ΤΖΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΠΟΡΚΜΑΝ, ΙΨΕΝ / ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΜΗΝΥΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:08 μ.μ.

0




Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν, Ερρίκου Ίψεν


Αποσπάσματα από την τρίτη και την τέταρτη πράξη

 

Τρίτη Πράξη

Κα Μπόρκμαν (ανυπόμονα): Πού ήσουνα, Μαλένα; Χτύπησα δυο φορές!
Μαλένα: Σας άκουσα, κυρία!
Κα Μπόρκαν: Κι όμως δεν ήρθες.
Μαλένα (μουρμουρίζοντας): Έπρεπε πρώτα τα ρίξω κάνα ρούχο πάνω μου.
Κα Μπόρκμαν: Ναι, ντύσου καλά λοιπόν. Κ' ύστερα πετάξου γλήγορα να μου φέρεις εδώ το γιο μου.
Μαλένα (την κοιτάζει σαστισμένη): Να πάω να φέρω τον κύριο φοιτητή;
Κα Μπόρκμαν: Ναι. Πες του πως πρέπει νάρθει αμέσως. Είναι ανάγκη να του μιλήσω.
Μαλένα (με κατεβασμένα μούτρα): Τότε είναι προτιμότερο να πάω στου επιστάτη να ξυπνήσω τον αμαξά.
Κα Μπόρκμαν: Γιατί;
Μαλένα: Για να ζέψει το έλκυθρο. Άλλο πράμα το διαβολόχιονο που ρίχνει απόψε.
Κα Μπόρκαν: Αχ, δε χρειάζεται. Ετοιμάσου και δίνε του γλήγορα! Θα πας δυο βήματα, ως τη γωνιά.
Μαλένα: Μα κυρία, δεν είναι ως τη γωνιά.
Κα Μπόρκμαν: Μα φυσικά. Δεν ξέρεις πού είναι η έπαυλη Χίνκελ;
Μαλένα (με νόημα): Μπα, - ώστε  ε κ ε ί  είναι απόψε ο κύριος φοιτητής;
Κα Μπόρκμαν (πειραγμένη): Ναι, πού ήθελες νάναι;
Μαλένα (χαμογελά): Να, έλεγα πως θάναι κι απόψε εκεί που είναι πάντα.
Κα Μπόρκμαν: Πού δηλαδή;
Μαλένα: Σ' αυτής, της κυρίας Βίλτον, έτσι δεν την λένε;
Κα Μπόρκμαν: Στης κυρίας Βίλτον;  Σ'  α υ τ η ν ή ς  το σπίτι δε συνηθίζει ο γιος μου να πηγαίνει τόσο συχνά.
Μαλένα (μέσα από τα δόντια της): Ο κόσμος λέει πως ο γιος σας, πού τον χάνεις, πού τον βρίσκεις, πάντα στο σπίτι της είναι.
Κα Μπόρκμαν: Αυτά είναι κουτσομπολιά, Μαλένα. Τρέχα τώρα γλήγορα στους Χίνκελ και ειδοποίησέ τον.
Μαλένα (ρίχνοντας πίσω το κεφάλι της): Όπως αγαπάτε, - τρέχω κιόλας.
(Ετοιμάζεται να φύγει από τον προθάλαμο. Την ίδια στιγμή, ανοίγει η πόρτα της εισόδου και φαίνονται- στο κατώφλι της η Έλλα Ρέντχαϊμ κι ο Μπόρκμαν).
Κα Μπόρκμαν (κλονίζεται και κάνει ένα βήμα πίσω): Τι σημαίνει αυτό;
Μαλένα (τρομάζει και σταυρώνει άθελα τα χέρια της): Κύριε Ιησού!
Κα Μπόρκμαν (πολύ σιγά στη Μαλένα): Πες του πως είναι ανάγκη νάρθει αμέσως.
Μαλένα (σιγά): Μάλιστα, κυρία.
(Η Έλλα κ' ύστερα ο Μπόρκμαν μπαίνουνε στο δωμάτιο. Η Μαλένα φεύγει γλιστρώντας από πίσω τους και κλείνει την πόρτα).
Κα Μπόρκμαν (που ξαναβρίσκει την αυτοκυριαρχία της, στην Έλλα): Τι έρχεται να κάνει στο σπίτι μου;
Έλλα: Θέλει να δοκιμάσει νάρθετε σε κάποια συνεννόηση, Γκούνχιλδ.
Κα Μπόρκμαν: Ποτέ δεν έκανε ένα βήμα για συνεννόηση.
Έλλα: Το κάνει τώρα.
Κα Μπόρκμαν: Την τελευταία φορά που ιδωθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο είτανε στο δικαστήριο. Όταν με καλέσανε να κάνω την κατάθεσή μου. -
Μπόρκμαν (την πλησιάζει): Και σήμερα έρχουμαι  ε γ ώ  να κάνω τη δική μου κατάθεση
Κα Μπόρκμαν (τον κοιτάζει): Εσύ!   
Μπόρκμαν: Όχι για τις παρανομίες μου. Γιατί  α υ τ έ ς  τις ξέρει όλος ο κόσμος.
Κα Μπόρκμαν (με πικρό αναστεναγμό):  Α υ τ ό  είναι αλήθεια. Όλος ο κόσμος τις ξέρει.
Μπόρκμαν: Δεν ξέρεις όμως  γ ι α τ ί  έκανα ό,τι έκανα. Γιατί  έ π ρ ε π ε  να το κάνω. Οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν  πως  έ π ρ ε π ε  να παρανομήσω ακριβώς επειδή ήμουν  ε γ ώ  , - ο Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν, - κι όχι οποιοσδήποτε  ά λ λ ο ς. Να τι θέλω να σου εξηγήσω τώρα.
......................................................................................................
Μπόρκμαν: Κ' εγώ το ίδιο. Τα πέντε ατέλειωτα χρόνια που έμεινα στη φυλακή - κι αλλού - είχα όλον τον καιρό να σκεφτώ. Κ' έπειτα τα οχτώ χρόνια που πέρασα πάνω στη σάλα δεν έκανα τίποτ' άλλο απ' αυτό. Ξανάκανα τη δίκη μου, έκανα την ανάκριση - του εαυτού μου. Την έκανα και την ξανάκανα χίλιες φορές...Πάνω στη σάλα πηγαινοερχόμουν κ' εξέταζα τις πράξεις μου απ' όλες τους τις πλευρές...κ' η απόφαση που έβγαζα κάθε φορά ήταν  α υ τ ή: κανέναν άλλο δεν είχα αδικήσει - παρά μονάχα τον εαυτό μου.
Κα Μπόρκμαν: Και μένα δε μ' αδίκησες; Ούτε το γιο σου; 
Μπόρκμαν: Σα μιλώ για τον εαυτό μου εννοώ και σένα και κείνον.
Κα Μπόρκμαν: Κι' όλοι οι άλλοι, οι εκαντοντάδες άλλοι; Που ο κόσμος λέει πως τους κατάστρεψες;
Μπόρκμαν (ζωηρότερα): Είχα την εξουσία! Κι άκουγα μιαν ακαταμάχητη προσταγή μέσα μου. Εκατομμύρια σκλάβοι γύρω μου, σ' όλη τη χώρα, και μες στα σπλάχνα της γης, με καλούσαν! Μου φωνάζανε να τους ελευθερώσω! Κανένας άλλος δεν τους άκουγε. Μονάχα εγώ.
Κα Μπόρκμαν: Ναι, για να κηλιδώσεις και να ντροπιάσεις τ' όνομα των Μπόρκμαν.
Μπόρκμαν: Ήθελα νάξερα αν οι άλλοι, έχοντας την εξουσία στα χέρια τους θα ενεργούσανε διαφορετικά από μένα.
Κα Μπόρκμαν: Κανένας, κανένας άλλος δε θάκανε αυτό που έκανες.
Μπόρκμαν: Ίσως. Ωστόσο μόνο γιατί δε θάχε τις δικές μου ικανότητες. Κι αν  έ κ α ν ε  κανένας το ίδιο, μια φορά δε θάχε και τον ίδιο σκοπό με μένα. Η πράξη του θάχε διαφορετική σημασία. - Με δυο λόγια, - αθώωσα τον εαυτό μου.
Έλλα (μαλακά και παρακλητικά): Μπορείς να το λες αυτό με τόση πεποίθηση Μπόρκμαν;
