ΜΑ 'ΣΦΑΛΛΕΝ ΕΙΣ ΤΑ ΛΟΓΙΑΖΕ, Κ' ΕΙΣ ΤΑ 'ΤΑΣΣΕ ΝΑ ΚΑΜΗ, ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ, ΟΨΕΙΣ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 4:11 μ.μ.

0



 (Μα ’σφαλλεν εις τα λόγιαζε, κ’ εις τα ’τασσε να κάμη)

Α'

............................................................................

ΠΟΙΗΤΗΣ

Του φίλου τα διατάματα μέσ’ στην καρδιάν εμπαίνα
του Ρώκριτου, και την πληγή δαμάκιν  αλαφραίνα∙
λέει του:

ΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Τα μου μίλησες ετούτη την ημέρα
σε λογισμό καλύτερο και πλια ελαφρό με φέρα.
Εβάλθηκα ν’ απαρνηθώ του παλατιού τη στράτα,
και να μακρύνω όσο μπορώ του πόθου τα μαντάτα,
να δυσκολέψω τς αφορμές, οπού με τυραννούσι,
κι ανέ μπορώ τα μάτια μου μπλιόντως να μη τη δούσι∙
κι α δε μπορώ να το βαστώ, καθ’ ώρα ας αποθαίνω
με τιμημένο θάνατο παρά με ντροπιασμένο.
Καλλιά νεκρό ας με κλάψουσι, ο κύρης με τη μάνα,
παρά να πουν πως με ντροπήν εκ τη φλακή με βγάνα.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Κι αρχίνισεν από λιγού να πράσση στο παλάτι
την αρμηνειά του φίλου ντου και τη βουλήν του κράτει.
Μα ’σφαλλεν εις τα λόγιαζε, κ’ εις τα ’τασσε να κάμη,
και το κορμίν του εσείρωνε κ’ ήτρεμε σαν καλάμι,
και μη μπορώντας να βαστά το μάκρος εκ την κόρη,
εβάλθηκε τσι πόνους του να συγκερνά ως εμπόρει.
Κι όντεν η νύχτα η δροσερή καθ’ άθρωπο αναπεύγει,
και κάθε ζο να κοιμηθή τόπο να βρη γυρεύγει,
ήπαιρνε το λαγούτον του κ’ εσιγανοπορπάτει,
κ’ εκτύπαν το γλυκιά γλυκιά ανάδια στο παλάτι.
Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή ’χε σαν αηδόνι,
κάθε καρδιά να του γροικά κλαίει κι αναδακρυώνει.
Ήλεγε κι ανεθίβανε του Έρωτα τα πάθη,
ογιά ν’ ακούση πάσα εις, τσι πράξες του να μάθη.
Κάθε καρδιά ανελάμπανε, αν ήτο σαν το χιόνι,
σ’ έτοια γλυκώτατη φωνή κοντά να τση σιμώνη.
Εμέρων’ όλα τ’ άγρια, τα δυνατά απαλαίνα,
στο νουν τ’ αθρώπου ό,τ’ ήλεγε με λύπηση πομένα∙
εμίλειε παραπόνεσες, που τσι καρδιές εσφάζα,
το μάρμαρον εσπούσανε, το κρούσταλλον εβράζα.
Ήμνογε και του φίλου ντου ογιά να του πιστεύγη,
πως μετ’ αυτά θε να περνά, κι άλλο να μη γυρεύγη.
Λέει του:

ΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Φίλε, εβάλθηκα τραγούδι και λαγούτο
γλήγορα να με γιάνουσι στον λογισμόν ετούτο.
Σαν τραγουδήξω και να πω τον πόνο, που με κρίνει,
μου φαίνεται πως είν’ νερό, και τη φωτιά μού σβήνει.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Ελόγιασ’ ο Πολύδωρος πως τούτο ν’ αληθέψη,
και να περνά με τσι σκοπούς, κι άλλο να μη γυρέψη∙
Και πάλι τρόπο καρτερεί ογιά να τον διατάσση,
ν’ απαρνηθεί και τσι σκοπούς, κι άλλη βουλή να πιάση.
Εις τούτη την καλή καρδιά δεν τόνε δυσκολεύγει,
σα φρόνιμος στο διάταμα, πάντα καιρό γυρεύγει,
Κ’ ήτονε πάντα μετ’ αυτό, δεν θε να τον αφήση
να πηαίνη μοναχός εκεί, ώστε να λησμονήση
εκείνα που τον τυραννού, κ’ έχουν ακόμη ρίζα,
ώστε να του βρωμέσουσιν ό,τι κι αν του μυρίζα.
Και την αυγή, πρι άλλος τσι δη, στο σπίτιν εγιαγέρνα,
κι ο Ρήγας με τη Ρήγισσα πολλήν χαρά επαίρνα,
να του γροικού να τραγουδή, κ’ ετσι γλυκιά να λέγη
του Έρωτα τσι πονηριές, τσι πράξες του να ψέγη.
Μ’ απ’ όλους τς’ άλλους πλια γλυκιά  ήσα στην Αρετούσα,
κι οληνυχτίς ανάπαψι δεν είχε να λογιάζη,
ποιος είν’ αυτός που τραγουδεί και βαραναστενάζει∙
και μέρα νύχτα η πεθυμιά πληθαίνει να τ’ ακούη,
μη γνώθοντας κι ο Έρωτας, όντε γελά, μας κρούη.
……………………………………………………………………..
Και με τη νένα τση συχνιά εμίλειε τούτα κείνα,
πάντα για τον τραγουδιστή αθιβολές εκίνα,
κι οληνυχτίς να τραγουδή τόσο πολλά ήρεσέ τση,
που ύπνον εις τα μάτια τζη δεν ήβανε ποτέ τζη,
ήπαιρνε τα τραγούδια του, συχνιά τα ξαναλέγει,
κ’ ερχίνησεν από μακρά ο πόθος να δοξεύγει.
Κι εξύπνα και τη Νέναν τση, κ’ εμίλειε μετά κείνη,
κουρφά κλεφτά την πάτασσε του Έρωτ’ η οδύνη.
……………………………………………………………………..
Ο Ρήγας, μια απ’ τσι πολλές εθέλησε να μάθη,
ποιος είν’ αυτός που τραγουδεί της ερωτιάς τα πάθη
έτσι γλυκιά και νόστιμα, που ταίρ’ άλλο δεν έχει,
και μιαν ημέρα κάλεσμα ήκαμε στο παλάτι,
ξεφάντωση από το ταχύ ως το βραδύν εκράτει,
κ’ ελόγιασε με τσι πολλούς, που’ σανε καλεσμένοι,
πώς να ’ρθει κι ο τραγουδιστής, και με χαρά ανιμένει
εκείνο, που έτσι γλυκιά τα βάσανά ντου λέγει,
οπού τον άθρωπο κινά με το σκοπό να κλαίγη∙
αμ’ ήσφαλέν του ο λογισμός για τότες, και κομπώθη,
κι ουδ’ ένα, ς’ κείνα που ’ρχισεν, όφελος δεν εδόθη,
γιατί ποτέ ο Ρωτόκριτος  δε θε να τραγουδήση
στο φανερό, μην τόνε δη κιανείς και τον γνωρίση,
και δυσκολέψ’ η μοίρά ντου με τσι σκοπούς ομάδι,
και χάση την παρηγοριά που ’παιρνε πάσα βράδυ∙
κι επήγε με το φίλο του, παράμερα καθίζει
δεν είχε φως να στρέφεται μηδέ ν’ αναντρανίζη.
Ήρχισεν η ξεφάντωσι, ήρθαν οι καλεσμένοι,
κ’ η Αρετούσα με χαρά στέκεται κι ανιμένει
ν’ ακούση τον τραγουδιστή τση νύχτας, να γνωρίση
ποιος είναι, που την τυραννά, κι όπου τση δίδει κρίση.
………………………………………………………………………
Ο Ρήγας βάνει λογισμό, πολλά βαθιά τον πιάνει,
ίντα ’ναι κι ο τραγουδιστής της νύχτας δεν εφάνη,
και μ’ άλλο τρόπο βάλθηκε, ποιος είναι να κατέχη,
κι ώστε να μάθη και να δη, πλιότερην έγνοιαν έχει.
Και κράζει μιαν αργατινή δέκα από την αυλήν του
οπού πλερώνουνταν καλά να βλέπουν το κορμίν του,
λέει τως: «Πιάστε τ’ άρματα χωστά και μη μιλήτε,
κι αμέτε σε παράχωστο τόπο και φυλακτήτε,
κι ως έρθη αυτός, που τραγουδεί και παίζει το λαγούτο,
γλήγορα φέρετέ τονε εις το παλάτι τούτο».
Κινούν και πάσι το ζιμιό κ’ οι δέκα αρματωμένοι,
καθένας τον τραγουδιστή ήστεκε κι ανιμένει.
Εις ώραν ολιγούτσικη, οπού ’σανε χωσμένοι,
θωρούν τον μ’ ένα σύντροφον αξάφνου και προβαίνει,
κι αρχίζει πάλι το σκοπό το γλυκοζαχαρένιο,
κ΄εκτύπα το λαγούτόν του, σαν το ’χε μαθημένο.
Η γλώσσα ντου παρά ποτέ εγίνηκεν αηδόνι,
και το μεσάνυχτο περνά, το φως τς αυγής σιμώνει∙
τότες από το χάλασμα βγαίνουν οι αντρειωμένοι,
κι ως τς είδεν ο Ρωτόκριτος σκολάζει και σωπαίνει,
και το λαγούτο σκόρπισεν εις εκατό κομμάτια,
να μη τόνε γνωρίσουσι κείνα τα ξένα μάτια,
και λέει και του φίλου ντου:

ΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Απόψε κάνει χρεία
να δείξωμε τη δύναμι κι όλη μας την αντρεία.
Η όρεξί σου α σε βαστά να μη μαςε γνωρίσου,
απόψε κάμε το πρεπό και συ με το σπαθί σου ,
κ’ εγώ καλλιά ’χω θάνατο, παρά να γνωριστούμε,
και πρι μας πάσι στου Ρηγός θέλω να σκοτωθούμε.
Ετούτοι, που στο χάλασμα εστέκα κι ανιμένα,
ο Βασιλιός τους ήπεψε να πιάσουσιν εμένα,
κ’ εγώ δε θέλω να πιαστώ, καλλιά ’χω να ποθάνω,
και να με πάσινε νεκρό εις το παλάτ’ απάνω.
Το κάλεσμα, που γίνηκε την περασμένη σκόλη,
κάτεχε γω ’μουν  αφορμή και μαζωκτήκαν όλοι.
Στέκε κοντά μου, βούηθα μου, κι ας πολεμούμ’ ομάδι,
κι ολπίζω απόψε αγδίκιωτοι δεν πάμεν εις τον Άδη.

ΠΟΙΗΤΗΣ

…………………………………………………………………
Σιμώνουν όλοι σπλαχνικά και χαιρετούν τσι δυο ντως
λέγοντας πως ορέγουνται περίσσα το σκοπό τως,
κι ας συνοδέψουν όλοι ντως, κ’ έτσι συντροφιασμένοι
να πάσινε στου βασιλιού, οπού τους ανιμένει,
να τραγουδήσουν του Ρηγός, τσι χάρες ντως να δείξου,
μην πορπατούσι μοναχοί, μα κι όλοι ντως να σμίξου.
Ετότες ο Ρωτόκριτος αρχοντικά μιλεί τως
και φρόνιμα, ως εγνώρισε κ’ είδε την όρεξίν τως∙
λέει τως:

ΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Φίλοι κι αδερφοί, η ώρα δεν το δίδει,
να πάμε τώρα στου ρηγός ’ς τση νύχτας το σκοτίδι,
τς αφέντες, οπ’ ορίζουσιν, οι δούλοι προσκυνούσι.
Κι όχι με κτύπους και φωνές να πα να τσι ξυπνούσι.
Εγώ δε θε να καρτερώ κ’ η ώρα με σπουδάζει,
κ’ εκείνο, που μου λέτε σεις, δεν πρέπει μήδε μοιάζει.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Σαν τους αποχαιρέτησε κ’ εμίσσευγε, θωρούσι,
πως δε γροικά με το καλό, κ’ εις το κακό θα μπούσι.
Εφήκασι τς αθιβολές, στ’ άρματα βάνου χέρα,
σπιθίζου, λάμπουν τα σπαθιά, κ’ η νύχτα γίνη μέρα.
‘Σ τούτα τ’ ανακατώματα δυο πέσα και ποθάνα,
κ’ οι δέκα οκτώ γενήκασι, κι αρχίσασι και χάνα∙
………………………………………………………………….
τη δύναμίν τως οι οκτώ γροικούσι πως εχάθη,
μισσεύγου, φεύγουν από κει, μην τς εύρουν κι άλλα πάθη.
…………………………………………………………………

ΠΟΙΗΤΗΣ

Και με τα ζάλα σιγανά στο σπίτι τως γιαγέρνου,
και το ταχύ άλλοι του Ρηγός κακά μαντάτα φέρνου∙
…………………………………………………………………
Δυο πήγα κ’ είπασίν του το από τσι πονεμένους,
κ’ εθώρειεν τους ο Βασιλιός άσκημα λαβωμένους∙
εκράτειεν το για θάμασμα δυο να μπορέσουν τόσα,
κι άλλους εσημαδέψασι, κι άλλους εθανατώσα∙
λέσιν του:

ΣΟΛΝΤΑΔΟΙ

Αφέντη, κάτεχε ό,τ’ είδαμεν απόψε,
α μαςε πέψης μπλιο εκεί την κεφαλή μας κόψε,
κι αυτόνος ο τραγουδιστής, κι αυτός ο λαγουτάρης
είναι μεγάλης δύναμης, είναι μεγάλης χάρης,
κι ό,τι γλυκότη κι ομορφιά εις το τραγούδι δείχνει,
τόσο φαρμάκι και φωτιά με το σπαθίν του ρίχνει.
Ζάχαρ’ είν’ το τραγούδι του, και το σπαθίν του Χάρος,
τς αλήθειες φανερώνομε, και μην το πάρης βάρος.
Ωσάν αιτός επέτετο, και το σπαθίν του εκράτει,
βροντή ’τονε το χέριν του, κι ως αστραπή τ’ αμμάτι,
εβάρισκε στη μια μερά, κ’ επλήγωνε στην άλλη,
κι από μακράς του φαίνουντα της ανδρειάς τα κάλλη.
………………………………………………………………………


ΠΟΙΗΤΗΣ

 Η Αρετούσα τα ’κουγε τούτ’ όλα που μιλούσα,
και σα δεντρά φυτεύγουντα μέσ’ στην καρδιά κι αθούσα,
κ’ επεριμπλέκαν οι βλαστοί, τα σωθικά τζη πιάνα,
κ’ εις έγνοια μεγαλύτερη και παίδα την εβάνα,
να μάθη τον τραγουδιστή, ποιος είναι να κατέχη,
οπ’ έτοιες χάρες κι αρετές κ’ έτοια γλυκότην έχει.
Επλήθαινεν η παίδα τζη κ’ η πείραξί τζ’ η τόση,
κ’  ήπασκεν όσον το μπορεί την παίδα ν’ αλαφρώση,
να συνηφέρη ο λογισμός, οπού τήνε πειράζει,
να δροσερέψει την καρδιά, που σαν καμίνι βράζει.
Κι ώρες ψιλότητες ξομπλιών εγάζωνεν η κόρη,
κι ώρες βιβλία τω φρόνιμω εδιάβαζε κ’ εθώρει,
κ’ ήπασκεν όσο το μπορεί να τση βουθήσ’ η γνώσι,
να πάψη ο πόνος τση καρδιάς κι οι νους τση να μερώση∙
μα ουδέ τα ξόμπλια τ’ ακριβά, μηδέ ψιλότης γράμμα
αλάφρωσιν εις το κακόν, οπού ’χε, δεν τση κάμα.
Το διάβασμα εσκόλασε, το ξόμπλι δεν τς’ αρέσει,
στην παίδαν τση δεν ηύρισκε πράμα να τη φελέση.
Πάντα ’ν’ ο νους τση στα βαθιά, πάντα στα μπερδεμένα
και πάντα στα θολά νερά και στ’ ανεκατωμένα.
Το λαγουτάρη αναζητά, του τραγουδιού θυμάται,
και τα βιβλία σφάλισε, το ξόμπλιν τς απαρνάται.
Κράζει τη Νένα τση χωστά μέσα στην κάμεράν τση,
με σιγανάδα και ντροπή τση λέει τα κουρφά τζη.


