οὐκ ἔγνωκας ἀγράμματε.
Ἀνατ. Ἐγὼ γράμματα ντὲ ξέρω, ἀμμὰ, νύφη κοκόνα υρεύεις, καλὴ ντουλειὰ ντὲν εἶναι - ἐτοῦτο καταλαβαίνω τί τὰ πῆ.
Λογ. ὦ ἀναλφάβητε ἄνερ!!! καὶ δὴ ζωμὸν, ἔφην, τοῦ κόκκου, ὃν ἡμεῖς οἱ βάρβαροι καφφὲ καλεῖτε.
Ἀνατ. Καφφὲ τέλεις;
Λογ. Ἔγωγε.
Ἀνατ. Ἔγωγες νὰ γένῃς - καὶ ντέ λὲς ἔτζι, μόνε λὲς νύφη, καὶ κοκόνα; πολὺ σασκίνι ἄντρωπο εἶσαι· ἀτζαΐπικο μπουταλᾶ εἶσαι, νὰ μὴ σὲ κακοφανῇ… ἐγὼ ἔτζι σασκίνη ἄντρωπο ντὲν εἶδα ἀκόμη… καρδιά του τέλει καφφὲ, καὶ νὰ υρεύῃ κοκόνα νύφη - ἀκόμα νὰ δγιοῦμε τί τὰ υρέψῃς λοῇς κοπῆς ἀνάποντα πράματα.

ΣΚΗΝΗ Θ΄.


(ὁ ἀνατολίτης καθ' ἑαυτὸν παρατηρῶν τοὺς ἄλλους.)

Ἀνατ. Ἔ!!!! χιώτη μέτυσε, κοιμᾶται, μωραΐτη λογαριάζει - κυπριώτη συλλογιέται - Κηρτικὸ τζιμποῦκι πίνει - λογιώτατο γράφει - ἄμμα Ἀρβανίτη δουλιὰ καλὰ ντὲν παγαίνει - νὰ, νὰ - γούρλωσε μάτια του, τρίζει δόντια του τρίβει μουστάκι του - ἄλλα ἀλέμ καυγκᾶ τὰ κοπαρδίσει, γιατὶ κουρουλδήστικε - πολὺ φοβοῦμαι, Ἀρβανίτη καυγκατζῆ ἄντρωπο εἶναι - τὸ κάμει ἆ!!!

ΣΚΗΝΗ Ι΄.


(Ὁ Ἀλβανὸς μεθυσμένος μαλώνει μὲ τὸν Κρητικὸν, πυροβολεῖ μὲ τὴν πιστόλαν, καὶ τὸν πληγώνει πολλὰ ἐλαφρὰ εἰς τὸν βραχίονα).


Ἀλβανὸς, Κρὴς, καὶ ὁ Ἀνατολίτης.

Ἀλβ. Ὀρὲ κρητίκα, ὀρὲ - πρᾶ - ἐσὺ ἐσὺ ὀρὲ κρητίκα! - πῶ τὸ γουρουνίζεις ἐσὺ ἐμένα ὀρὲ τὸ πα, πα, πα, τὸ παλουκάρι;
Κρης. Δὲν κατέχω ἐτζὰ πρᾶμα, μηδὲ κατέχω σε πούρι, θιὸς κ' ἡ ψυχή μου.
Ἀλβ. Πῶς ὀρέ νὰ τὸ λὲς ἔτζι ἐσὺ ὀρὲ ἐσὺ, ποὗρτες ὀρὲ ἐγὼ στὸ-στὸ-στὸ Κρήτη ὀρὲ; κι' ἔριχνες ἐγὼ ὀρὲ τὸ-τὸ-τὸ τουφέκιαις σὰ-σὰ-σὰν τὸ βροχάδες;…
Κρὴς. Εἶπα σοῦ το δά μαθὲς, δὲ σὲ κατέχω δεδὶμ, διάλε τὰ πάσπαλα ποῦ θὰ θέσω στὸν ᾅδη.
Ἀλβ. Πρὰ, πῶς τὸ κάνεις ἔτζι ὀρὲ ποῦ δὲν τὸ γουρουνίζεις; πῶ σὲ γουρουνίζω ἐγώ…
Κρὴς. Κατέχω δὰ σὲ δεδὶμ, τώρα, π' οὖρθες κι' ἔφαγες τὰ κουράδια μας.
Ἀλβ. (μὲ θυμὸν) τφοῦ, ἀλὰ μπελιάβερσιν ποιὸς ὀρὲ νὰ τρῶς κουράδιαις;
Ἀνατ. (καθ' ἑαυτὸν) ἔ! - καυγκᾶ τώρα σὰ μόσκο τὰ μυρίσει.
Κρὴς. Καὶ γιάντα δὰ δεδὶμ, ψόματ' ᾆναι δὰ ποῦ δὲν ἀφήκατε κουράδια στὴν Κρήτη;
Ἀλβ. Ἄϊδε νὰ χάνεσαι, πίθε μούτη. (τρίζων τοὺς ὀδόντας) ποιὸς ὀρὲ τ' ὄφαγες κουράδιαις;
Κρὴς. Ἐσὺ δὰ, μαθὲς, κι' οἱ συντρόφοι σου, δεδὶμ κιὰ ὀλιᾶς.
Ἀλβ. (τὸν πτύει) τφοῦ, τεταχήνιε.
Κρὴς. (τὸν πτύει) τφοῦ…
Ἀλβ. (τὸν πτύει) τφοῦ, καὶ σὺ μούτη - (εὐγάζων τὴν πιστόλαν) νὰ ὀρὲ ποιὸς νὰ τρῶς κουράδιαις - (πυροβολεῖ, καὶ φεύγει)
Κρὴς. Ὢ, ὢ, ὢ· διάλε τζ' ἀποθαμμένοι σου καὶ τζ' ἀπομεινάροι σου, μ' ἐσκότωσες ἐδά.
Ἀνατ. Δὲν εἶπα ἐγὼ; Ἰστέ. Ἀρβανίτη χουνέρι τοῦ ἔκαμε. (τρέχει πρὸς τὸν Κρῆτα) ποῦ χτύπησε; Ἰστέκα, Ἰστέκα, (βλέπει τὴν πληγὴν) ἔ! - ζαράρι ντὲν ἔχει, τίποτα - μὴ φοβᾶσαι - σύκω, σύκω. (τὸν σηκώνει ὀλίγον).

