"ΝΤΑ", ΧΙΟΥ ΛΕΟΝΑΡΝΤ, ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 3:46 μ.μ.

0


Χιου Λέοναρντ, ΝΤΑ

Το "DA" ανήκει στην κατηγορία των θεατρικών έργων που επιδιώκουν να ξεφύγουν από το ασφυκτικό κλίμα του κυρίαρχου σήμερα "ωμού ρεαλισμού" με τις λογής λογής αποχρώσεις. Ο συγγραφέας του, μάστορας της τεχνικής του θεάτρου, πέτυχε με το "Da" μια δεξιοτεχνική σύνθεση: "φανταστικού" και "πραγματικού". Ξαναβρίσκουμε στο έργο αυτό, τα γνώριμα χαρίσματα των νεοκλασικών του Ιρλανδικού παραδοσιακού θεάτρου. Την αυτοειρωνεία των ηρώων, την ιδιόμορφη, επίσης, χρήση της αγγλικής γλώσσας με τους χαρακτηριστικούς ιδιωματισμούς, την αναφορά σε λαϊκούς μύθους και προπαντός την ποιητική προέκταση. Με τέτοιον χυμώδη εκφραστικό πλούτο πλάθει ο συγγραφέας τον σκηνικό του κόσμο, ένα κόσμο ονείρου και μνήμης, γιομάτον από ποικόιλα στιγμιότυπα, με γοργά περάσματα από το παρελθόν στο παρόν και αντίστροφα. Αυτή η παράθεση των σύντομων σκηνών γίνεται με τέτοια δεξιοτεχνία, ώστε η ροή της υπόθεσης να είναι αβίαστη και συνεχής,  μ' όλο που ο χρόνος είναι διαφορετικός και οι ήρωες αλλάζουν ηλικία όχι μόνο από σκηνή σε σκηνή αλλά και στη διάρκεια της ίδιας σκηνής. Με την υπερβατική δύναμη της τέχνης του ο δραματογράφος καταφέρνει να μας δώσει πολύ ζωντανά την αναπόληση αλλά και τη νοσταλγία του παρελθόντος. Και καθώς οι μνήμες ανάγονται στη νεανική ηλικία του ήρωα, παίρνουν διαστάσεις μεγαλύτερες, μεγεθύνονται κι έτσι οδηγούν στο κωμικό. Η τεχνική του ονείρου στα επιδέξια χέρια του Hugh Leonard γίνεται όργανο ψυχανάλυσης, φωτίζει τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ήρωα που έζησε τα δύσκολα παιδικά του χρόνια μέσα στη μιζέρια και κοντά στος θετούς του γονείς.

Μέσα στον ολιγοπρόσωπο πίνακα του έργου, πυ συναποτελείται από ιδιόμορφους χαρακτήρες, φαντάζει ο πατέρας, ένας παράξενος φτωχός Ιρλανδός κηπουρός, ευκολόπιστος, ευκολοφάνταστος, αθυρόστομος, χιουμορίστας, παραδοξολόγος, υποταγμένος στη μοίρα του, αλλά και θυμόσοφος, που πέρασε τη ζωή του σαν πρόβατο χωρίς όμως αυτό να τον εμποδίσει να πάρει ενεργό μέρος στην αντίσταση κατά των Άγγλων κατακτητών, κωμική αλλά και συγκινητική μαζί φιγούρα ανθρώπου με μεγάλη καρδιά και πλούσια αισθήματα. Κοντά του επτά άλλοι χαρακτήρες ολοζώντανοι, κι ας είναι οι τέσσερις από αυτούς μόνο μνήμες.

Κάτω από τις κωμικές σκηνές διαγράφεται, χωρίς τυμπανοκρουσίες, το κοινωνικό περιεχόμενο του έργου, οι ταξικές αντιθέσεις, η υπολογιστική ευμάρεια και η καρτερική ανέχεια. Έτσι το "Ντα" δεν περιορίζει τις φιλοδοξίες του στηξ δεξιοτεχνία της σκηνικής οικονομίας, που θα το καθιστούσε εγκεφαλικό επίτευγμα, αλλά θερμαίνεται από αισθήματα. Είναι έργο καρδιάς από άνθρωπο που ξέρει καλά την κουζίνα της θεατρικής δημιουργίας και ίσως αυτό να στάθηκε η παρόρμηση του συγγραφέα να τοποθετήσει την κύρια δράση στην κουζίνα ενός φτωχικού. Όπως όμως παίζει με το χρόνο, με αληθοφάνεια σχεδόν ταχυδακτυλουργική, έτσι παίζει και με το χώρο, που πότε παίρνει τούτη και πότε εκείνη την ιδιότητα. Από μώλος γίνεται λόφος, κι από κουζίνα κήπος. Μια αέναη μεταβολή, αφαιρετικής τεχνικής, που λες και πλαστουργεί τη μαγεία της θεατρικής πράξης και σε κάνει να δεχτείς τις πιο απίθανες αντιφάσεις και τις πιο παράλογες καταστάσεις. Το παράλογο, που είναι ένα πρωτοκύτταρο της Τέχνης, με το "Ντα" ξαναγυρίζει στον "κατ' εξοχήν" χώρο του, τη σκηνή.