Μπόρκμαν (με μια κίνηση της κεφαλής): Σ' αυτό το κεφάλαιο είμαι αθώος. Τώρα όμως έρχεται μια άλλη  μεγάλη συντριπτική αυτοκατηγορία.
Κα Μπόρκμαν: Ποια;
Μπόρκμαν: Εκεί πάνω σπατάλησα οχτώ πολύτιμα χρόνια της ζωής μου. Την ίδια κιόλας μέρα που αποφυλακίστηκα, έπρεπε να ριχτώ στην πραγματικότητα, - στην πραγματικότητα που είναι σκληρή σαν το σίδερο και δεν ξέρει από όνειρα. Θάπρεπε να ξαναρχίσω, ξεκινώντας από χαμηλά για ν' ανέβω πάλι στις κορφές - ψηλότερα από κάθε άλλη φορά, - στο πείσμα του παρελθόντος.
........................................................................................
 Μπόρκμαν: Ναι,  α υ τ ή  είναι η κατάρα που με βαραίνει, που δε βρήκα ούτε έναν άνθρωπο που να με νιώσει.
Έλλα (κοιτάζοντάς τον): Ούτε έναν, Μπόρκμαν;
Μπόρκμαν: Ίσως  έ ν  α ν  μονάχα. Εδώ και πολλά πολλά χρόνια. Τον καιρό που πίστευα πως δεν είχα ανάγκη να με καταλαβαίνουν οι άλλοι. Αργότερα όμως δεν βρήκα κανέναν! ...Έναν άνθρωπο που να με πείσει πως δεν έκανα τίποτε το ανεπανόρθωτο.
............................................................................................
Κα Μπόρκμαν (κάνει μιαν αποκρουστική χειρονομία): Π ο τ έ  σου δεν αγάπησες άλλον από τον εαυτό σου., - α υ τ ή  είναι όλη η ιστορία.
Μπόρκμαν (περήφανα): Αγάπησα τη δύναμη -
............................................................................................
Κα Μπόρκμαν: Και για το παιδί σου τι έκανες; Σε τι ωφέλησε η δύναμή σου - και ποια μέρα της ζωής σου ξόδεψες για να το κάνεις ευτυχισμένο;
Μπόρκμαν: Το γιο μου δεν τον ξέρω.
Κα Μπόρκμαν: Αυτό είναι αλήθεια. Δεν τον ξέρεις καθόλου.
Μπόρκμαν (με σκληρότητα): Και γι' αυτό φρόντισες συ η μητέρα του.
Κα Μπόρκμαν (τον κοιτάζει και λέει μ' ένα ύφος υπεροχής): Ω, δε μαντεύεις για ποιο πράγμα φρόντισα  ε γ ώ!
Μπόρκμαν: Εσύ;
Κα Μπόρκμαν: Ναι, εγώ. Ε γ ώ  μονάχη.
Μπόρκμαν: Πες μου λοιπόν τι έκανες; 
Κα Μπόρκμαν: Φρόντισα για την υστεροφημία σου.
Μπόρκμαν (μ' ένα σύντομο, σκληρό γέλιο): Για την υστεροφημία μου; Για σκέψου! Το λες αυτό σα νάμουν κιόλας νεκρός.
Κα Μπόρκμαν (με έμφαση): Μα  ε ί σ α ι  νεκρός.
Μπόρκμαν (αργά): Ίσως νάχεις δίκιο. (αναπηδώντας): Μα όχι, όχι! Όχι ακόμα. Κόντεψα να πεθάνω. Μα τώρα ξαναγύρισα στη ζωή. Στέκω στα πόδια μου. Η ζωή είναι ακόμα μπροστά μου. Τη βλέπω αυτή τη νέα ζωή που θαμποφέγγει, μια ζωή που κοχλάζει και περιμένει -, Και θα τη δεις και  σ υ  σε λίγο.
Κα Μπόρκμαν (σηκώνοντας ψηλά το χέρι της): Μην κάνεις πια όνειρα για τη ζωή. Μείνε ξαπλωμένος εκεί που βρίσκεσαι!
Έλλα (αγανακτισμένη): Γκούνχιλδ! Γκούνχιλδ, - πώς μπορείς - !
Κα Μπόρκμαν (χωρίς να την προσέξει): Θα στήσω ένα μνημείο πάνω στο τάφο σου.
Μπόρκμαν: Σίγουρα ένα μνημείο που θα διαιωνίζει την ντροπή.
Κα Μπόρκμαν (με ολοένα αυξανόμενη ταραχή): Α όχι, δε θάναι μνημείο ούτε από μάρμαρο, ούτε από μέταλλο. Στο μνημείο που θα σου στήσω κανένας δε θα μπορέσει να σκαλίσει μια ατιμωτική επιγραφή. Θάναι σαν ένα περιβόλι, σαν ένας φυσικός φράχτης από δέντρα και θάμνους, πυκνά, πολύ πυκνά φυτεμένος γύρω από τον τάφο σου. Αυτός θα κρύβει κάθε κηλίδα της ζωής σου. Και μπρος στα μάτια του κόσμου θα βυθίζει στη λησμονιά τον Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν!
Μπόρκμαν (με βραχνή και σκληρή φωνή): Αυτό είναι το έργο της αγάπης που σκοπεύεις να κάνεις;
Κα Μπόρκμαν: Και δε θα το κάνω μονάχη μου. Ούτε να το σκεφτώ μπορώ. Όμως μεγάλωσα τον παραστάτη μου, αυτόν που θ' αφιερώσει τη ζωή του γι' αυτό το έργο. Α υ τ ό ς  θα ζήσει με αγνότητα και μεγαλείο, μέσα στο φως, έτσι που η δική σου ζωή θα σβηστεί για πάντα από την ανάμνηση των ανθρώπων.
Μπόρκμαν (σκυθρωπά και απειλητικά): Αν εννοείς τον Έρχαρτ, πες μου το αμέσως.
Κα Μπόρκμαν (τον κοιτάζει σταθερά στα μάτια): Ναι, για τον Έρχαρτ πρόκειται. Για το γιο μου. Γι' αυτόν που θέλεις να παραχωρήσεις - σαν εξιλαστήριο θύμα των αμαρτημάτων σου.
Μπόρκμαν (ρίχνοντας μια ματιά στην Έλλα): Εξιλαστήριο θύμα για το πιο μεγάλο αμάρτημα της ζωής μου.
Κα Μπόρκμαν (σκληρά): Για το έγκλημα που έκανες σε μια  ξ έ ν η. Σκέφτηκες καθόλου το έγκλημα που έκανες σε  μ έ ν α; (κοιτάζει και τους δυο θριαμβευτικά): Μα δε θα σας υπακούσει! Όταν τον φωνάξω πάνω στην αγωνία μου, θάρθει! Γιατί  κ ο ν τ ά   μ ο υ  θα μείνει! Μαζί με μένα, με κανέναν άλλο - (Σταματά, αφουγκράζεται και φωνάζει): Αυτός είναι, αυτός είναι! Ο έρχαρτ!
(Ο Έρχαρτ Μπόρκμαν ανοίγει δρομαίος την πόρτα της εισόδου και μπαίνει μέσα, φορώτας το παλτό του και με το καπέλλο στο κεφάλι του).
Έρχαρτ (χλωμός και φοβισμένος): Μητέρα, - για όνομα του Θεού, τι - !
(Βλέπει ξαφνικά τον Μπόρκμαν που στέκει στο άνοιγμα της πόρτας του κηποδωματίου, ταράζεται και βγάζει το καπέλλο του)
Έρχαρτ (σωπαίνει λίγο κ' ύστερα ρωτά): Τι με θέλεις μητέρα; Τι συμβαίνει;
Κα Μπόρκμαν (ανοίγοντάς του την αγκαλιά της): Θέλω να σε δω, Έρχαρτ! Πρέπει να μείνεις κοντά μου - για πάντα.
Έρχαρτ (τραυλίζοντας): Κοντά σου; - Για πάντα! Τι θέλεις να πεις;
Κα Μπόρκμαν: Θέλω να σ' έχω δικό μου, δικό μου. Γιατί κάποιος γυρεύει να σε πάρει από μένα!
Έρχαρτ (κάνοντας ένα βήμα πίσω): Α! - Ώστε το ξέρεις;
Κα Μπόρκμαν: Βέβαια. Το ξέρεις  κ α ι   σ ύ;
Έρχαρτ (ταράζεται και την κοιτάζει): Α ν  τ ο  ξ έ ρ ω;  Μα φυσικά -
