Ο ΜΑΓΟΣ ΜΠΛΟΥ, ΕΛΕΝΗΣ ΠΡΙΟΒΟΛΟΥ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 9:22 π.μ.

0


Ο μάγος Μπλου (αποσπάσματα)

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου μέσα στο στερέωμα, ανάμεσα στους πολλούς πλανήτες και τα χιλιάδες αστέρια, ήταν κι ο πλανήτης του ατέλειωτου χειμώνα. Τον έλεγαν έτσι, γιατί τα μόνα χρώματα που έβλεπες σ' αυτόν τον πλανήτη, ήταν το ασπρόμαυρο και το γκρίζο.
Εκεί ζούσαν διάφοροι μάγοι. Μάγοι σκανταλιάρηδες, μάγοι αστείοι, μάγοι καλοί, μάγοι κακοί, μάγοι λωποδύτες, μάγοι καρπαζοεισπράκτορες. Μ' ένα λόγο κάθε καρυδιάς καρύδι.

Ανάμεσά τους ζούσε κι ο Μάγος Μπλου. Ένας μάγος γεμάτος παραξενιές. 
Τι το παράξενο είχε αυτός ο μάγος θα σας το πω...
Από μικρό παιδάκι δεν κρατούσε στο χέρι του ένα μαγικό ραβδί, σαν όλους τους φυσιολογικούς μάγους. Κρατούσε ένα πινέλο!
Ναι, ναι, και μην κάνετε καθόλου τι; πώς;
Ω! του άρεσε τόσο πολύ να παίζει με τα χρώματα, που σκορπούσε το μαγικό του αυτό πινέλο! Κι έναν μοναδικό σκοπό είχε βάλει στη ζωή του. Να ομορφήνει μ' αυτά τα χρώματα τον γκρίζο πλανήτη του ατέλειωτου χειμώνα.
...τι έφτιαχνε σαν είχε κέφια! Τίναζε το πινέλο του κι ολάκερος ο πλανήτης τυλιγόταν σ' όμορφα ζεστά χρώματα. 
Το γκρίζο το 'καμε πορτοκαλί, γαλάζιο ή ροζέ σαν το χρώμα της φρεζούλας που πρωτοβλέπει τον ήλιο.
Το μαύρο το 'καμε κοκκινωπό ή χρυσαφένιο ή μωβέ, κάποτε ωραίο κιτρινούλι σαν το καλογινωμένο λεμόνι.
Όλος ο κόσμος τότε γινόταν μια όμορφη ζωγραφιά.

- Τι περίεργος μάγος είναι τούτος! έλεγαν οι άλλοι μάγοι του πλανήτη. Εδώ ο κόσμος καίγεται κι αυτός σκορπάει χρώματα εδώ κι εκεί.
-  Σίγουρα θα του 'χει στρίψει.

Κάθε χρόνο την ίδια μέρα γινόταν το συνέδριο των μάγων. Οι μάγοι μαζεύονταν για να 'βρουν όλοι μαζί τα καινούρια κόλπα της μαγείας.

Ο Μάγος Μπλου δεν πάταγε ποτέ εκεί. Δεν τα χώνεψε ποτέ του τα συνέδρια. Προτιμούσε να ομορφαίνει τον κόσμο με τα χρώματα
- Δεν μου χρειάζονται άλλα κόλπα, έλεγε. Ξέρω αρκετά.
Κι έφευγε σφυρίζοντας το δικό του χαρούμενο σκοπό.