Τάκης Μουζενίδης 

*

"Ντα", αποσπάσματα

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

................................................................................

ΜΗΤΕΡΑ (ήσυχα): Εσύ τα θεοτικά ονόματα να μη τα ξαμολάς επί ματαίω. (στον ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟ): Εσύ τα χέρια ψηλά.
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ (έχει όμως ενδώσει): δεν το φοράω αυτό το...
(η μητέρα τον χαστουκίζει κοφτά, σχεδόν με την ίδια κίνηση, του κάνει φορετό το πουκάμισο από πάνω. Του τραβάει τα χέρια να χωθούν στα μανίκια, το φέρνει κοντά της με ταρακούνημα, και κουμπώνει το πουκάμισο).
ΠΑΤΕΡΑΣ (ανακουφισμένος): Μπράβο το καλό παιδί. Η γυναίκα ολάκαιρο δικό μου πουκάμισο χαράμισε για να στο ματίσει - Ε Μαγκ;
ΤΣΑΡΛΥ: Άντε σεγοντάρισέ την. Μη σηκώσω ποτέ κεφάλι.  
ΜΗΤΕΡΑ (παγερά, με στόχο να ανταποδώσει την προσβολή):Εσύ, φέρε πρώτα μεροκάματο στο σπιτικό, και μετά να έχεις ιδιοτροπίες. Και τότε φόρα σκληρά κολάρα όσο θες. Και τον παλικαρά να μη τον κάνεις εδώ μέσα, αλλά όξω, στο μώλο - αν κοτάς. Μωρέ όλες οι παροιμίες είν' αληθινές: Κάνε παιδιά να δεις καλό.
ΠΑΤΕΡΑΣ: Μα τι έχει; Βασιλικό ρούχο!
ΜΗΤΕΡΑ: Παλιο-αχάριστα πλάσματα, στριμμένα...εσύ χύνεις το αίμα σου κι αυτά...στέφανον εξ ακανθών...
(Ο ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ φοράει το μπουφάν του. Κάθεται, παίρνει το βιβλίο του).
ΤΣΑΡΛΥ: Πάντα σε τουμπάρανε. Πάντα. Πού κότσια να κοντράρεις. Μαλάκιο.
(η ΜΗΤΕΡΑ στο προσκήνιο, κοιτάζει έξω, ανασηκώνοντας την κουρτίνα σ' ένα παράθυρο).
ΤΣΑΡΛΥ: Κι αυτό δεν ήταν τίποτα. Πού όταν είχες το ραντεβού με την Άιτα Μπυρν, και (για τη ΜΗΤΕΡΑ) της είπες να σιδερώσει το παντελόνι σου - τάχα  πως πήγαινες εκδρομή με το κατηχητικό. Όλη της τη ζωή δεν είχε σιδερώσει ποτέ  έ ν α  παντελόνι - το 'βρισκε άχρηστη πολυτέλεια, και λιγάκι σαν αμαρτία. Σου 'κανε την τσάκιση στα πλάγια...και σε ξεφώνισαν όλα τ' αλάνια της γειτονιάς - τι ξεφώνισαν που σ' είχαν πάρει αποπίσω και τραγουδούσαν "Άνοιξε ναύτη τα πανιά". Θυμάσαι;
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ (με μισόγελο τώρα): Χαμοζωή.
ΜΗΤΕΡΑ: Έρχεται (στον ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟ καταφοβισμένη, όλο έγνοια, ο καυγάς έχει ξεχαστεί). Να Δώσει ο Θεός και η Παναγία να σε τρυπώσει πουθενά.(ο ΠΑΤΕΡΑΣ ξεικάει για την πόρτα. Η ΜΗΤΕΡΑ τον κόβει με φωνή): Εσύ κρατήσου! Να χτυπήσει πρώτα.
ΠΑΤΕΡΑΣ: Γιατί, δεν τόνε ξέρω εγώ τον Ντραμ;
ΜΗΤΕΡΑ: Και το στόμα σου ραμμένο. Να φερθείς κύριος.
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Αφού υπαλληλάκος είναι.
(η ΜΗΤΕΡΑ του ρίχνει ματιά φαρμακερή.    Ακούγεται τρίξιμο εξώπορτας, παρουσιάζεται ο ΝΤΡΑΜ, 55άρης, λεπτός, στιφός. Η ΜΗΤΕΡΑ και ο ΠΑΤΕΡΑΣ στην πόρτα. Τα καλωσορίσματα με παντομίμα).
ΤΣΑΡΛΥ: Ε ρ γ ο δ ό τ η ς ήταν. (ο ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ κοιτάζει προς την πόρτα, αβέβαιος, όλο τρακ, αγωνία, τα χέρια του σφιγμένα σε γροθιές). 55λίρες το χρόνο. Δεν ήταν και λίγες για το χίλια εννιακόσσια...σαράντα...;
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Τέσσερα. Νοέμβρης.
ΤΣΑΡΛΥ: Τι έχεις;
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Τίποτα.
ΤΣΑΡΛΥ: Μη μου παίζεις εμένα τον ατρόμητο, πιτσιρικά...