ΑΡΕΤΟΥΣΑ

Νένα, μεγάλη πείραξιν έχω στο νου μου μέσα,
και τα τραγούδια κ΄οι σκοποί αξάφνου μ’ επλανέσα,
και πεθυμώ και ραθυμώ να μάθω να κατέχω,
ποιος είν’ αυτός που τραγουδεί, κ’ έγνοια μεγάλην έχω,
κ’ ετούτη η τόση πεθυμιά μου φέρνει σα λακτάρα,
κι ως θυμηθώ πώς τραγουδεί, μου ’ρχεται λιγωμάρα.
Μηδέ θαρρής ’ς πράμ’ άπρεπον η πεθυμιά κινά με,
και κάλλιο να ’πεφτα νεκρή την ώρα κείνη χάμαι,
μα ως ρέγομαι να του γροικώ, ήθελα να το μπόρου,
ποιος είναι να τον κάτεχα, να τον εσυχνοθώρου,
γιατί από τα τραγούδια ντου κ’ εκ τς αντρειάς τη χάρι,
αυτός θε να΄ν’ απαρθινά ψηλού δεντρού κλωνάρι.
Γιατί σ’ αθρώπους  χαμηλούς χάρες δεν κατοικούσι,
πάντα ’ς τσι μεγαλύτερους γυρεύγουσι να μπούσι.
Μέσα μου λέ’ ο λογισμός, πως τούτος ο αντρειωμένος
ειςέ φωλιάν αρχοντική θε να ’ν’ αναθρεμμένος,
και το δεντρόν, οπού ’καμε αθό έτσι μυρισμένο,
σε τόπον άξο κι όμορφο το ’χουσι φυτεμένο.
.................................................................... 



Σχετικά με τις πηγές και το πρότυπο του "Ερωτόκριτου",

διαμορφώθηκαν δυο κυρίως απόψεις γύρω από το πρόβλημα των πηγών και των προτύπων του έργου. Η μια διέβλεπε στον "Ερωτόκριτο" μάλλον έμμεση μίμηση (μέσω ιταλικών μεταφράσεων) αρχαίων κλασικών (κυρίως Λατίνων). Η άλλη υπογράμμιζε τον καθαρά ελληνικό χαρακτήρα του ποιήματος και τη στενή σχέση του με το νεοελληνικό δημοτικό τραγούδι και παραμύθι. Ο Ξανθουδίδης τοποθετήθηκε ανάμεσα στις δυο αυτές θεωρίες: κατ' αυτόν ο "Ερωτόκριτος" είναι προσωπική δημιουργία του Κορνάρου και συνδυάζει "νάματα πολλαπλών μικρότερων πηγών", δηλαδή ποικίλες επιδράσεις από μεσαιωνικά  ελληνικά και αναγεννησιακά ιταλικά κείμενα, καθώς και στοιχεία από το δημοτικό τραγούδι, το γνωμικό, την προφορική παράδοση. Από την άλλη πλευρά είναι βέβαιο ότι ο Κορνάρος επηρεάστηκε από την κρητική ποίηση της εποχής του, από ποικίλα δημώδη ελληνικά αναγνώσματα και επίσης από την ιταλική λογοτεχνία. Όλα αυτά όμως αφορούν τις δευτερεύουσες πηγές, την προέλευση μεμονωμένων θεμάτων.

