Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, ΝΥΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 10:47 μ.μ.

0

Τα κτερίσματα απ' τον  Ελληνικό "Τάφο του ποιητή" **


Ο τάφος του ποιητή

Αν τους θνητούς οι αθάνατοι μπορούσανε να κλάψουν,
οι Μούσες τότε τον ποιητή τον Ναίβιο θα πενθούσαν:
απ' όταν τη θέση του στον θησαυρό του Άδη επήρε,
δεν ξέρουν πια λατινικά στη Ρώμη να μιλούνε.

Γναίος Ναίβιος (269-201 π.Χ.)

*

Πολίτες, εδώ, βλέπετε, στην γηραιά ομορφιά του,
τον Έννιο, των πατέρων σας του άθλους που έχει ψάλει.
Δάκρυα μη μου προσφέρετε - όχι πένθος, όχι θρήνους!
Γιατί; Αλλά να: στων ζωντανών τα χείλη ζω τη ζωή μου.

Κούιντος Έννιος (239-169 π.Χ.)

*

Όσο κι αν είσαι βιαστικός, έφηβε, τούτη η πέτρα
και τα ψηφιά που πάνω της χαράχτηκαν, γυρεύουν
το βλέμμα σου: εδώ κείτεται ο ποιητής Μάρκος Πακούβιος.
Είπα αυτό που 'χα να πω, κι αυτό ήταν όλο. Χαίρε.

Μάρκος Πακούβιος (περίπου 220-περίπου 169 π.Χ.)

_____

** ("Ο τάφος του ποιητή", που ανασκάφηκε στην Ελλάδα το 1981, δεν έχει καμιά συνάφεια με τα κείμενα των Ρωμαίων ποιητών που καταχωρούνται παραπάνω. Το θέμα όμως συνταιριάζεται θαυμαστά).

Αγαπούσε τα μουσικά όργανα, γι’ αυτό και τον συνόδευσαν στον θάνατο. Η λύρα, ο αυλός, η τρίγωνος (άρπα), ο πάπυρος, οι ξύλινες κηρωμένες πινακίδες και η γραφίδα, όλα τοποθετήθηκαν δίπλα του – προσωπικά αντικείμενα πολύτιμα και στον Κάτω Κόσμο. Γύρω στο 430 π.Χ. πέθανε αυτός ο μουσικός και ποιητής από τονΔήμο Αλωπεκής (σημερινή Δάφνη) και κατά τις συνήθειες της εποχής η ταφή του έγινε δίπλα στον δρόμο.
Θα έμενε εκεί για πάντα, χαμένος στη λήθη της αιωνιότητας, αν κάποιες σύγχρονες εργασίες του δήμου δεν έφερναν στο φως, την άνοιξη του 1981, την ταφή που ασμένως ονομάστηκε "Ο τάφος του ποιητή". Αλλωστε σε ένα από τα κέρινα πινακίδια οι ερευνητές αναγνωρίζουν με μεγάλη πιθανότατα ένα γνωστό απόσπασμα του Ησίοδου: «Ολβιος όν τινα Μούσαι φίλωνται» («Ευτυχής εκείνος που αγαπούν οι Μούσες»). Ενας μύθος, δηλαδή, είχε ήδη γεννηθεί. Ωστόσο τα κτερίσματα που συνόδευαν τον νεκρό δεν αποτέλεσαν μόνον έκθεμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Πειραιά, όπου μπορεί κανείς να τα δει σήμερα. Αποδείχθηκαν πολυτιμότερα.