Κα Μπόρκμαν: Άχα, ένα συνωμοτικό παιχνίδι! Πίσω απ' τις πλάτες μου! Έρχαρτ, Έρχαρτ!
Έρχαρτ (γλήγορα): Πες μου, μητέρα, τι ξέρεις;
Κα Μπόρκμαν: Τα ξέρω όλα. Ξέρω πως η θεία σου είναι εδώ για να σ' αποσπάσει από μένα.
Έρχαρτ: Η θεία Έλλα;
Έλλα: Ά κ ο υ σ έ   μ ε   π ρ ώ τ α  μια στιγμή.
Κα Μπόρκμαν (συνεχίζοντας): Θέλει να σε παραχωρήσω σ' αυτήν. Θέλει νάναι η μητέρα σου, Έρχαρτ! Από δω και μπρος θάσαι δικό της κι όχι δικό μου παιδί. Θα κληρονομήσεις όμως όλη την περιουσία της. Θ' απαρνηθείς τ' όνομά σου και θα πάρεις το δικό της!
Έρχαρτ: Είναι  α λ ή θ ε ι α,  θεία Έλλα;
Έλλα: Ναι είναι αλήθεια.
Έρχαρτ: Δεν ήξερα το παραμικρό απ' όλα αυτά. Μα γιατί θέλεις να με ξαναπάρεις κοντά σου;
Έλλα: Γιατί αισθάνομαι πως εδώ θα σε χάσω.
Κα Μπόρκμαν (με σκληρότητα): Από  μ έ ν α  θα τον χάσεις, - μάλιστα! Και αυτό είναι το πρέπον.
Έλλα (τον κοιτάζει παρακλητικά): Έρχαρτ, δεν πρέπει να σε χάσω τώρα. Γιατί πρέπει να ξέρεις πως είμαι ένας έρημος, - ένας ετοιμοθάνατος άνθρωπος.
Έρχαρτ: Ετοιμοθάνατος;
Έλλα: Ναι, ένας ετοιμοθάνατος. Θέλεις να μείνεις κοντά μου ως την τελευταία στιγμή μου; Να μου αφοσιωθείς ολόψυχα; Νάσαι για μένα σαν ένα αγαπημένο παιδί -
Κα Μπόρκμαν (την διακόπτει): Και να εγκαταλείψεις τη μητέρα σου, ίσως ίσως και την αποστολή της ζωής σου; Το θέλεις αυτό; Έρχαρτ;
Έρχαρτ (με συγκίνηση και θέρμη): Θεία Έλλα, - ήσουν αφάνταστα καλή μαζί μου. Μεγάλωσα στο σπίτι σου κ' η αξέγνοιαστη ευτυχία που μου χάρισες ήταν ό,τι ωραιότερο μπορούσε να δοκιμάσει ένα παιδί στην ηλικία μου -
Κα Μπόρκμαν: Έρχαρτ, Έρχαρτ!
Έλλα: Ω, πόσο καλό μου κάνει που κρατάς αυτή την ανάμνηση! 
Έρχαρτ: - όμως δε μπορώ τώρα να θυσιαστώ για σένα. Μου είναι αδύνατο να είμαι ένας γιος για σένα και να δεχτώ τη ζωή που μου προσφέρεις -
Κα Μπόρκμαν (θριαμβευτικά): Ω, τόξερα καλά! Δεν θα τον πάρεις! Δε θα τον πάρεις, Έλλα!
Έλλα (βαρύθυμα): Το βλέπω. Τον ξανακέρδισες.
Κα Μπόρκμαν: Ναι, Ναι, - δικός μου είναι και δικός μου θα μείνει! Έρχαρτ, δεν είναι αλήθεια πως εμείς οι δυο έχουμε ακόμα να κάνουμε πολυ δρόμο μαζί;
Έρχαρτ (με μια εσωτερική πάλη): Μητέρα, - δε μπορώ να στο κρύψω περισσότερο -
Κα Μπόρκμαν (με αγωνία): Τι;
Έρχαρτ: Ο δρόμος που έχουμε να κάνουμε μαζί, μητέρα, είναι ελάχιστος.
Κα Μπόρκμαν (τινάζεται σα να τη χτύπησε κανένας): Τι σημαίνει αυτό;
Έρχαρτ (παίρνοντας θάρρος): Μα, Θεέ μου, είμαι - νέος, μητέρα. Μου φαίνεται πως μέσα σ' αυτή την κλεισούρα θα πάθω ασφυξία.
Κα Μπόρκμαν: Εδώ - Κοντά μου;
Έρχαρτ: Ναι, εδώ κοντά σου, μητέρα!
Έλλα: Τότε έλα μαζί μου, Έρχαρτ!
Έρχαρτ: Αχ, θεία Έλλα, και κοντά σου δεν είναι καλύτερα. Δ ι α φ ο ρ ε τ ι κ ό τ ε ρ α  είναι, βέβαια. Όχι όμως και καλύτερα. Καλύτερα για  μ έ ν α. Η ίδια κλεισούρα είναι κι εκεί. -που έχει τη μυρωδιά τριαντάφυλλου και λεβάντας!
Κα Μπόρκμαν (ταραγμένη και συγκρατώντας τα νεύρα της): Ώστε κλεισούρα αισθάνεσαι κοντά στη μητέρα σου!
Έρχαρτ (με αυξανόμενη ολοένα ταραχή): Δεν ξέρω πώς αλλιώς να τ' ονομάσω. Αυτή η νοσητή περιποιητικότητα - αυτή η ειδωλολατρεία - κ' εγώ δεν ξέρω. Μια φορά δεν αντέχω περισσότερο!
Κα Μπόρκμαν (τον κοιτάζει σοβαρά): Ξεχνάς την αποστολή που της αφιέρωσες τη ζωή σου, Έρχαρτ;
Έρχαρτ (βίαια): Αχ πες καλύτερα: που της αφιέρωσες συ τη δική μου ζωή. Εσύ, εσύ ήσουν η θέλησή μου. Εγώ δεν είχα ποτέ το δικαίωμα να θέλω για λογαρισμό μου. Δε μπορώ να υποφέρω περισσότερο αυτό το ζυγό. Είμαι νέος! Συλλογίσου το αυτό, μητέρα! (ρίχνοντας μια διακριτική ματιά, γεμάτη συγκατάβαση, στον Μπόρκμαν): Δε μπορώ να θυσιάσω τη ζωή μου για να εξιλεώσω τ' αδικήματα ενός άλλου. Όποιος κι αν είναι αυτός ο άλλος.
Κα Μπόρκμαν (με αυξανόμενη αγωνία): Ποιος σ' άλλαξεν έτσι, Έρχαρτ; 
Έρχαρτ (πειραγμένος): Ποιος -; Δε θα μπορούσα τάχα μόνος μου να -;
Κα Μπόρκμαν: Όχι, όχι, όχι! Υφίστασαι μια ξένη επίδραση. Η μητέρα σου δεν έχει πια καμιάν επιρροή πάνω σου. Ούτε και η - και η θετή σου μητέρα!
Έρχαρτ (με βιασμένη θρασύτητα): Υφίσταμαι τη δική μου επίδραση, μητέρα! Υπακούω στη δύναμη της δικής μου θέλησης.
Μπόρκμαν (πλησιάζει τον Έρχαρτ): Τότε ίσως νάρθε  κ α ι  η  δ ι κ ή  μ ο υ  σειρά επιτέλους.
Έρχαρτ (ψυχρά και με μετρημένη ευγένεια): Τι -; Τι θέλει να πει ο πατέρας;
Κα Μπόρκμαν (ειρωνικά): Θάθελα κ' εγώ να το ξέρω, μα την αλήθεια.
Μπόρκμαν (συνεχίζοντας χωρίς να ταραχτεί): Άκου με, Έρχαρτ, - δε θάθελες ναρθείς μαζί με τον πατέρα σου; Η ζωή ενός άλλου δε μπορεί ν' αποκαταστήσει ποτέ τον άνθρωπο που ξέπεσε. Αυτά όλα που σου λέγανε τόσον καιρό μέσα σ' αυτήν εδώ την κλεισούρα - είναι κούφια όνειρα. Κι αν ακόμα η ζωή σου ήταν υπόδειγμα για όλους τους αγίους μαζί, - και πάλι δε θα ωφελούσε αυτό σε τίποτα.
Έρχαρτ (με υπολογισμένο σεβασμό): Αυτό είναι αλήθεια.
Μπόρκμαν: Ναι, και πολύ λιγότερο θα ωφελούσε, αν εξακολουθούσα να λιώνω στη μετάνοια και στη συντριβή. Με όνειρα και μ' ελπίδες προσπάθησα να βοηθήσω τον εαυτό μου - όλα αυτά τα χρόνια. Όμως δε βγήκε τίποτα. Και τώρα θέλω να λυτρωθώ από τα όνειρα.
Έρχαρτ (κάνοντας μιαν ελαφρή υπόκλιση): Και τώρα - τι σκοπεύει να κάνει ο πατέρας;