Ως προς την κύρια πηγή, η αλήθεια ήταν διαφορετική από ό,τι πίστευαν οι ερευνητές του 1900.

Όπως έδειξε ο Άλκης Αγγέλου, ο Ηπειρώτης λόγιος και καθηγητής της Ιονίου Ακαδημίας στην Κέρκυρα Χριστόφορος Φιλητάς, που πέθανε το 1867 είχει βρει (και μάλιστα πενήντα χρόνια πριν απ' τους ερευνητές του 1900) το βασικό "πρότυπο" του "Ερωτόκριτου". Σ' ένα από τα ανέκδοτα χειρόγραφα τετράδιά του που φυλλάσσονται τώρα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής (αριθ. 313) ο Φιλητάς παραθέτει με ακρίβεια και συντομία στοιχεία από την υπόθεση του προβηγκιανού και γαλλικού πεζού μυθιστορήματος "Paris et Vienne" (του 1432), πληροφορίες για το συντάκτη του γαλλικού κειμένου Pierre de la Cypede, καθώς και για τις ιταλλικές και άλλες μεταφράσεις και εκδόσεις του, και παραλληλίζει το έργο αυτό προς τον "Ερωτόκριτο" του Βιτσέντζου Κορνάρου. Ο Φιλητάς σημειώνει εύστοχες κρίσεις για την ανωτερότητα του "Ερωτόκριτου", του οποίου ξέρει και την πρώτη έκδοση (1712!). Έτσι αποδεικνύεται άλλη μια φορά ότι η φιλολογική επιστήμη στην Ελλάδα θα είχε ωριμάσει πολύ ενωρίτερα, αν είχε θεμελιωθεί στην επτανησιακή παράδοση.

Το 1935 ο Ρουμάνος μεσαιωνιστής N. Cartojan επανέλαβε την ξεχασμένη ανακάλυψη του Φιλητά (χωρίς να την ξέρει), συνδέοντας τον "Ερωτόκριτο" με το περίφημο στην εποχή του γαλλικό μυθιστόρημα "Paris et Vienne" *** και με τις ιταλικές μεταφράσεις του, ιδιαίτερα με την έμμετρη διασκευή του Angelo Albani Ornietano. Αναγνώριζε πάντως και ο Cartojan ότι στον "Ερωτόκριτο" δεν πρόκειται για μίμηση, αλλά για αναδημιουργία. Paris ήταν το όνομα του ερωτευμένου νέου και Vienne το όνομα της κόρης, ταυτιζόμενο με το όνομα της πόλης Vienne της νότιας Γαλλίας, με την υπόθεση να διαδραματίζεται στα χρόνια του βασιλιά Καρόλου.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο "Ερωτόκριτος" είναι μυθιστόρημα μεσαιωνικό. Η απόσταση από τον μεσαιωνικό τρόπο σκέψης και από τη μεσαιωνική αφηγηματική τεχνοτροπία είναι πολύ σαφής. Αν και το είδος του έμμετρου μυθιστορήματος και το θέμα του πιστού ζευγαριού που χωρίζεται και ξανασμίγει, έχουν τις καταβολές τους στον ύστερο μεσαίωνα, ο τρόπος με τον οποίο τα στοιχεία αυτά πραγματοποιούνται στον "Ερωτόκριτο" είναι, με την ευρύτερη σημασία του όρου, αναγεννησιακός.

Ιδιαίτερη σημασία παίρνει στον "Ερωτόκριτο" ο διάλογος. Οι σύντομες συνομιλίες του "Paris et Vienne" (σύντομες και στο ιταλικό κείμενο) αναπτύσσονται τώρα πολύ. Το στοιχείο αυτό προέρχεται από ένα νέο γραμματολογικό είδος, άγνωστο στους μέσους χρόνους, το θέατρο. Η προοδευτική εξέλιξη των συναισθηματικών καταστάσεων των προσώπων, η επίμονη ψυχολογική ανάλυση με την οποία προετοιμάζονται ή δικαιολογούνται οι πράξεις τους, ο ζωντανός προσωπικός λόγος, όλα αυτά είναι καινούργια. Η συστηματική απομάκρυνση του θρησκευτικού στοιχείου που πραγματοποιείται κατά τη μετάβαση από το δυτικό "πρότυπο" στο κρητικό έργο, αποτελεί επίσης γνώρισμα των νέων καιρών.