Τ' αποτελέσματα του συνεδρίου των μάγων έβγαιναν τη δεύτερη κιόλας μέρα.
Κι ήταν.
Μάγος θεωρείται όποιος:
Μπορεί να κάνει τον άνθρωπο σαύρα, βατράχι ή κάποιο τετράποδο κι άλλες μεταμφιέσεις.
Μπορεί να φέρνει με το μαγικό ραβδί του το χιονιά μέσα στο κατακαλόκαιρο, όταν όλοι απολαμβάνουν τον γκρίζο ήλιο στις ακτές.
Μπορεί και φέρνει τον καύσωνα στη μέση του χειμώνα, όταν οι σόμπες είναι στη διαπασών.
Εμείς οι λεβέντες καραμπουζουκλήδες, τα κάνουμε όλα αυτά; άρα είμαστε μάγοι.
Ο Μάγος Μπλου, που δεν τα κάνει, είναι ένας τσαρλατάνος.
Κι ο Μάγος Μπλου γελούσε. Ξεκαρδιζόταν στα γέλια μ' αυτά τ' αστεία.
Κι οι μάγοι έσκαγαν απ' το κακό τους, που μπορούσε ακόμα να γελάει.
Σαν τον έβρισκαν στο δρόμο να δείχνει στα παιδιά το παιχνίδι με τα χρώματα ή να βοηθάει καμιά σκυφτή γριούλα, να κουβαλήσει το δεμάτι με τα μαγικά ραβδιά των άλλων μάγων, σούφρωναν τα χείλια και σήκωναν τα φρύδια.
Και σαν τον έβλεπαν να πίνει τον καφέ του μαζί με το ζητιάνο κουρελή ή το γεωργό ή τον ψαρά του πλανήτη του ατέλειωτου χειμώνα, έτρωγαν το καπέλο τους με λύσσα.
Τρακόσια εξήντα πέντε καπέλα το χρόνο άλλαζαν!
Μαζεύονταν όλοι σε μια γωνίτσα κι έλεγαν ψυθιριστά:
- Μωρέ, τι 'ναι τούτος δω;
- Το βασιλιά δεν τον χειροφιλεί ποτέ.
- Ναι, ναι, είδατε που σαν βλέπει τον άρχοντα, κοιτάζει αλλού;
- Αφήστε τον, μωρέ, τον ανόητο, που κάνει παρέα μ' όλους τους κουρελήδες.
- Θα τον φτιάξουμε όμως, έννοια σας.

Κάποια μέρα ο πιο μάγκας απ' όλους, του 'στησε καρτέρι στη γωνία και του 'βαλε τρικλοποδιά.Τον έριξε κάτω και όλοι οι άλλοι έβαλαν τα γέλια.
...............................................................
Α! είχε παραγίνει το κακό μ' αυτόν τον μάγο.
Έφτιαξαν κι αυτοί έναν κύκλο, τον έκλεισαν μέσα και δεν τον άφηναν να βγει.

.......Μάγε της ώρας της κακιάς
μείνε δω που 'ναι καλά
γίνε μάγος σαν κι εμάς
Τραγουδούσαν.

Ο Μάγος Μπλου, τίναξε το πινέλο του και φάνηκαν πάνω απ' τα κεφάλια των άλλων μάγων μικρά πολύχρωμα αστεράκια.
Εκείνοι κοίταξαν. Ο Μάγος Μπλου βρήκε την ευκαιρία και το 'σκασε απ' τον κύκλο.

- Μάγος να γίνω σαν εσάς; είπε. Μα πώς μπορώ; Εγώ με το πινέλο μου θέλω τον κόσμο να ομορφήνω. Αυτός ο γκρίζος πλανήτης μού γεμίζει την καρδιά με θλίψη. Εγώ στην καρδιά μου έχω αγάπη, καλοσύνη και σοφία φυλαγμένα. Κι αυτά θέλω να δώσω στους ανθρώπους.

- Αγάπη; Καλοσύνη; Σοφία; Τι παράξενες λέξεις! είπαν οι άλλοι μάγοι. Σίγουρα είναι κατάσκοπος.
Κι έτρεξε ένας από τους σκανταλιάρηδες μάγους να πει το νέο στο βασιλιά.