Μπόρκμαν: Ν' ανορθωθώ, να τι θέλω. Ν' αρχίσω πάλι από το άλφα. Μονάχα με το παρόν και με το μέλλον του μπορεί ο άνθρωπος να εξιλεωθεί για τα περασμένα του. Θα εργαστώ, - θα εργαστώ χωρίς ανάπαυλα για ό,τι φάνταξε στα μάτια μου, όταν ήμουν νέος, σαν την ίδια την πηγή της ζωής. Αλλά τώρα, με χίλιες φορές μεγαλύτερη ζέση. Έρχαρτ, θέλεις νάρθεις μαζί μου και να με βοηθήσεις σ' αυτήν τη νέα ζωή;
Κα Μπόρκμαν (σηκώνοντας ψηλά τα χέρια): Μη δεχτείς, Έρχαρτ!
Έλλα (με θέρμη): Δέξου, δέξου. Βοήθησέ τον, Έρχαρτ!
Κα Μπόρκμαν: Εσύ του δίνεις αυτή τη συμβουλή; Η έρημη, - η ετοιμοθάνατη;!
Έλλα: Με μένα ας γίνει ό,τι γίνει.
Κα Μπόρκμαν: Φτάνει να μην τον πάρω εγώ.
Έλλα: Ναι, Γκούνχιλδ.
Μπόρκμαν: Δέχεσαι, Έρχαρτ;
Έρχαρτ (με λύπη και αμηχανία): Πατέρα, - δε μπορώ πια. Μου είναι αδύνατο.
Μπόρκμαν: Μα τι θέλεις, τέλος πάντων;
Έρχαρτ (παίρνοντας φωτιά): Είμαι νέος! Και θέλω να ζήσω  κ' ε γ ώ! Να ζήσω τη ζωή μου!
Έλλα: Ούτε λίγους μήνες δε θάθελες να θυσιάσεις για να γλυκάνεις τις τελευταίες στιγμές ενός δυστυχισμένου ετοιμοθάνατου;
Έρχαρτ: Θα τόθελα πολύ, μ α  δ ε  μ π ο ρ ώ, θεία.
Έλλα: Ούτε για μιαν ύπαρξη που στάθηκε τόσο καλή μαζί σου;
Έρχαρτ: Σου τ' ορκίζομαι στη ζωή μου, θεία, - δε μπορώ.
Κα Μπόρκμαν (κοιτάζοντάς τον αυστηρά στα μάτια): Κι ούτε η μητέρα μπορεί πια να σε κρατήσει;
Έρχαρτ: Θα σ' αγαπώ πάντα, μητέρα. Μα δε μπορώ πια να ζω μόνο για σένα. Γιατί  α υ τ ή  ε δ ώ  δεν είναι για μένα ζωή.
Μπόρκμαν: Τότε έλα κι ενώσου μαζί μου. Γιατί ζωή σημαίνει εργασία, Έρχαρτ. Έλα να δώσουμε τα χέρια και να ριχτούμε στη ζωή. Να δουλέψουμε.
Έρχαρτ (με πάθος): Μα δε θέλω  τ ώ ρ α  π ι α  να δουλέψω. Γιατί είμαι νέος! Ως σήμερα δεν τόξερα πως είμαι. Όμως τώρα το νιώθω, νιώθω τα νιάτα μου να με φλογίζουνε! Δεν θέλω να δουλέψω! Μόνο να ζήσω, να ζήσω, να ζήσω!
Κα Μπόρκμαν (δυνατά, υποψιαζόμενη κάτι): Έρχαρτ  - και για ποιο σκοπό θέλεις να ζήσεις;
Έρχαρτ (ενώ τα μάτια του πετάνε αστραπές): Για την ευτυχία, μητέρα!
Κα Μόρκμαν: Και  π ο ύ  ν ο μ ί ζ ε ι ς  πως θα τη βρεις;
Έρχαρτ: Τ η  β ρ ή κ α  κιόλας!
Κα Μπόρκμαν (μια κραυγή): Έρχαρτ -!
(Ο Έρχαρτ πηγαίνει γλήγορα στην πόρτα της εισόδου και την ανοίγει).
Έρχαρτ (φωνάζοντας έξω): Φάννυ - τώρα μπορείς νάρθεις!
(η  κ υ ρ ί α  Βίλτον, φορώντας πανωφόρι εμφανίζεται στο κατώφλι)
Κα Μπόρκμαν(με σηκωμένα χέρια): Η κυρία Βίλτον -!
..........................................................................................
Κα Μπόρκμαν (σταυρώνει τα χέρια): Κι  α υ τ ή ν  ακόμα την ανήκουστη ντροπή πρέπει λοιπόν να την υποφέρω;
Μπόρκμαν (στο βαθος, με διατρητική σκληρότητα): Χα, - είσαι συνηθισμένη, Γκούνχιλδ, να υποφέρεις ντροπές
Έλλα (ικετευτικά): Μπόρκμαν!
Έρχαρτ (το ίδιο): Πατέρα -!
Κα Μπόρκμαν: Πρέπει λοιπόν καθεμέρα, να βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια το γιο μου μαζί με μια - με μια -
Έρχαρτ (τη διακόπτει απότομα): Δε θα βλέπεις τίποτα, μητέρα. Μη φοβάσαι. Δε θα μείνω πολύ εδώ πέρα.
.......................................................................................
Έρχαρτ..........(κάνει να της απλώσει τα χέρια του): Λοιπόν, αντίο, μητέρα.
Κα Μπόρκμαν (κάνει μιαν αρνητική χειρονομία): Μη με πλησιάζεις!
Έρχαρτ: Α υ τ ή  είναι η τελευταία σου λέξη;
Κα Μπόρκμαν (με σκληρότητα): Ναι
Έρχαρτ (γυρίζοντας στην Έλλα): Αντίο, θεία Έλλα.
Έλλα (του σφίγγει τα χέρια): Στο καλό Έρχαρτ!........
........................................................................................
Κα Μπόρκμαν (μ' ένα χαμόγελο όλο κακία): Κυρία Βίλτον, - το βρίσκετε φρόνιμο που παίρνετε μαζί σας και το νέο κορίτσι;
Κα Βίλτον (της αποδίδει το χαμόγελο, μισά ειρωνικό, μισά σοβαρό): Οι άντρες είναι πολύ άστατοι, κυρία Μπόρκμαν. Και οι γυναίκες το ίδιο. Αν ο Έρχαρτ με βαρεθεί κάποτε - κ' εγώ βαρεθώ εκείνον, - θάναι ευχάριστο και για τους δυο, νάχει το καημένο το κορίτσι κάπου να στραφεί.
Κα Μπόρκμαν: Όμως εσείς;
Κα Βίλτον: Ω, εγώ βολεύουμαι εύκολα - μη σκοτίζεστε για μένα. Χαίρετε, κυρίες και κύριοι! (χαιρετά και φεύγει από την πόρτα της εισόδου. Ο έρχαρτ στέκεται μια στιγμή σαν αναποφάσιστος, μα ύστερα στρέφει και την ακολουθεί).
Κα Μπόρκμαν (σταυρώνοντας τα χέρια): Άτεκνη!
Μπόρκμαν (που τινάζεται, παίρνοντας μια ξαφνικήν απόφαση): Εμπρός λοιπόν, μονάχος μου έξω στην κακοκαιριά! Το καπέλο μου. Το παλτό μου. (τρέχει βιαστικά προς την πόρτα).
Έλλα (του φράζει φοβισμένη το δρόμο): Τζων Γαβριήλ πού πηγαίνεις;
Μπόρκμαν: Έξω στην κακοκαιριά της ζωής, δεν ακούς; Άφησέ με, Έλλα!
Έλλα (τον κρατάει γερά): Όχι, όχι, δεν πρέπει να βγεις έξω. Είσαι άρρωστος. Το βλέπω στο πρόσωπό σου!
Μπόρκμαν: Άφησέ με να φύγω, σου λέω (ξεφεύγει απ' τα χέρια της και βγαίνει απ' τον προθάλαμο).
Έλλα (στην πόρτα): Βοήθα με να τον εμποδίσουμε, Γούνχιλδ.
Κα Μπόρκμαν (στέκει στη μέση του δωμάτιου, ψυχρά και σκληρά): Δεν εμποδίζω κανέναν, όποιος κι αν είναι αυτός. Ας μ' αφήσουν όλοι τους. Κι ο ένας κι ο άλλος. Ας πάνε όσο μακριά - όσο μακριά θελήσουν. (Ξαφνικά, βγάζοντας μια σπαρακτική φωνή): Έρχαρτ, μη φύγεις! (Τρέχει προς την πόρτα με ανοιχτά τα χέρια. Η Έλλα στέκει μπροστά της και της κλείνει το δρόμο).
.............................................................................................     
                    