.....................................................................................
ΠΑΤΕΡΑΣ: Κι εδώ έχει καλές δουλειές αν είσαι ανοιχτομάτης. Πάρ' εμένα. Κηπουρός στο Τζάκομπ 46 χρόνια συναπτά, από παλικαράκι που 'μουνα. Γιατί - δεν ήταν δηλαδή αυτό κελεπούρι;
ΝΤΡΑΜ: Κελεπούρι. Πώς. (βαριέται να τον κοντράρει).
ΜΗΤΕΡΑ: Τι παραπάνω θα βρει στην Αγγλία; Μπόμπες και υγρασία. Εδώ θα μείνει. Να 'χει και την περιποίησή του. Βλέπεις, κύριε Ντραμ, μόνο εμάς έχει στον κόσμο. Οι δικοί τον τον παραπέταξαν.
ΝΤΡΑΜ: "Δικοί του";
ΜΗΤΕΡΑ: Η μητέρα του. Όποια κι αν ήτανε.
ΝΤΡΑΜ: Δηλαδή...υιοθετημένο τον έχετε;
(ο ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ κατεβαίνει τη σκάλα τρεχάτος, δεν βλέπει την ώρα να φύγει από 'δω μέσα. Ακούει την τελευταία φράση, μισοκρύβετα).
ΜΗΤΕΡΑ: Κι εγώ τα άκουγα όλα, λιπόθυμος από ντροπή. Και συ, τα 'λεγες. Με τη γιορτινή σου φωνή. Μη σου φύγει κανένα κόμμα.
ΜΗΤΕΡΑ: Τον επήρα δέκα ημερών βρέφος, απ' το βρεφοκομείο. Και δεν τον εστέρησα από τίποτα. Η μητέρα μου, χρόνια συχωρεμένη, ο θεός ν΄αναπαύει την ψυχή της, γύρισε και μου λέει: "Μαγκ, βυζασταρούδι είναι. Δεν κατέχεις ούτε ποιος, ούτε γιατί, ούτε πού τον έσπειρε. Θα βλαστημήσεις την ώρα και τη στιγμή. Και στο τέλος θα σου ζητήσει μαι τα ρέστα.      
ΠΑΤΕΡΑΣ (μουγκρητό): Τι κάθεσαι τώρα και λες χριστιανή! Σου φέρθηκε ποτέ άσκημα το παιδί;
ΜΗΤΕΡΑ: Είπα εγώ τέτοιο πράμα! (στον ΝΤΡΑΜ): Κάνε πως ανασταίνεις παιδί με τριάντα σελίνια βδομαδιάτικο τότε, και δύο λίρες δέκα σήμερα, σαράντα χρόνια σκλαβιά και χαμαλίκι, για να δεις τι θα πει φτύνω αίμα.
ΤΣΑΡΛΥ: Ακίνητοι παρακαλώ. Επέρχεται το γκραν φινάλε - έλα μαμά.
ΜΗΤΕΡΑ: Και με παιδί τόσο ντελικάτο. Βλέπεις η κυρά δοκίμασε να το ρίξει.
ΝΤΡΑΜ: "Ρίξει"...Πού;
ΤΣΑΡΛΥ: Εδώ δραματική μουσική...τύμπανα. Και!
................................................................................
ΤΣΑΡΛΥ: Μια συγχορδία για φινάλε! Αυλαία!
ΜΗΤΕΡΑ: Για μας είναι παραπάνω από παιδί μας. Τώρα πια.
ΤΣΑΡΛΥ: Τα πλήθη χειροκροτούν έξαλλα. (στον ΝΤΡΑΜ): Και τώρα ανθοδέσμη στη μαμά. 
..................................................................................
ΤΣΑΡΛΥ: Έξοχα. Ανάφτε φώτα τώρα.
(ο ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ, με τα χείλη σφιγμένα για να μην ουρλιάξει, βγάζει έναν ήχο μισο-ουρλιαχτό, μισο-κλάμα και ορμάει έξω).
ΤΣΑΡΛΥ: Η κραυγή αυτή...για χρόνια είχα την εντύπωση πως βγήκε από τα μάτια μου.   
ΜΗΤΕΡΑ: Το παιδί ήταν; Τσάρλυ!
ΝΤΡΑΜ (κοιτάζει έξω): Μάλιστα. Πάει να μου ανοίξει. Λοιπόν, αφήνω υγείαν κυρία Τάυναν. Κι ό,τι ελάχιστο περνάει απ' το χέρι μου...
ΜΗΤΕΡΑ: Αμ δεν το ξέρω! Ο Θεόις εμένα ποτέ του δεν μ' αφήνει έτσι.
ΝΤΡΑΜ (κοιτάζει τον ΠΑΤΕΡΑ): Ομολογώ...χάνω πάσαν ιδέα.
ΜΗΤΕΡΑ: Νικ, πες αντίο
ΠΑΤΕΡΑΣ: Φεύγετε; Ώρα καλή - στο καλό. (Χαιρετάει με ναζιστικό χαιρετισμό). Θ' αναστηθούμε πάλι εκ της τέφρας μας. Όπως ο Φοίνιξ.
ΝΤΡΑΜ: Είσαι ξύλο απελέκητο.
(χαιρετάει με κλίση του κεφαλιού τη ΜΗΤΕΡΑ, και βγαίνει. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ σιγογελάει και κουνάει το κεφάλι, σαν να του είπαν έπαινο).
ΝΤΡΑΜ (off): Νεαρέ, για έλα κοντά.