Αναγεννησιακό λοιπόν έργο, με την ευρύτατη έννοια, είναι ο "Ερωτόκριτος", έργο δεμένο με τη μεγάλη πνευματική κίνηση που απλώθηκε από την Ιταλία σ' ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη και κυριάρχησε σ' αυτήν στους πρώτους αιώνες των νέων χρόνων.

 *

Η γλώσσα του "Ερωτόκριτου" χαρακτηρίζεται από τάση συστηματικού καθαρισμού. Στοιχεία "λόγια", δηλαδή τύποι και λέξεις ασυμβίβαστες με το τυπικό  και τη φωνητική του κρητικού νεοελληνικού ιδιώματος απομακρύνονται. Η τάση αυτή υπάρχει και στον Χορτάτση, αλλά στον Κορνάρο είναι ισχυρότερη και συνεπέστερη. Όπως η γλώσσα, έτσι και η στιχουργία του "Ερωτόκριτου" μόνο φαινομενικά συμπίπτει με τη στιχουργία του δημοτικού τραγουδιού. Είναι φανερό ότι την εποχή αυτή η γλωσσική συνέπεια καθορίζεται από την προσωπική διάθεση, θέληση και ικανότητα του δημιουργού. Ο Κορνάρος επιδιώκει συνειδητά το ιδιωματικό ύφος, τη σπάνια και ιδιωματική λέξη και είναι δύσκολο να βρεθούν στίχοι του χωρίς κρητικό χρωματισμό. Χρησιμοποιούνται βέβαια και κοινοί δημοτικοί τύποι, όταν το μέτρο το απαιτεί, αλλά σχεδόν χάνονται στην ισχυρή ιδιωματική απόχρωση του συνόλου.

*

Με την ταύτιση του ποιητή και τη χρονολόγηση του "Ερωτόκριτου" σχετίζεται ένα άλλο φιλολογικό πρόβλημα: η πατρότητα της "Θυσίας του Αβραάμ" και η τοποθέτησή της (αν είναι έργο του Κορνάρου) πριν ή έπειτα από τον "Ερωτόκριτο". Νομίζω ότι το δράμα αυτό, που δεν σώζει το όνομα του δημιουργού του στα χειρόγραφα και στην έντυπη έκδοση της Βενετίας, είναι πιθανότατα έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου, λόγω των μεγάλων αναλογιών που υπάρχουν  μεταξύ της "Θυσίας" και του "Ερωτόκριτου" στη γλώσσα, στο ύφος και στην τολμηρή αναμόρφωση του ξένου προτύπου. Μπορούμε, τέλος, να χρονολογήσουμε τη "Θυσία"  γύρω στα 1600, και έπειτα από αυτήν τον "Ερωτόκριτο". Η χρονολόγηση αυτή συμφωνεί προς τις μεγάλες πιθανότητες ταυτίσεως του ποιητή με τον Vicento Cornaro. Υπενθυμίζω και εδώ ότι η ρητή δήλωση του ποιητή ότι έγραψε στη Σητεία μας υποχρεώνει να τοποθετήσουμε τη συγγραφή του ρωτόκριτου"  π ρ ι ν  από τον Κρητικό Πόλεμο, γιατί είναι αδύνατο να δεχτούμε ότι μετά την τουρκική απόβαση και κατάκτηση ολόκληρης της δυτικής Κρήτης στα 1645-46, έμεινε αμέριμνος ο Κορνάρος γράφοντας στη Σητεία.

Στυλιανός Αλεξίου

_____

- δαμάκι, μικρό, λίγο
- αργατινή, εσπέρα, βραδιά
- ζιμιό, το ζιμιό, ευθύς, λοιπόν
- παίδα, βάσανος, ταλαιπωρία
- απαρθινά, αληθινά