Οι αυλικοί του βασιλιά έφεραν μπροστά του τον Μπλουμ, με μπόλικη αγριάδα τάχα, γιατί τον συμπαθούσαν κομματάκι αυτό τον περίεργο μάγο.
- Έμαθα πως κουβαλάς μαζί σου κάτι περίεργα πράγματα, του 'πε ο βασιλιάς. Αγάπη λέει, καλοσύνη ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Μήπως είσαι κατάσκοπος; 
Ο Μάγος Μπλου δεν απάντησε. Τίναξε το πινέλο του και το γκρίζο παγωμένο παλάτι γέμισε λουλούδια πολύχρωμα. Ο βασιλιάς δε νοιάστηκε καθόλου γι' αυτά. Δεν κατάλαβε τη γλώσσα του πινέλου.
- Δεν έχεις καμιά θέση εσύ και τα χρώματά σου σ' αυτό τον πλανήτη, είπε.
.................................................................
- Κανένας δεν με καταλαβαίνει, μουρμούρισε. Θα φύγω, θα φύγω μακριά. Ονειρεύομαι 'κείνη τη μικρή χώρα με τον καταγάλανο ουρανό, τη θάλασσα, τα ευτυχισμένα παιδικά μάτια.
Τότε, τυλιγμένη μέσα στην κρύα ομίχλη του κήπου πρόβαλε η Ηλιαχτίδα, το πρώτο χρώμα μέσα σ' αυτό το ατέλειωτο γκρίζο.
- Θα φύγουμε μαζί, είπε στο Μάγο Μπλου και τον έπιασε απ' το χέρι.
........................................................................

Οι δυο τους συναντήθηκαν καταμεσίς στον κάμπο, όπου ο Μπλου με το πινέλο του έστρωσε καταπράσινο χαλί κεντημένο μ' άσπρες μαργαρίτες. 
Μέρα μεσημέρι βγήκε το φεγγάρι παίζοντας με την άρπα του τη γλυκιά μελωδία του γάμου.
........................................................................
Στο γάμο ήταν καλεσμένοι κι οι άλλοι μάγοι...
Γλέντησαν και μέθυσαν.
Από θυμό; από χαρά ή από ζήλεια; Ποιος να το ξέρει.
........................................................................

Έτσι κάπως ο Μπλου και η Ηλιαχτίδα άφησαν τον πλανήτη του ατέλειωτου χειμώνα κι έφυγαν καβάλα στο συννεφαδένιο άλογο για τη χώρα της χαράς.
Κάποια στιγμή το συννεφαδένιο άλογο χάθηκε σ' ένα μαύρο σύννεφο καπνού.

- Χάσαμε το δρόμο πιστεύω, είπε ο Μάγος Μπλου.
- Καλέ μου, όχι, του 'πε η Ηλιαχτίδα. Είσαι στη χώρα που αγαπάς.
- Κι ο γαλανός ουρανός, η θάλασσα; τα ευτυχισμένα παιδιά; Πού είναι όλ' αυτά;
- Χάθηκαν μέσα σ' αυτό το σύγνεφο καπνού, είπε η Ηλιαχτίδα. Κάπου όμως εκεί στην πλατεία της Ελπίδας υπάρχει λίγο φως. Πάμε.

Ο Μπλου κοίταζε  με μάτια θλιμμένα τα πανύψηλα γκρίζα σπίτια. 
Τα στενά μπαλκόνια.
Τα μικρά παράθυρα.
Πάσκιζε να διακρίνει μέσα στο σύγνεφο ένα δεντράκι λίγο πράσινο, ένα μοσχομυριστό λουλουδάκι.
Και φτάσαν στην πλατεία της Ελπίδας.
..............................................................................