ΠΑΤΕΡΑΣ: (καθώς η ΜΗΤΕΡΑ ξαναγυρίζει απ' το χωλ): Ο καψερός ο Ντραμ. Όχι πως είναι ο χειρότερος...Νοικοκύρης άνθρωπος. "Στα τριαντάφυλλα", μου λέει, "είσαι αχτύπητος".
(η ΜΗΤΕΡΑ τον καρφώνει με θανατερό βλέμμα, ανήμπορη να μιλήσει από τη μεγάλη οργή. Πηγαίνει τη φλυτζάνα του ΝΤΡΑΜ στο νεροχύτη).
ΤΣΑΡΛΥ (στον ΠΑΤΕΡΑ): Να της μάζευες τα λουριά! Μια φορά τουλάχιστον. Για δοκιμή. Άχνα δεν έβγαλες.
ΠΑΤΕΡΑΣ (στη ΜΗΤΕΡΑ, φωνάζει): Λέω απόψε να κάτσω να μερεμετίσω τα παπούτσια μου, Μαγκ. Εκείνο το βάρδουλο μ' έχει πεθάνει.
ΤΣΑΡΛΥ: Χρόνια. Τόσα χρόνια που σε θυμάμαι καθισμένο να κοιτάς τη φωτιά ώρες, άραγε τι πράγματα περνούσαν απ' το μυαλό σου; Σκεφτόσουνα; Και τι; Απ' ό,τι σε ήξερα, ποτέ σου δεν είχες  μ ι α  ελπίδα, ένα όνειρο, ποτέ σου δεν είπες μια κουβέντα ωστή, ολοκληρωμένη..
ΠΑΤΕΡΑΣ (τρίβει τα πόδια του): Μάλιστα. Βροχή αύριο -με πονάει το κότσι μου.
ΤΣΑΡΛΥ: Τράπουλα την Τετάρτη, σινεμά την Κυριακή, λεμβοδρομίες κάθε πρώτη Δευτέρα του Αυγούστου. Καπνός λαθραίος, βλαστήμια, κατάρα. Η ζωή σου. Και πενήντα οκτώ χρόνια κηπουρός, εννιάωρο την ημέρα, σ' ένα βραχοτόπι που και μουλάρι ξεπεταλώνει. Και στο τέλος, σε πετάνε με δέκα σελίνια τη βδομάδα σύνταξη, κι εσύ κάνεις μετάνιες από χαρά, γιατί τ' αφεντικά σου είναι "ανωτέρου κοινωνικού στρώματος". Ξόδεψες τη ζωή σου καθισμένος πάνω σε αγκάθια, καιδεν μετακουνήθηκες από φόβο μπας και σου πάρει άλλος τη θέση.
ΠΑΤΕΡΑΣ (μαλακά): Έχω χαζό παιδί.
ΤΣΑΡΛΥ (παρακαλετά): Στο χέρι σου είναι να της μαζέψεις τα λουριά. 
(μπαίνει η ΜΗΤΕΡΑ)
ΜΗΤΕΡΑ: Μέχρι και οι ξένοι ανθρώποι σε πήρανε χαμπάρι. Ξύλο απελέκητο.
........................................................................................................
ΤΣΑΡΛΥ: Τράβα τα τώρα! Σου είπα, μάζεψέ της τα λουριά!
(τα φώρα χαμηλώνουν στην κουζίνα και δυναμώνουν έξω, στο μώλο. Κράξιμο γλάρων. Έρχονται ο ΝΤΡΑΜ και ο ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ, σταματούν στο μώλο).
ΝΤΡΑΜ: Το πάει για νοτιά. Πίνεις καθόλου;
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Δεν το 'χω αρχίσει.
ΝΤΡΑΜ: Θα το αρχίσεις. Θεού θέλοντος. Είσαι γκομενιάρης; 
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Ορίστε;
ΝΤΡΑΜ: Το γυναικείο είδος. Κάνεις χρήσιν; 
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Εκτός εργασίας.
ΝΤΡΑΜ: Ως πασατέμπο...ψυχαγωγία, εννοείς...δεν το καταδικάζω. Ο Χένρυ Βων,ένα ςποιητής του 17ου αιώνα, κατά τα άλλα άξιος της λήθης του, είχε προσφυώς εντοπίσει το θέμα:
"ασχημότερον μηδενός
τροφαντός πισινός"
Έχεις καθόλου υπόψη σου Βων;
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: "Κι όλα περάσαν σ' ένα κόσμο καμωμένο από φως".
ΝΤΡΑΜ: Α! Ώστε διαβάζεις ποιήματα. Σ' ενα πράγμα θα σε προειδοποιήσω, φίλτατέ μου. Εάν εμείς οι δύο πρόκειται ν' ανοίξουμε νιτερέσο, κάτεχε τούτο: δεν ανέχομαι τον ψεύτη. Έτσι; Πρώτη σου και τελευταία σου - ναι;
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Εγώ δεν είπα...
ΝΤΡΑΜ: Όχι να μου λες εμένα Σαίξπηρ και ξέρω-γω-τι. (τον κοιτάζει εξεταστικά). Επ 'αυτού θα τα ξαναπούμε αφθόνως...
..............................................................................