Τέταρτη πράξη

.......Η χιονοθύελλα πέρασε...μα το χιόνι σκεπάζει τη γη μ' ένα παχύ στρώμα...Σκοτεινή νύχτα. Στον ουρανό τρέχουνε σύννεφα. Το φεγγάρι ξεπροβάλλει αχνό πού και πού.. Μονάχα το χιόνι ρίχνει μια θαμπή αντιφεγγιά στο τοπίο. Ο Μπόρκμαν, η κυρία Μπόρκμαν και η Έλλα Ρέντχαϊμ στέκονται έξω στο πλατύσκαλο. Ο Μπόρκμαν στηρίζεται κουρασμένος κ' εξαντλημένος πάνω στον τοίχο. Έχει ριγμένο πάνω του ένα παλτό περασμένης μόδας, στο ένα του χέρι κρατάει μια γκρίζα ρεμπούπλικα και στο άλλο ένα χοντρό ροζιασμένο ραβδί. Η Έλλα Ρέντχαϊμ κρατάει το πανωφόρι της στο χέρι. Της κ. Μπόρκμαν το σάλι έχει πέσει στους ώμους της κ' έτσι το κεφάλι της μένει ξέσκεπο.
Έλλα (φράζοντας της κ. Μπόρκμαν το δρόμο): Μην τρέχεις ξοπίσω του, Γκούνχιλδ.
Κα Μπόρκμαν (με ταραχή και φόβο): Άφησέ με, σου λέω. Δ εν  π ρ έ π ε ι  ν α  φ ύ γ ε ι  από κοντά μου.
Έλλα: Δεν έχει κανένα λόγο, σου λέω.! Τώρα πια δεν τον προκάνεις.
Κα Μπόρκμαν: Άφησε  ν α  δ ο κ ι μ ά σ ω, Έλλα. Θα του φωνάξω δυνατά πάνω απ' το μεγάλο δρόμο. Και τη φωνή της μητέρας του θα την ακούσει, δε γίνεται.
Έλλα: Δ ε  μ π ο ρ ε ί  να σ' ακούσει. θάχει μπει κιόλας στο έλκυθρο.
................................................................................................
Κα Μπόρκμαν (με απόγνωση): Και θα κάθεται τώρα μέσα - πλάι σε κείνη, σε κείνη, - πλάι της!
Μπόρκμαν (μ' ένα σκοτεινό γέλιο): Κ' έτσι σίγουρα  δε θ' ακούσει τη φωνή της μητέρας του. 
................................................................................................
(το κουδούνισμα του έλκυθρου ακούγεται πολύ κοντά στο δάσος)
Έλλα: Βιάσου, Γκούνχιλδ! Τώρα περνούν κάτω απ' το χτήμα.
Κα Μπόρκμαν (στέκει μια στιγμή αναποφάσιστη κ' έπειτα γίνεται πάλι σκληρή): Όχι, δε θα του φωνάξω. Ο Έρχαρντ Μπόρκμαν ας με προσπεράσει. Ας τραβήξει πέρα μακριά. εκεί που τον περιμένει, καθώς λέει, η ζωή κ' η ευτυχία.
(το κουδούνισμα σβήνει στην απόσταση).
Έλλα (ύστερα από μικρή παύση): Δεν ακούγονται πια τα κουδούνια.
Κα Μπόρκμαν: Ηχούσανε στ' αυτιά μου σα νεκρικές καμπάνες.
Μπόρκμαν: Χο, χο - μια φορά δε σημαίνανε ακόμα και  τ ο  δ ι κ ό  μ ο υ  θάνατο!
Κα Μπόρκμαν: Σημαίνανε  γ ι α  τ ο  δ ι κ ό  μ ο υ. Και για κεινού που με παράτησε.
Έλλα (σκύβει συλλογισμένη το κεφάλι της): Ποιος ξέρει, Γκούνχιλδ, αν δεν τον καλούσαν αληθινά στη ζωή και στην ευτυχία.
Κα Μπόρκμαν (ανατινάζεται και την κοιτάζει σκληρά): Στη ζωή και στην ευτυχία, είπες!
Έλλα: Για λίγο καιρό τουλάχιστο.
Κα Μπόρκμαν: Θα του ευχόσουν ποτέ να γνωρίσει τη ζωή και την ευτυχία, - στο πλάι  ε  κ ε  ί ν η ς;
Έλλα (με θέρμη και ειλικρίνεια): Ναι, θα το ευχόμουνα με όλη μου την ψυχή.
Κα Μπόρκμαν (ψυχρά): Τότε θα πει πως η δύναμη της αγάπης σου είναι μεγαλύτερη από τη δική μου.
Έλλα (με χαμένη ματια, σα να βλέπει πολύ μακριά): Ίσως  η  σ τ έ ρ η σ η  της αγάπης να γιγαντώνει αυτή τη δύναμη.
Κα Μπόρκμαν (ρίχνοντάς της μια ματιά): Αν είναι έτσι, - τότε σε λίγο, Έλλα, θάμαι κι εγώ πλούσια σαν και σένα. (Γυρίζει και μπαίνει μες στο σπίτι).
Έλλα (στέκει λίγο και κοιτάζει τον Μπόρκμαν μ' έγνοια, έπειτα ακουμπά το χέρι της απαλά στον ώμο του): Τζων, έλα τώρα, έμπα κ' εσύ μέσα.   
Μπόρκμαν (σα να ξυπνά): Εγώ;
Έλλα: Ναι. Ο παγωμένος αέρας σου κάνει κακό. Το βλέπω στο πρόσωπό σου, Τζων.
Έλα μαζί μου μέσα. Στο σπίτι κάνει ζέστη.
Μπόρκμαν (απότομα): Μήπως πάνω στη σάλα πάλι;
Έλλα: Καλύτερα στην κάμαρά της.
Μπόρκμαν (πετιέται θυμωμένος): Ποτέ στη ζωή μου δε θα ξαναπατήσω το πόδι μου σ΄αυτό το σπίτι.
Έλλα: Μα πού θέλεις να πας, Τζων; Τέτοιαν ώρα, μές στη νύχτα;
Μπόρκμαν (βάζει το καπέλο του): Πρώτα πρώτα θα πάω να δω τους κρυμένους θησαυρούς μου.
Έλλα (τον κοιτάει φοβισμένη): Τζων - δε σε καταλαβαίνω.
Μπόρκμαν (με κομένο γέλιο): Αχ, δεν εννοώ τίποτα κλεψίμια κρυμένα στη γη. Μη φοβάσαι, Έλλα. (Σταματά και δείχνει με το δάχτυλο): για κοίτα  α υ τ ό ν  εκεί ποιος είναι;  (Ο Γουλιέλμος Φόλνταλ έρχεται στη σκηνή απ' τη γωνιά του σπιτιού...)
..............................................................................................
Έλλα: Μα πέρασε πρώτα με το φίλο σου στο σπίτι, Μπόρκμαν.
Μπόρκμαν (σκληρά): Δεν μπαίνω μέσα σου τόπα μια φορά.
Έλλα: Μα δεν άκουσες πως τον αναποδογύρισαν τον άνθρωπο;
Μπόρκμαν: Όλους μαζί μας αναποδογύρισαν έναν καιρό στη ζωή. Γι' αυτό πρέπει να σταθούμε ξανά στα πόδια μας. Και να κάνουμε έτσι, σα να μην έγινε τίποτα.             
Φόνταλ: Αυτό που είπες έχει πολύ βαθύ νόημα, Τζων Γαβριήλ.  Μα μπορώ να σου τα πω κι εδώ έξω -στο πόδι.
.............................................................................................  
Φόλνταλ: ........... Λοιπόν, αντίο! Καλά που το τραμ είναι κοντά. Καληνύχτα, καληνύχτα, Τζων Γαβριήλ. Τα σέβη μου δεσποινίς. (Χαιρετά και φεύγει κουτσαίνοντας από το μέρος που ήρθε).
Μπόρκμαν (στέκει λίγο ακίνητος και κοτάζει μπροστά του): Αντίο Γουλιέλμε. Δε σε αναποδογυρίζουνε, παλιέ μου φίλε, για πρώτη φορά στη ζωή σου.
Έλλα (τον κοιτάζει κρύβοντας την ανησυχία της): Είσαι χλωμός, πολύ χλωμός, Τζων -
Μπόρκμαν: Είναι απ' τον αέρα της φυλακής εκεί πάνω,
Έλλα: Πρώτη φορά μου σε βλέπω έτσι.
Μπόρκμαν: Μα θαρρώ πως πρώτη σου φορά βλέπεις έναν κατάδικο που τόσκασε.
Έλλα: Έλα τώρα, πάμε στο σπίτ, Τζων.
Μπόρκμαν: Μη θέλεις να με παρασύρεις. Σου τόπα μια φορά -
Έλλα: Όταν όμως σε θερμοπαρακαλέσω; Για το καλό σου -
(Η Μαλένα εμφανίζεται στις σκάλες)
Μαλένα: Συγνώμη, - η κυρία μούπε να κλείσω την εξώπορτα.
Μπόρκμαν (σιγά στην Έλλα): Τ' ακούς; θένε πάλι να με κλείσουνε μέσα.
Έλλα (στην υπηρέτρια): Ο κύριος διευθυντής δεν αισθάνεται και τόσο καλά. Θέλει ν' αναπνεύσει λίγο καθαρό αέρα.     
Μαλένα: Μα η κυρία μου είπε καθαρά, -
Έλλα: Κλειδώνω εγώ την πόρτα. Άφησε το κλειδί στην κλειδωνιά -
Μαλένα: Πάει καλά, - αφού επιμένετε. (Μπαίνει στο σπίτι).
Μπόρκμαν (στέκει λίγο κι αφουγκράζεται, ύστερα κατεβαίνει τρέχοντας στην αυλή): Τώρα τόσκασα από τη φυλακή, Έλλα! Δε με ξαναπιάνουν τώρα πια!
Έλλα (ακολουθώντας τον): Αλλά και μες στο σπίτι είσαι ελεύθερος, Τζων. Μπορείς να μπαίνεις και να βγαίνεις οπόταν θέλεις.
Μπόρκμαν (σιγά, σα να τον έπιασε ένας τρόμος): Πίσω στο σπίτι; Ποτέ πια! Εδώ έξω, μες στη νύχτα, είναι καλά! Αν ξαναγύριζα  τ ώ ρ α  πίσω στη σάλα, - το ταβάνι κ' οι τοίχοι θα γκρεμίζονταν πάνω μου. Και θα με πλάκωναν, θα με λιώνανε σα μύγα. 
Έλλα: Μα πού σκοπεύεις να πας;