Η άρπα, γνωστή μας μόνο από παραστάσεις σε αγγεία, είναι η μοναδική που έχει διασωθεί από την αρχαιότητα, έστω και αν λείπει ένα τμήμα της. Το εξίσου σημαντικό: ο πάπυρος και τα πινακίδια περιέχουν άγνωστα στοιχεία κειμένων στο ιωνικό αλφάβητο του 430 π.Χ. αλλά και τεκμήρια μουσικής γραφής. Πρόκειται για ένα σύνολο το οποίο μελέτησαν ερευνητές της Αρχαιολογίας, της Κλασικής Φιλολογίας και της Αρχαιομουσικολογίας. Γιατί η αρχαία ελληνική μουσική αποτελεί ένα μεγάλο όσο και γοητευτικό ερωτηματικό για τους συγχρόνους, που αναζητούν απαντήσεις για τα μουσικά όργανα και τον ήχο τους αλλά και για την προσωδιακή εκφορά του έμμετρου λόγου.
Δύο ήταν στην πραγματικότητα οι παρόδιοι τάφοι που είχαν ανακαλυφθεί στην οδό Βασιλίσσης Ολγας 33. Θεωρείται μάλιστα ότι ο σύγχρονος δρόμος ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό την πορεία του αρχαίου, που οδηγούσε από την Πύλη Διομέων (κοντά στο Ολυμπιείο) προς το Σούνιο. «Ηταν γειτονικοί, κιβωτιόσχημοι και ασύλητοι» επισημαίνει η αρχαιολόγος κυρία Εφη Λυγκούρη , μία εκ των ερευνητών σήμερα.
Ο ένας τάφος περιείχε μόνο σκελετό και τέσσερις λευκές ταφικές ληκύθους, ενώ ο άλλος ήταν αυτός που με τα κτερίσματά του επέτρεψε στους αρχαιολόγους να αντλήσουν σημαντικές πληροφορίες για την αρχαία ελληνική μουσική και τα μουσικά όργανα. Αλλά και τα εργαλεία ήταν συναφή με τα όργανα καθώς συχνά τα κατασκεύαζαν ή τα συντηρούσαν οι ίδιοι οι μουσικοί.
Η μελέτη
Η άρπα, το κέλυφος χελώνας που ήταν ηχείο λύρας και ο αυλός βρέθηκαν γύρω από τον νεκρό μαζί με σπαράγματα παπύρου, τέσσερα ξύλινα κηρωμένα πινακίδια, θραύσματα πινακιδίων και ξύλου, μια ξύλινη κασετίνα και έναν χάλκινο κονδυλοφόρο, ένα χάλκινο φιαλίδιο, μια σιδερένια ξύστρα και ένα σιδερένιο πριόνι, έξι οστέινους αστραγάλους και δύο χάλκινα ομοιώματά τους.
Πρόκειται για ένα σπουδαίο και καλά χρονολογημένο κλειστό σύνολο που επέτρεψε την ανάγνωση – μερικώς – των κειμένων, έργο που ανέλαβαν δύο σημαντικοί επιστήμονες, ο κ. Έγκερτ Πέλμαν   ομ. καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ερλάνγκεν και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, και ο κ. Μάρτιν Γουέστ, ερευνητής καθηγητής Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και εταίρος στην Ακαδημία Αθηνών.
Ταυτόχρονα δύο Έλληνες ερευνητές ειδικευμένοι στη μελέτη και ανακατασκευή αρχαίων μουσικών οργάνων, ο κ. Στέλιος Ψαρουδάκης, αρχαιομουσικολόγος, επίκουρος καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, και ο κ. Χρήστος Τερζής, διδάκτωρ της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής στο ίδιο Πανεπιστήμιο, στοχεύουν στην εκ νέου κατασκευή των τριών οργάνων του «Τάφου του ποιητή» με την αξιοποίηση και των νέων δεδομένων.
Το πόρισμα
Λεπτομερή αναφορά και περιγραφή των ευρημάτων των δύο τάφων έκανε ο καθηγητής Πέλμαν χρονολογώντας τα μεταξύ 430 και 420 π.Χ. Ενδιαφέρουσες πληροφορίες προέκυψαν εξάλλου από τη μελέτη των κειμένων, που έγινε από τον κ. Γουέστ (πλην της επισήμανσης του αποσπάσματος του Ησίοδου). «Πρόκειται για τον αρχαιότερο ως τώρα γνωστό ελληνικό πάπυρο και για τα αρχαιότερα πινακίδια με ελληνική γραφή» λέει.
Καθαρό και μικροσκοπικό χαρακτηρίζει ο ίδιος τον γραφικό χαρακτήρα των κειμένων, κάτι που σημαίνει ότι ο γραφέας ήταν εξοικειωμένος με τη γραφή. Και κάτι ακόμη: παντού είχε χρησιμοποιηθεί το ιωνικό αλφάβητο, ενώ οι φόρμες των στοιχείων απηχούν τον τύπο γραφής που εμφανίζεται σε επιγραφές της ίδιας περιόδου. Είναι πιθανόν μάλιστα ένα μέρος του κειμένου να ήταν γραμμένο σε στίχους.
Η άρπα, ο ξύλινος αυλός και η λύρα
Η μοναδικότητα της αρχαίας άρπας από τον «Τάφο του ποιητή», αφού παρόμοιο εύρημα δεν έχει υπάρξει ως τώρα, αποτελεί την πιο ενδιαφέρουσα πρόκληση για τους επιστήμονες. «Η άρπα παίζεται με τα δάχτυλα και ο ήχος της είναι λεπτός και εσωτερικός. Την έπαιζαν συνήθως κορίτσια, που τη στόλιζαν με κορδέλες ή ζωγράφιζαν το δέρμα, ενώ τοποθετούσαν διακοσμητικά ελάσματα στη ράχη του ηχείου, όπως αυτό που έχει αφήσει τα ίχνη του στην άρπα του «Τάφου του ποιητή»» λέει ο αρχαιομουσικολόγος κ. Χρήστος Τερζής, ο οποίος στοχεύει στην ανακατασκευή της, σε συνεργασία με τον καθηγητή κ. Στέλιο Ψαρουδάκη, χρησιμοποιώντας ξύλο φλαμουριάς αντί για καρυδιά, από την οποία μάλλον ήταν φτιαγμένη η άρπα του ποιητή. Κιθάρα, αυλός, πλαγίαυλος, χέλυς (είδος λύρας) είναι τα όργανα που ανακατασκευάζει και μελετά ο κ. Ψαρουδάκης, ο οποίος διευκρινίζει ότι ο ξύλινος αυλός που βρέθηκε στον τάφο ανήκει στον πρώιμο τύπο αυτού του οργάνου, που δεν περιλαμβάνει μηχανισμούς για κλείσιμο των οπών. Να σημειωθεί, εξάλλου, ότι η πρότασή τους για την κατασκευή και των τριών οργάνων – και της λύρας, δηλαδή, που είναι περισσότερο γνωστή – χρηματοδοτήθηκε για το έτος 2013 από το Ιδρυμα Λάτση.
 
 Θερμού Μαρία