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

...............................................................................


Ο ΤΣΑΡΛΥ και ο ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ προχωρούν προς την εξώπορτα, να μπουν στο σπίτι. Μια υπερβολική κινητικότητα του ΤΣΑΡΛΥ μαρτυράει πως τα 'χει κοπανήσει.
ΤΣΑΡΛΥ: Αβραμίκο; Ναι, τον θυμάμαι - το  ό ν ο μ α  δηλαδή.
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Ήταν ο τραμβαγιέρης.Όταν μας προσπερνούσε το τραμ στη στροφή, του φωνάζαμε: Αβραμίκο τι χαμπάρια; Εκείνος πάταγε το σήμα κινδύνου, σαλτάριζε να μας κυνηγήσει, κι άφηνε τους επιβάτες σύξυλους. Και μια τρεχάλα ο άτιμος...
ΤΣΑΡΛΥ: Βέβαια, Αβραμίκο. Και...(ξαφνικά βλέπει τον ΠΑΤΕΡΑ που έρχεται ξοπίσω τους, σέρνοντας το βήμα του). Σου είπα, δεν θέλω κολαούζο. Εμπρός, δίνε του!
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Άστ' τον κάτω.
ΤΣΑΡΛΥ: Μπαίνω στην ταβέρνα να φάω μια μπουκιά και να πιω μια μπύρα σαν άνθρωπος, κι αυτός ήτανε στημένος μπάστακας εκεί στον πάγκο, πριν από μένα! (στον ΠΑΤΕΡΑ): Εξαφανίσου!
(ο ΠΑΤΕΡΑΣ μισοκρύβεται κάπου στα σκοτάδια).
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Μπορείς να του φερθείς πιο ευγενικά.Στο κάτω-κάτω σήμερα έχει την τιμητική του.
ΤΣΑΡΛΥ: Ε ί χ ε  την τιμητική του. Τέλειωσε η κηδεία.
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ (παγερός): Τι φινέτσα. Από τρόπους αδερφέ, σκίζεις.
ΤΣΑΡΛΥ: Εσύ μη σνομπάρεις, πιτσιρικά. Αν  α υ τ ό ς  είναι  μ ι α  φορά νεκρός  εσύ είσαι δύο. Έλα μέσα τώρα και κράτα μου συντροφιά μέχρι να τελειώσω.
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Λέω να τα μαζεύω.
ΤΣΑΡΛΥ (επιθετικός): Θα τα μαζέψεις άμα σου πω εγώ! Για την ώρα, θα μείνεις εδώ να μου τριβελίζεις το μυαλό. Κι  ε γ ώ  θ' αποφασίσω πότε θα σε διώξω.
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Μπα! Εσύ!
ΤΣΑΡΛΥ: Και τους  δ ύ ο  μαζί δεν σας αντέχω. Μόνο για  έ ν α ν  από τους δυο σας έχει θέση στο μυαλό μου. Κι αν σ' αφήσω εσένα να φύγεις θα κουβαληθεί ο άλλος να μου μπαινοβγαίνει σαν γιο-γιο. Κοίτα τον, παραφυλάει. Άντε, πέρνα μέσα που σου λένε!
(έχει ανοίξει την εξώπορτα με κλειδί και σπρώχνει μέσα , μπροστά του, τον ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟ).
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Πιο κοντά τα χέρια σου - όχι σπρωξίματα και όχι καταπίεση! Κανακάρη μου.
ΤΣΑΡΛΥ: Μέχρι και τις κουβέντες του έχεις πάρει - άντε πέρνα.
(ο ΠΑΤΕΡΑΣ έρχεται σβέλτα  στην πόρτα και κάνει να χωθεί μέσα στα γρήγορα).