Τρία γκρίζα πουλιά, ανεβασμένα στο μπαλκόνι ενός πανύψηλου σπιτιού, ενός σπιτιού τέρας......τους μιλούσαν. Και τι δεν έλεγαν;
Θα φέρουν, λέγανε, στην πόλη άσπρες μέρες ευτυχισμένες. Θα αφανίσουν το γκρίζο που τόσο τους βασανίζει.
Το ένα πουλί έλεγε.......Τ' άλλο πουλί θα έφερνε........
Οι άνθρωποι ζητωκραύγαζαν και κουνούσαν τις σημαίες.
Ο Μάγος Μπλου σήκωσε το πινέλο του ψηλά και φώναξε.

- Ε, σεις πουλιά της ευτυχίας, εγώ θα σας βοηθήσω στο έργο σας αυτό. Την πόλη αυτή την αγαπώ. Την έβλεπα από μικρό παιδί στα όνειρά μου.

- Εσύ; είπαν τα πουλιά. Μακριά. Δεν θέλουμε βοηθούς. Είσαι ξένος. Φαίνεσαι. Δεν είσαι σαν κι εμάς. Σύρε στον τόπο σου.

Όμως ο μάγος Μπλου δεν άκουσε. Τίναξε το πινέλο του κι όλα γύρω άλλαξαν.
Ήρθε ο γαλανός ουρανός και η θάλασσα η καθάρια.
Οι καταπράσινοι κάμποι και τα λιβάδια.
Ο κοκκινόχρυσος ήλιος χάιδεψε τη γη με τις ζεστές του ακτίνες.
Η πόλη γέμισε φως. Τα φουγάρα, αντί για γκριζωπό καπνό έβγαζαν πολύχρωμες καρδούλες.
Οι σημαίες των ανθρώπων βάφτηκαν κι αυτές πράσινες, κόκκινες και γαλανές.
Τα πουλιά της ευτυχίας πήραν χρώμα κι αυτά. 
Πράσινο, γαλανό, κόκκινο.
Μα σαν φάνηκε τ' αληθινό τους πρόσωπο, το σκέπασαν με τις φτερούγες τους και πέταξαν μακριά.

Ο Μάγος Μπλου ανέβηκε πάνω σ' ένα βράχο και καμάρωνε την αγαπημένη του πόλη. Ήταν ευτυχισμένος.

Τότε έγινε το κακό.
Τα φουγάρα άρχισαν να βγάζουν γκρίζους καπνούς. Η πόλη τυλίχτηκε ολόκληρη ξανά στο ασπρόμαυρο πέπλο της.

- Δυστυχία! είπε ο Μάγος Μπλου. Ένα δάκρυ, ένα ρόζ μικρό μαργαριτάρι, κύλησε στο μάγουλό του.
Το ροζ μαργαριτάρι κύλησε στη γη. Και τότε το ουράνιο τόξο ξεπήδησε από κείνο το σημείο.
Πάνω του καθόταν η Ηλιαχτίδα. Ο Μάγος Μπλου χαμογέλασε.
Δε χάθηκαν όλα λοιπόν.
Αύριο θα ξημέρωνε καινούρια μέρα κι αυτός στο ουράνιο τόξο. Κάθησε δίπλα στην Ηλιαχτίδα και κίνησαν για ένα μακρύ ταξίδι σ' όλο τον κόσμο.

Τα ζεστά χρώματα τ' ουράνιου τόξου έπρεπε να χαϊδέψουν, να ζεστάνουν την κάθε γωνίτσα της γης.


Ελένη Πριοβόλου

_____

Αυτή ήταν, σχεδόν ολόκληρη, η ιστορία της κ. Ελένης για το Μάγο Μπλου και την ευχαριστούμε που την έγραψε.

Μπορείτε κι εσείς, με τα δικά σας πινέλα, τα δικά σας χρώματα, το δικό σας γέλιο, τη δική σας θέληση και τις δικές σας προσπάθειες να γίνετε παράξενοι μάγοι και να διώχνετε το μαύρο και το γκρίζο και κάθε κακό σύννεφο από ολόκληρο τον κόσμο, που θα σας χαμογελάει και θα σας ευγνωμονεί γι' αυτό.