Μπόρκαν: Μακριά από δω κι ολοένα μακρύτερα! Θέλω να δω αν θα μπορέσω να φτάσω ξανά την ελευθερία, τη ζωή και τους ανθρώπους. Θέλεις ναρθείς μαζί μου, Έλλα;
Έλλα: Εγώ Τώρα;
Μπόρκμαν: Ναι, ναι, αμέσως!
Έλλα: Πόσο μακριά.
Μπόρκμαν: όσο μακρύτερα μπορούμε.
Έλλα: Για σκέψου καλύτερα! Τέτοια υγρή και παγερή χειμωνιάτικη νύχτα -
Μπόρκμαν (βραχνά, μές απ' το λάρυγγα): Ώχου - η δεσποινίς φοβάται για την υγεία της; - Ναι, ναι, - είναι αλήθεια λίγο ασθενικιά.
Έλλα: Μόνο για τη  δ ι κ ή  σου υγεία φοβάμαι.
Μπόρκμαν: Χαχαχά! Φοβάσαι για την υγεία ενός πεθαμένου! Με κάνεις και γελώ, Έλλα! 
(προχωρεί).
Έλλα (πηγαίνοντας πίσω του και κρατώντας τον γερά):  Τ ι  είπες πως είσαι;
Μπόρκμαν: Ένας πεθαμένος. Δε θυμάσαι τι είπε η Γκούνχιλδ, να μείνω ξαπλωμένος εκεί που βρίσκουμαι;
Έλλα (τυλίγεται αποφασιστικά το πανωφόρι της): Έρχουμαι μαζί σου, Τζων!
Μπόρκμαν: Ναι, Έλλα! Εμείς οι δυο ταιριάζουμε. (Προχωρεί): Έλα λοιπόν!
(φτάνουνε σιγά-σιγά στις φυτείες που είναι αριστερά. Οι φυτείες χάνονται λίγο-λίγο από τα μάτια του θεατή, έτσι που στο τέλος δε φαίνονται ούτε πια αυτοί οι ίδιοι. Το σπίτι και το χτήμα φεύγουν από το οπτικό πεδίο του κοινού. Η τοποθεσία αλλάζει ολοένα αργά-αργά και γίνεται πιο ανώμαλη κι ορεινή, όσο πάει και πιο άγρια).
Η φωνή της Έλλας (από το δάσος δεξιά): Πού είμαστε, Τζων; Δεν καταλαβαίνω πια πού βρίσκουμαι.
Η φωνή του Μπόρκμαν (από ψηλότερα): Ακολούθα τις πατημασιές μου πάνω στο χιόνι!
Η φωνή της Έλλας: Μα γιατί ν'ανέβουμε τόσο ψηλά;
Η φωνή του Μπόρκμαν (κοντήτερα): Πρέπει να βγούμε απ'το λοξό το μονοπάτι.
Η φωνή της Έλλας: Αχ, σε λίγο πια δε θα μπορώ να κάνω βήμα.
Μπόρκμαν (στην άκρη του δάσους δεξιά):Έλα, έλα! Λίγο θέμε ακόμα για να βγούμε στο ξάγναντο. Εκεί βρισκόταν άλλοτε ένας πάγκος.
Έλλα (φαίνεται ανάμεσα από τα δέντρα): Τον θυμάσαι ακόμα;
Μπόρκμαν: Εκεί μπορείς να ξεκουραστείς.
(Έχουνε φτάσει σ' ένα μικρό φαλακρό ψήλωμα του δάσους. Πίσω τους μια απότομη πλαγιά. Αριστερά, βαθιά στον ορίζοντα, διακρίνεται ένα τοπίο με το φγιορδ και κάτι ράχες βουνών μακρύτερα, η ια κορυφή πίσω απ'την άλλη. Στο αποδάσωμα αριστερά ένα ξεραμένο πεύκο μ'έναν πάγκο μπροστά. Ένα παχύστρώμα από χιόνι σκεπάζει το μέρος αυτό. Ο Μπόρκμαν και πίσω του η Έλλα παλεύουν με κόπο ν' ανοίξουνε δρόμο ανάμεσα απ'τα χιόνια).
Μπόρκμαν (σταματάει αριστερά μπροστά στον γκρεμνό):Έλα να κοιτάξεις από δω, Έλλα.
Έλλα (κοντά του): Τι θέλεις να μου δείξεις, Τζων;
Μπόρκμαν:Κοίτα πόσο πλατύς κ' ελεύθερος απλώνεται ο κόσμος μπροστά μα; - ως εκεί που φτάνει το μάτι!
Έλλα: Σε κείνον τον πάγκο καθόμαστε άλλοτε συχν -κι αγναντεύαμε  έναν κόσμο πολύ μακρινότερο.
Μπόρκμαν: Ναι, μιαν ονειροχώρα αγναντεύαμε τότε.
Έλλα (κουνώντας με λύπη το κεφάλι της): Την ονειροχώρα της ζωής μας, ναι. Μα τώρα το τοπίο είναι θαμένο μες στο χιόνι. Και το γέρικο δέντρο ξεράθηκε.
Μπόρκμαν (χωρίς να την ακούει): Διακρίνεις τον καπνό που βγάζουν τα βαπόρια πέρα στο φγιορδ;
Έλλα: Όχι.
Μπόρκμαν: Εγώ τον βλέπω. Τα βαπόρια πάνε κι έρχονται. Αδερφώνουν τη ζωή από τη μιαν άκρη ως την άλλη. Σε χιλιάδες πατρίδες ετοιμάζουνε φως και ζεστασιά για τις ψυχές. Να  τ ι  ήθελα να πρεαγματοποιήσω, να τι ονειρεύτηκα κάποτε.
Έλλα (σιγά): Και τ' όνειρό σου έμεινε όνειρο.
Μπόρκμαν: Έμεινε όνειρο, ναι. (Αφουγκράζεται):Και κάτω στον ποταμό -για άκου! Τα εργοστάσια δουλεύουν Τα εργοστάσιά  μ ο υ. Όλα τα εργοστάσια που λογάριαζα να βάλω  μπροστά! Άκου τα πώς δουλεύουν. Έχουνε νυχτέρι. Μέρα και νύχτα δουλεύουν έτσι. Άκου, άκου! Οι ρόδες γυρίζουν, τα κύλιντρα  αστράφτουν - όλο γυρίζουν, όλο γυρίζουν. Δεν τ'ακούς, Έλλα;
Έλλα:Όχι.
Μπόρκμαν: Εγώ τ'ακούω.
Έλλα (φοβισμένα):Φοβάμαι πως γελιέσαι, Τζων.
Μπόρκμαν (που ανάβει ολοένα και περισσότερο): Μα όλ' αυτά, ξέρεις, - είναι προφυλακές μονάχα γύρω από το βασίλειό μου.
Έλλα: Από το βασίλειό σου; Ποιο βασίλειο εννοείς -;
Μπόρκμαν: Το βασίλειό  μ ο υ! Το βασίλειο που λίγο ακόμα ήθελα για να το καταχτήσω, όταν - όταν ξαφνικά πέθανα.
Έλλα (σιγά, με συγκίνηση): Αχ Τζων, Τζων!
..............................................................................................
Έλλα: Αχ Τζων, είναι πολύ παγερός ο αέρας που έρχεται από κείνο το βασίλειο!
Μπόρκμαν: Αυτός ο αέρας είναι για μένα σαν πνοή ζωής. Αυτός ο αέρας φτάνει ως εμένα σα χαιρετισμός από υποταχτικά πνεύματα. Τα οσφραινόμουνα τα σκλαβωμένα εκατομμύρια, νιώθω τις φλέβες του μετάλλου, που απλώνουν τα στριφτά, κλαδωτά και πλανερά τους χέρια κατά μένα. Τα έβλεπα όλ' αυτά μπροστά μου σα ζωντανεμένες σκιές, - κείνη τη νύχτα που κατέβηκα στα υπόγεια της Τραπέζης με το φανάρι στο χέρι. Ήθελα να σας ξεσκλαβώσω τότε. Και το επιχείρησα. Μα δεν τα κατάφερα. Ο θησαυρός ξανακυλίστηκε στα βάθη...
Έλλα (συγκρατώντας την ολοένα αυξανόμενη ταραχή της): Ναι, εκεί κάτω, και τότε όπως και τώρα, βρίσκεται η αγάπη σου, Τζων. Εκεί ήταν πάντα. Όμως εδώ πάνω στο φως της ζωής, - εδώ βρισκότανε μια ζεστή, μια ζωντανή ανθρώπινη καρδιά που έπαλλε και σκιρτούσε για σένα. Κι αυτήν την καρδιά την ποδοπάτησες. Κι όχι μονάχα αυτό. Έκανες και κάτι πολύ χειρότερο - την  π ο ύ λ η σ ε ς  για -για -
Μπόρκμαν (τρέμοντας σα να τον έπιασε σύγκρυο): Για το βασίλειο - και για τη δύναμη - και για τη δόξα,  - αυτό δε θέλεις να πεις;
Έλλα: Ναι, αυτό...........Και γι'αυτό σου το προλέγω - Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν - ποτέ σου δε θα πληρωθείς για το τίμημα που ζήτησες...Ποτέ σου δε θα μπεις νικητής στο ψυχρό και σκοτεινό βασίλειό σου.
Μπόρκμαν (πλησιάζει τρικλίζοντας τον πάγκο και πέφτει πάνω βαρύς): Σα να φοβάμαι πως το προφήτευσες σωστά, Έλλα.
Έλλα (τον πλησιάζει): Δεν πρέπει να το  φ ο β ά σ α ι,  Τζων. Δεν έχεις να περιμένεις τίποτα καλύτερο,
Μπόρκμαν (βγάζει μια κραυγή και πιάνει το στήθος του): Α - ! Τώρα μ' άφησε.
Έλλα (σειόντας τον): Τι ήταν, Τζων.
Μπόρκμαν: Ένα παγωμένο χέρι μούπιασε την καρδιά.
Έλλα:Τζων, ένιωσες αλήθεια ένα παγωμένο χέρι να σου σφίγγει την καρδιά;
Τζων: Όχι. - δεν ήταν από πάγο -ήταν ένα χέρι από σίδερο (Σωριάζεται πάνω στον πάγκο).
Έλλα (βγάζει με βία το πανωφόρι της και τον σκεπάζει): Μην το κουνήσεις από δω! Πηγαίνω να γυρέψω βοήθεια. (Κάνει λίγα βήματα δεξιά, μα ύστερα σταματά, ξαναγυρίζει και του πιάνει για πολλήν ώρα με το χέρι της το σφυγμό και το πρόσωπο.
Έλλα (σιγά και σταθερά):Όχι. Καλύτερα έτσι, Τζων Μπόρκμαν. Καλύτερα έτσι για σένα. (Τον σκεπάζει καλύτερα με το πανωφόρι της και κάθεται μπροστά του πάνω στο χιόνι).