ΤΣΑΡΛΥ: Η αφεντιά σου, όχι! Θα μείνεις έξω.
(κλείνει την πόρτα. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ όμως περνάει τρεχάτος από τον τέταρτο τοίχο, και όταν μπει στην κουζίνα ο ΤΣΑΡΛΥ , τον βρίσκει θρονιασμένο στην πολυθρόνα του να γεμίζει την πίπα του).
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Έχεις βίζιτα.
ΤΣΑΡΛΥ: Ποιον; (κοιτάζει αγριεμένος τον πατέρα).
.................................................................................
ΤΣΑΡΛΥ: Τι;
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Κούκου. Γενικά. Δεν έχεις κέφι για ζωή, δεν έχεις ενδιαφέροντα. Κι από πάνω, δεν είσαι εντάξει άνθρωπος. Δεν τον πήρες μαζί σου στο Λονδίνο, όταν πέθανε η μητέρα.
ΤΣΑΡΛΥ: Του το πρότεινα.
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Το πρότεινε. Με το ζόρι να τον έπαιρνες.
ΤΣΑΡΛΥ: Ποιον! Τον έχει ζορίσει τούτον άνθρωπος;   
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Δοκίμασες;
ΤΣΑΡΛΥ: Μη μου παίζεις  τον ενάρετο εμένα, φιλαράκο μου. Δεν σου πάει. Ήσουνα  ε σ ύ  εντάξει άνθρωπος; Ποιος του 'κανε κάποτε δώρο για τα Χριστούγεννα πέντε ξυραφάκια;
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Αφού ήμουνα άφραγκος!
ΤΣΑΡΛΥ: Ναι; Γιατί; Θυμάσαι; Γιατί πήγες κι αγόρασες νάυλον κάλτσες για κείνη τη δακτυλογράφο που σ' άφησε να την πασπατεύεις στη μάντρα του τελωνείου. Άκου πέντε ξυραφάκια ζιλέτ.
ΠΑΤΕΡΑΣ: Και κάναν ένα ξούρισμα! Πρώτης γραμμής. Πρώτη μου φορά ξουρίστηκα με άλφα-άλφα μάρκα.
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Μιλάς εσύ που δεν ήρθες να του κλείσεις τα μάτια!
ΤΣΑΡΛΥ: Αφού ήταν ξαφνικό!
ΠΑΤΕΡΑΣ (σηκώνεται): Μάλιστα κάπου μου 'χει απομείνει ένα. Για βάστα.
ΤΣΑΡΛΥ-ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ (μαζί): Κάτσε κάτω!
ΤΣΑΡΛΥ: Ήταν ξαφνικό! Μέντιουμ είμαι;              
.........................................................................
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: ...σκοτούρες - για σένα. Αυτό θες να πεις; Γλιτώνεις το μπελά να κουβαληθείς επειγόντως, να τον ιδείς που ψυχομαχάει,να περιμένεις, να λες άσχετα πράματα.Όταν ήρθες εσύ, όλη τη χαμαλοδουλειά την είχαν τραβήξει άλλοι.
........................................................................
ΤΣΑΡΛΥ (το παραδέχεται): Μμμμμμ
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Για κοίταξέ με κύριε ρολογάκια. Εγώ δεν έχω αποκτήσει ακόμα τίποτα, αλλά τουλάχιστο έχω μερικές αρχές. Οι δικές σου πού είναι; να μπεις υπάλληλος του Ντραμ;
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Προσωρινά.