ΣΚΗΝΗ ΙΑ΄.


(ὁ ξενοδόχος ἀκούσας τὸν κρότον τοῦ πιστολίου, τρέχει φωνάζων, καὶ ὀδυρόμενος.)

Ξεν. Οὐγοῦ, οὐγοῦ, οὐγοῦ· - οὐγοῦ διαβόντρου γυιοὶ - ἀλοὶ, ἀλοὶ, ἀλοί μου τοῦ κακόσορτου, ἴντ' ἆν' τοῦτο π' οὔπαθα - ἀλοὶ - (πρὸς τὸν Χῖον κοιμώμενον). Καλὲ σεῖς, μισὲ Μπουρλῆ, κοιμοῦστεν καλέ;
Χῖος Ἴντα πάθετεν;
Ξεν. Φονικὸ διαβόντρου γυιὲ, φονικὸ - κι' ἔ ξυπνᾶτεν πλιὰ;
Χῖος Καὶ ποῦντο ἄματις τὸ χειμονικό;
Ξεν. Καλὲ διαβόντρου κουλούκι, ἐγὼ λέγω σας φονικὸ, κι' ἐσεῖς ὀνειρευγοῦστεν χειμονικό; ἔν ξυπνᾶτεν τώρη νὰ δγῆτεν τὰ αἵματα;
Χῖος. Πιταοῦ κι' ἤγλεπά το ς' τὸ ὄνειρό μου - καὶ καὶ ποιὸς νὰ σᾶς χαρῶ ἤκαμέν το;
Ἀνατ. Ἀρβανίτη χτύπησε κηρτικό;
Χῖος. Καὶ π' οὖντος τώρη ἀρβανίτης;
Ἀνατ. Ἔφυγε - χοῦ - ἂν τὸ πγιάσῃς.
Χῖος. Οὐγοῦ, οὐγοῦ, ἴντα δουλειαῖς π' οὐπάθαμεν. Ἴντα νὰ τὸν κάμωμεν τώρη τὸν κρητικὸν;
Κύπρ. Νὰ τὸ γιατρέψψουμε.
Χῖος. Καὶ ποιὸς νὰ τὸ νὲ γιατρέψῃ, νὰ σᾶς χαρῶ;
Κύπρ. Ἐγὼ τὸ γιατρεύω - φέρτε ξύδιν, λάδιν, ῥακὶν, στουπὶν, μαστίχιν, καὶ ἕνα σαχάνιν, ἅψετε καὶ λαμπρὸν στῆ φουκοῦν νὰ τὸ κάμω μεχλάμιν νὰ τ' ἀλλείψω τὸ γιαράν του.
Χῖος. (πρὸς τὸν ξενοδόχον) μισὲ Μπαστιᾶ!… ἀκούσετέν τα; φέρτεν τα…
Ξεν. Ὀχωνοῦς φέρνω σᾶς τα· μὰ ἔν κάμνει, νὰ σᾶς χαρῶ, ν' ἆναι δῶ ὁ κρητικός. - νὰ τὸν σηκώσουμ' ἀπ' ἐδῶ. (φεύγει)
Κρὴς. Δὲν μπορῶ κιὰ ὀλιᾶς νὰ πουρήσω θιὸς κ' ἡ ψυσή μου.
Κύπρ. Σὲ καβαλλᾶμε στὸν ἄπαρο.

ΣΚΗΝΗ ΙΒ΄.


(ὁ ξενοδόχος εἰσέρχεται ἔντρομος, καὶ εἰδοποιεῖ τοὺς ἄλλους, ὅτι ἔφθασεν ἡ ἀστυνομία)

Ξεν. Καλὲ σεῖς, καλὲ σεῖς - οὐγοῦ - πλάκωσεν ἡ ἀστυνομία, πλάκωσε. Νὰ - ἔρχεται - ἔρχεται - ἀλοί μου ἀλοὶ, ἀλοὶ!! - Ἴντα νὰ κάμω τώρη; - ἤσβυσα πλιὰ ὁ κακόσορτος - ἤσβυσα.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