(μικρή παύση)

( Η κ. Μπόρκμαν, τυλιγμένη σ' ένα παλτό, φαίνεται δεξιά, ανάμεσ' απ' τα δέντρα. Προπορεύεται η Μαλένα κρατώντας ένα αναμένο φανάρι).
...............................................................................................
Κα Μπόρκμαν ( στέκει πίσω από τον πάγκο): Ώστε ο αέρας της νύχτας τον σκότωσε 
Έλλα: Έτσι φαίνεται.
Κα Μπόρκμαν: - Αυτόν το δυνατό άνθρωπο! 
Έλλα (πηγαίνοντας προς τον πάγκο): Δε θέλεις να τον δεις, Γκούνχιλδ;
Κα Μπόρκμαν (με κίνημα αρνητικό): Όχι, όχι, όχι. (Με σιγανή φωνή):Ήτανε γιος μεταλλουργού - ο διευθυντής της Τραπέζης. Δε βαστούσε στον καθαρό αέρα.
Έλλα: Μάλλον η παγωνιά τον σκότωσε.
Κα Μπόρκμαν (κουνά το κεφάλι της): Η παγωνιά είπες; Η παγωνιά, - τον είχε σκοτώσει από καιρό.
Έλλα (με καταφατικό κίνημα): Ναι, - και μας τις δυο μας έκανε σκιές.
Κα Μπόρκμαν: Έχεις δίκιο.
Έλλα (μ' ένα πονεμένο χαμόγελο): Ένας πεθαμένος και δυο σκιές - να τι έκανε η παγωνιά.
Κα Μπόρκμαν: Ναι, η παγωνιά της καρδιάς. - και τώρα πια μπορούμε εμείς οι δυο να δώσουμε τα χέρια, Έλλα.
Έλλα: Ναι, θαρρώ πως τώρα πια μπορούμε.
Κα Μπόρκμαν: Εμείς οι δίδυμες αδερφές - πάνω από κείνον που αγαπήσαμε και οι δυο μας.
Έλλα: Οι δυο εμείς σκιές - πάνω από το νεκρό .
(Η κ. Μπόρκμαν, πίσω από τον πάγκο, κ' η Έλλα Ρέντχαϊμ από μπροστά, δίνουν τα χέρια). 
    
     *

«Ή όλα ή τίποτα», αυτό ήταν το σύνθημα του «Μπραντ» κι αυτό είναι και του «Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν» το σύνθημα: «ή όλα ή τίποτα». Ίσως γι’ αυτό νάναι και το τέλος τους ίδιο. Ωστόσο πόση διαφορά υπάρχει ανάμεσά τους! Ο ένας, ο Μπραντ, είναι ηρωική φυσιογνωμία. Τον προσεγγίζει κανένας ευκολώτερα βλέποντάς τον με το φωτοστέφανο του θρύλου. Γραμμένος στα νιάτα του Ίψεν, κοιτάζει με αλύγιστη πίστη στο μέλλον. Κι ακόμα με φανατικό πείσμα. Οι αγώνες, οι θυσίες, οι σκληρότητες, ακόμα και οι πλάνες του μας επιβάλλουν το σεβασμό, ένα δέος παράξενο που δε μας δίνει τον καιρό να τον κρίνουμε, Ακόμα και στην ήττα του, στον τραγικό του θάνατο μες στα χιόνια, υπάρχει κάποιο μεγαλείο που συναρπάζει περισσότερο απ’ την ικανοποίηση μιας πιθανής νίκης. Ο «Μπραντ» είναι το έργο μιας φλογερής νιότης, που όσο κι αν αμφιβάλλει, έχει ακόμα το μέλλον μπροστά της. Ο πεσιμισμός του φωτίζεται από το ζεστό φως μιας καλοκαιρινής μέρας.
Αντίθετα, ο «Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν», ο αλύγιστος άνθρωπος που θυσιάζει τα πάντα, καθώς και ο Μπραντ, για την πραγματοποίηση του ιδανικού του και που πεθαίνει κι αυτός μες στα χιόνια χωρίς να το πραγματοποιήσει, γεμίζει την ψυχή μας με μιαν άφατη θλίψη. Προσγειωμένος στην καθημερινή πραγματικότητα, χωρίς μεταφυσικό εργαλείο, έχοντας, σαν οικονομολόγος που είναι, ένα προσιτότερο ιδανικό από τον Μπραντ, ο τέως διευθυντής Τραπέζης Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν μας δίνει όλο τον καιρό να τον κρίνουμε σαν κάτι πολύ κοντινό μας και  πολύ πιο γνώριμο.
Έτσι νιώθουμε το πέσιμό του και την ήττα του σα μιαν απειλή που δεν είναι μακριά μας και που τον πόνο που μας προκαλεί δε μπορεί να τον αλαφρώσει ούτε η θαμπή ελπίδα πως “Deus est deus caritatis”.
Μα η διαφορά της συγκίνησης που μας προκαλούνε δυο φυσιογνωμίες πολύ συγγενικές στο βάθος τους, οφείλεται τάχα μόνο σε μια διαφορά αισθητικής τάξης, στο γεγονός πως ενώ ο Μπραντ είναι ηρωικός, αντίθετα ο Τζων Γαβριήλ είναι πολυανθρώπινος; Ασφαλώς όχι. Η διαφορά αυτή πιθανό να προσδιορίζει το είδος, όχι όμως και τη γνησιότητα της συγκίνησης που αυτή και μόνη ενδιαφέρει σ’ ένα έργο τέχνης. Η διαφορά αυτή οφείλεται… αλίμονο, σε μια διαφορά…χρόνου. Ο «Μπραντ» είναι το έργο μιας φλογερής νιότης που έχει ακόμα το μέλλον μπροστά της. Τα χιόνια που θα σκεπάσουν τον τάφο του φωτίζονται από ένα ζεστό καλοκαιρινό φως που ξεχύνεται άφθονο από την νέαν ακόμα ψυχή του ποιητή. Η νίκη είναι δύσκολη, βέβαια, ίσως ακόμα κι αμφίβολη αν όχι αδύνατη. Μα έχουμε ακόμα καιρό. Η νιότη μας δίνει εμπιστοσύνη. Αντίθετα ο «Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν» είναι το έργο ενός σκληρά δοκιμασμένου γήρατος. Το χιόνι που πέφτει αδιάκοπα ενόσω παίζεται το έργο και που θα σκεπάσει σε λίγο χωρίς οιχτιρμό τόσες γελασμένες ελπίδες και τόσα απραγματοποίητα όνειρα γίνεται ακόμα πιο παγερό από τη χειμωνιάτικη πνοή που ξεχύνεται από την ψυχή του ποιητή, που βλέποντας τώρα το τέλος να πλησιάζει, αναλογίζεται με πίκρα πως η ζωή, είτε σα δράση είτε σαν αγάπη, είτε σαν ασκητική διακονία την υπολάβει κανένας, αυτή και μόνη είναι το πιο πολύτιμο αγαθό της γης.
Ώστε πρόκειται για μια διαφορά «ψυχικού κλίματος». Αυτή προσδιορίζει κυρίως το είδος της αντίδρασης που γεννά μέσα μας η φυσιογνωμία του Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν συγκρινόμενη με τη συγγενική της φυσιογνωμία του Μπραντ. Γιατί επιτέλους το ηρωικό στοιχείο που κλείνει μέσα του ο Μπραντ δεν τον απογειώνει ολότελα από τη ζωή για να τον δούμε στο τέλος σαν ένα «υπερφυσικό τέρας» που μόνο στη σφαίρα της ποίησης και του συμβολισμού μπορεί να υπάρξει. Κάθε άλλο. Το δράμα του Μπραντ είναι το δράμα της ανθρώπινης συνείδησης και της ανθρώπινης θέλησης, ακριβώς καθώς είναι το δράμα του Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν, που είναι κι αυτός αναμφισβήτητα ηρωική φυσιογνωμία, φυσιογνωμία συμβολική από την άποψη της αντιπροσωπευτικότητας της αλήθειας που κλείνει μέσα του. Το ότι ο «Μπραντ» είναι έργο φανταστικό ή ποιητικό αν προτιμάτε, μόνον από την άποψη πως είναι γραμμένο σε στίχους έχει κάποια μορφολογική σημασία. Η ανθρώπινη όμως ουσία του είναι εξίσου ζωντανή κι αληθινή όσοι και του «Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν», που είναι, αντίθετα από τον «Μπραντ», έργο ρεαλιστικό και καθαρά ψυχολογικό.
Ο «Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν», που γράφτηκε το 1896 στη Χριστιανία,  είναι το προτελευταίο έργο του Ίψεν, αλλά και της τελευταίας γενικά «φάσης» της δημιουργικής σταδιοδρομίας του Νορβηγού δραματουργού.
Δυο χρόνια προτού γραφτεί ακόμα ο «Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν», το 1894, ο L. Bernardini βροντοφωνούσε: «Έχουμε την ακλόνητη πεποίθηση πως οι επερχόμενες γενιές θα μιλήσουνε για τον Ίψεν, καθώς μιλάμε σήμερα για το Δάντη, για το Σαίξπηρ και για το Γκαίτε» (L. Bernardini, La Litterature scandinave). Μ’ από την άλλη μεριά οι οπαδοί της poesie pure (καθαρής ποίησης) του αρνιόντουσαν κι αυτό ακόμα το δικαίωμα να εμφανίζεται σαν δραματικός ποιητής. Ο Μαίτερλιγκ και κανένας άλλος δεν έκανε γι’ αυτούς «καθαρή ποίηση» στο θέατρο. Άλλοι πάλι, οι περισσότεροι, κρίνοντας τις ιδέες του Ίψεν, έπαιρναν απέναντί του τη στάση που ταίριαζε στην πολιτική του καθενός ιδεολογία και στη δογματική του καθενός πίστη. Ωστόσο, και στο credo και στο accusation των θαυμαστών και των αρνητών του Ίψεν υπήρχε τόση σύγχυση και τόση αντινομία, ώστε με το δίκιο του ο Brandes συμπέραινε πως όσο ζωηρότερες κ’ εμπαθέστερες είναι οι συζητήσεις που προκαλεί η καταπληκτικά πολύεδρη δημιουργική φυσιογνωμία του Ίψεν, τόσο επιβλητικώτερο προβάλλει το δραματικό έργο του και τόσο πιο αδιαφιλονίκητη γίνεται η ποιητική αξία του.- 