ΤΣΑΡΛΥ: Καταλάβαμε.
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Ένα μήνα θα μείνω. Ύστερα ανοίγω φτερά.
ΤΣΑΡΛΥ: Ένα μήνα;
(στην ουδέτερη περιοχή εμφανίζεται ο ΝΤΡΑΜ με γράμμα στα χέρια).
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Ένα μήνα.
ΝΤΡΑΜ: Ακούστε φίλε μου...(ο ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ στρέφει). Για πλησιάστε.
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Τι έκανα πάλι! (φεύγει από την κουζίνα, διασχίζοντας τον 4ο τοίχο, πλησιάζει τον ΝΤΡΑΜ). Μάλιστα, κύριε Ντραμ;   
ΝΤΡΑΜ: Πόσον καιρό σας έχω υπάλληλο εδώ, παιδί μου;
ΤΣΑΡΛΥ/ΝΕΟΣ: Δεκατρία χρόνια, κύριε Ντραμ.
...............................................................................
ΤΣΑΡΛΥ (ανοίγει την  πόρτα. Έκπληκτος): Κύριε Ντραμ
ΝΤΡΑΜ: Χαίρω που σας πρόλαβα. Μπορώ να σας πω δυο λόγια;
ΤΣΑΡΛΥ: Μα βέβαια. Περάστε. (πάνε στην κουζίνα).
ΠΑΤΕΡΑΣ: Ε...Ο γέρο-Ντραμ δεν είναι κι ο χειρότερος απ' όλη τη φάρα τους.
ΝΤΡΑΜ: Μια και...έχουν περάσει τόσα χρόνια έκτοτε...επιτρέπεται να σας σφίξω το χέρι; Η μέρα η σημερινή δεν αφήνει περιθώρια για μνησικακίες. (χειραψία). Χαίρω που...ξεχάσατε. Βέβαια, μην περιμένετε να σας πω ότι ήταν ακαλοσύνη σας. Ε γ ώ  ήμουνα ο μειωμένος.
ΤΣΑΡΛΥ: Πριν πολλά, πολλά χρόνια.
................................................................................
ΝΤΡΑΜ (προσπαθεί να είναι δίκαιος): Θα έλεγα, η συναλλαγή μαζί μου ήταν...πολύ δύσκολη..
ΤΣΑΡΛΥ: Ακατόρθωτη.
ΝΤΡΑΜ: Γι' αυτό καταφύγατε στην αυθάδεια.
ΤΣΑΡΛΥ (ατάραχος): Μάλιστα.
ΝΤΡΑΜ: Ζητιάνος που ζητιανεύει καβάλα.
ΤΣΑΡΛΥ: Καλύτερα, παρά πεζός.
(ο ΝΤΡΑΜ χτυπάει με τα δάχτυλα ένα ρυθμό στο τραπέζι).
ΠΑΤΕΡΑΣ: Μια φορά ένα παλικάρι πήγε να ξεμολογηθεί. "Πάτερ", λέει στον παπά, "καβάλησα μια κοπέλα". "Καλά έκανες παιδί μου", του κάνει ο πάπαρδος.. "προτιμότερο καβάλα, παρά ποδαράτο".
(απόπειρα γέλιου στο πρόσωπο του ΤΣΑΡΛΥ, ο ΝΤΡΑΜ, που δεν καταλαβαίνει γιατί, τον κοιτάζει έτοιμος να θυμώσει).
ΤΣΑΡΛΥ: Να σας ευχηθώ υγεία;
...................................................................................
ΝΤΡΑΜ (παίρνει στα χέρια του τον χαρτοφύλακά του): Όταν ήταν στο νοσοκομείο ο γέρος με ειδοποίησε να με δει.
ΤΣΑΡΛΥ: Ο πατέρας μου.
ΝΤΡΑΜ: Αυτός που ζούσε εδώ μέσα.
ΤΣΑΡΛΥ (επιμένει): Ο πατέρας μου.
ΝΤΡΑΜ (το προσπερνάει): Ήθελε τη συμβουλή μου. Του είπα, εφόσον δεν υπάρχει συγγένεια εξ αίματος, δεν θα μπορούσατε να διεκδικήσετε την περιουσία του.
ΤΣΑΡΛΥ: Ποια περιουσία; Αφού δεν είχε τίποτα.
.................................................................................
ΤΣΑΡΛΥ (κοιτάζει το δέμα): Η περιουσία του.
ΝΤΡΑΜ: Λάθος. Δεν ξέρω τι περιέχει, αλλά δεν έχει καμία σχέση με τη διαθήκη. Και, στη θέση σας, δεν θα τσαλάκωνα έτσι το φάκελλο. Περιέχει χρήμα.
ΤΣΑΡΛΥ: Χρήμα;
ΝΤΡΑΜ: Κατά δήλωσίν του, ποσόν 135 λιρών - τότε.
ΤΣΑΡΛΥ: Τόσα λεφτά δεν τα έβγαλε ούτε σ' όλη του τη ζωή.
ΝΤΡΑΜ: Εκείνος είχε άλλη γνώμη εν προκειμένω.
ΤΣΑΡΛΥ: Δεν ήξερε τι σας έλεγε. Αφού σας λέω  Ξ Ε Ρ Ω. Αυτός το μόνο εισόδημα που είχε ήταν η σύνταξή του, και οι επιταγές που του έστελνα για...(σταματάει αργά-αργά, στρέφει και κοιτάζει προς τον ΠΑΤΕΡΑ).
ΠΑΤΕΡΑΣ (στρατηγικότατα, την κοπανάει): Εκείνο το σκυλί της γειτόνισσας μπήκε στον κήπο...Ουστ... Ουστ. μωρέ!...Κοπρίτη!...
(ο ΤΣΑΡΛΥ τον κοιτάζει με δολοφονική διάθεση καθώς ο γέρος την κοπανάει από το πλυσταριό).
ΝΤΡΑΜ (περιμένει να ολοκληρώσει τη φράση του ο ΤΣΑΡΛΥ): Ναι;
ΤΣΑΡΛΥ: Έκανα λάθος.Τώρα θυμήθηκα την προέλευση.
ΝΤΡΑΜ: Του χρήματος;
ΤΣΑΡΛΥ: Ναι.
ΝΤΡΑΜ: Χρήμα μαζεμένο με κόπο, φαντάζομαι.
ΤΣΑΡΛΥ: Με αίμα.
ΝΤΡΑΜ: Αγαπητέ, όχι μελοδραματισμούς. Σε ποιον άλλον θα τ' άφηνε; Κάποτε τον αποκάλεσα ξύλο απελέκητο. Το πιστεύω ακόμα. Και όμως. Θα μπορούσε να ζήσει ζωή ανθρωπινότερη. Όλες μου οι πεποιθήσεις, όλα μου τα πιστεύω, έχουν ανατραπεί. Είτε τροποποιηθεί. Μερικά γελοιοποιήθηκαν. Να σας πω κάτι; Στα εβδομήντα χρόνια που ζω, για  έ ν α  μόνο είμαι σίγουρος απ' τα πολλά που έμαθα: ότι στο δημόσιο ουρητήριο, προτεραιότητα έχει ο εκ δεξιών εισερχόμενος. (στεγνός). Δεν είναι και σπουδαίο αποθησαύρισμα. Ε; 
ΤΣΑΡΛΥ (χαμογελάει): Τώρα, έμαθα  κ ά τ ι  κι εγώ.       
..........................................................................
ΤΣΑΡΛΥ: Τι κάνουν οι δυο σπίνοι σας;
ΝΤΡΑΜ: Μαδήσανε. (απλώνει το χέρι του). Χάρηκα για την αντάμωση. Ειλικρινώς. Έχετε γεια.
ΤΣΑΡΛΥ: Κύριε Ντραμ, ποτέ του δεν πήρε τίποτα από τα χέρια μου. Ποτέ του δεν δέχθηκε να τον βοηθήσω. Και ό,τι του πρόσφερα, το 'βανε στην άκρη δίχως να το χρησιμοποιήσει. Γιατί; 
ΝΤΡΑΜ: Δεν ξέρεις το λόγο;
ΤΣΑΡΛΥ: Τον ξέρετε σεις;
ΝΤΡΑΜ: Κακή ανατροφή.
(απλώνει το χέρι να δει αν ψιχαλίζει, κοιτάζει ψηλά, φεύγει. Ο ΤΣΑΡΛΥ ξαναγυρίζει στην κουζίνα).
ΤΣΑΡΛΥ: Πού είσαι; (ουρλιάζει). Έλα μέσα!... Ο ΠΑΤΕΡΑΣ μπαίνει)
ΠΑΤΕΡΑΣ: Θες ένα τσαγάκι;
...................................................................................

__________

Σημείωση: η μικρή συνέχεια, αλλά και όσα παραλείφθηκαν, είναι - θεατρικά - πανέμορφα. Προτείνω να αναζητήσετε το βιβλίο ή - με την πρώτη ευκαιρία - να δείτε το έργο.