Ο Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν, συνέλαβε στα νιάτα του μιαν μεγαλόπνευστη ιδέα: να υποτάξει στη θέληση και στην εξουσία του τις κρυμένες δυνάμεις της γης, μεταλλεία, νερά, θάλασσες για να εξασφαλίσει την ευτυχία των συνανθρώπων του. Γιος μεταλλουργού, άκουσε σαν ήταν παιδί, μες στα πηγάδια, βαθιά στα σπλάχνα της γης, τη μουσική του μετάλλου σαν το χτυπάνε οι βαριές, σα μια επίκληση λυτρωμού. Όλοι οι κρυμένοι θησαυροί της γης γυρεύανε να βγούνε στο φως και να υπηρετήσουν τον άνθρωπο. Κι ο Μπόρκμαν έκανε την ιδέαν αυτή μοναδικό της ζωής του σκοπό. Ένας φίλος του, ο δικηγόρος Χίνκελ, πολιτικά πανίσχυρος, μπορούσε να τον βοηθήσει… Μα για την εκδούλευση αυτή του ζήτησε ένα πολύ ακριβό αντάλλαγμα: να παραιτηθεί ο Τζων από την Έλλα Ρέντχαϊμ, μια νέα που την αγαπούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του, μα εκείνη την εποχή η δίψα της εξουσίας εσκίαζε κάθε άλλο αίσθημα και κάθε άλλη σκέψη μες την ψυχή του. Κι ο Τζων Γαβριήλ δέχτηκε. Δέχτηκε κι αντί για την Έλλα, παντρεύτηκε τη δίδυμη αδελφή της, Γκούνχιλδ Ρέντχαϊμ.
Όταν ο Τζων Γαβριήλ νόμισε κατάλληλη τη στιγμή, μη διαθέτοντας άλλο μέσο για να βάλει μπροστά τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του, πήρε μια τερατώδη απόφαση: να χρησιμοποιήσει κρυφά τις καταθέσεις και την περιουσία της Τραπέζης. Βέβαιος για την επιτυχία και τη νίκη του πίστευε επίσης πως ύστερ’ από λίγο όλοι θα παίρνανε πίσω, τις μετοχές και τις ομολογίες τους. Κι ακόμα κάτι παραπάνω: πως όλοι θα κέρδιζαν από τις μεγάλες επιχειρήσεις που θα δημιουργούσε. Ένα ακόμα βήμα και θα ’φτανε στο σκοπό του. Μα το βήμα δεν έγινε. Ο δικηγόρος Χίνκελ, που χολωμένος μαζί του, επειδή η Έλλα Ρέντχαϊμ τελικά  τον απόκρουσε, τον κατάδωσε στις αρχές. Έτσι η Τράπεζα χρεωκόπησε κι ο Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν δικάστηκε κι έμεινε τρία χρόνια προφυλακισμένος κι άλλα πέντε χρόνια φυλακή. Κατά περίεργο τρόπο διασώθηκε μόνο η περιουσία της Έλλα, που ανάλαβε να μεγαλώσει κοντά της, τον Έρχαρτ, τον γιο του Τζων και της αδελφής της Γκούνχιλδ. Ο Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν, μετά την αποφυλάκισή του, ντυμένος πάντα με τα μαύρα του και μιαν άσπρη γραβάτα, κλείστηκε θεληματικά για άλλα οχτώ χρόνια στη σάλα υποδοχής των Ρέντχαϊμ, στην κατοικία που τους είχε παραχωρήσει η Έλλα, πάνω από το δωμάτιο της γυναίκας του Γκούνχιλδ, όπου πηγαινοερχόταν ασταμάτητα σαν άρρωστος λύκος μες το κλουβί του. Περίμενε πάντα, βέβαιος για το δίκιο του, νάρθουν οι παλιοί του πολέμιοι, να πέσουνε στα γόνατα και να τον παρακαλέσουν ν’ αναλάβει ξανά τη διεύθυνση της Τραπέζης, να του ζητήσουν συγγνώμη και να τον αποκαταστήσουν.
Για τη γυναίκα του, την Γκούνχιλδ, είναι πια ένας νεκρός. Κι είναι νεκρός και για το γιο του, τον Έρχαρτ, που νέος φοιτητής πια, έχοντας επιστρέψει κοντά στη μητέρα του, δε νιώθει το δράμα του «φυλακισμένου λύκου» που τον έφερε στη ζωή. Δε νιώθει ούτε της ίδιας της μητέρας του το δράμα, που βλέπει στο πρόσωπό του τον εκδικητή του αντρός της, τον άνθρωπο που θα ξαναδώσει στο κηλιδωμένο όνομα των Μπόρκμαν την παλιά του αίγλη. Μόνο για την Έλλα Ρέντχαϊμ, την παλιά προδομένη του αγάπη, την ευγενικιά ψυχή, που τη θυσίασε στο βωμό της ακόρεστης φιλοδοξίας του, ο Μπόρκμαν δεν είναι νεκρός κι ας είναι τόσο μακριά του.
Έτσι πέρασαν οκτώ ολάκερα χρόνια ύστερ’ από την αποφυλάκιση του Μπόρκμαν. Όταν μια μέρα η Έλλα Ρέντχαϊμ έρχεται στο πατρικό της χτήμα που τόχε παραχωρήσει στους Μπόρκμαν… για ν’ ανοίξει η αυλαία του έργου. Έρχεται, γριά σχεδόν και πολύ άρρωστη, για να ζητήσει πάλι κοντά της τον Έρχαρντ Μπόρκμαν… Μα η Γκούνχιλδ δεν δέχεται. Θέλει, με όργανο το παιδί, να εκδικηθεί τον Μπόρκμαν και να ξεπλύνει το σπίτι και τ’ όνομά τους απ’ τη ντροπή του πατέρα του.
Ωστόσο, η Έλλα θέλει ακόμα να μιλήσει με τον «άρρωστο λύκο». Η ψυχή της είναι γεμάτη τρυφερότητα γι’ αυτόν που την πούλησε για να γίνει διευθυντής Τραπέζης κ’  υπουργός, που δεν έγινε. Και πηγαίνει κρυφά στο ερημητήριό του. Δύο άνθρωποι που αγαπήθηκαν έναν καιρό θάχαν ακόμα πολλά να πούνε ρίχνοντας τη ματιά τους στο παρελθόν. Όμως ΄Έλλα, δεν έχει πλέον καιρό. Ζητάει τη συγκατάθεση του Μπόρκμαν για να ξαναπάρει τον Έρχαρτ και σαν κάποια δικαίωση. Θυσίασε πολλά για το μεγαλείο του Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν. Ο Μπόρκμαν δέχεται αλλά η Γκούνχιλδ κρυφακούει κ’ έρχεται να σκορπίσει την παγωνιά της ψυχής της… Ο πόλεμος είναι τρομακτικός, όσο λίγο κι αν βαστάει…

Λέων Κούκουλας


Τα αποσπάσματα από την Τρίτη και Tέταρτη πράξη που καταχωρούνται, έρχονται να δώσουν τη συνέχεια καθώς και το ψυχολογικό στίγμα των χαρακτήρων, έτσι όπως είναι κι έτσι όπως τελικά διαμορφώνονται και καταλήγουν κάτω από τις συγκυρίες πράξεων και ζωής.
 



__________ 


Το θέατρο στην υπηρεσία της ανθρωπότητας, παγκόσμιο μήνυμα θεάτρου 2016

Η σημερινή συνάθροιση απεικονίζει στην πραγματικότητα την τεράστια δύναμη που έχει το θέατρο να κινητοποιεί τις κοινότητες και να γεφυρώνει τα χάσματα.
Έχετε ποτέ σκεφτεί το θέατρο σαν ένα δυνατό εργαλείο στην υπηρεσία της ειρήνης και της συμφιλίωσης; Όσο τα έθνη σπαταλούν κολοσσιαία χρηματικά ποσά για ειρηνευτικές αποστολές σε περιοχές βίαιων συγκρούσεων σε όλο τον κόσμο, ελάχιστη προσοχή θα δίνουμε στο θέατρο ως μια και μοναδική εναλλακτική λύση για την αλλαγή και τη διαχείριση των κρίσεων. Πώς μπορούν οι πολίτες της μητέρας γης να κατακτήσουν παγκόσμια ειρήνη όταν τα εργαλεία που χρησιμοποιούν προέρχονται από εξωτερικές και φαινομενικά κατασταλτικές δυνάμεις;
Το θέατρο διεισδύει με λεπτό τρόπο στην ανθρώπινη ψυχή που την κυριεύει ο φόβος και η καχυποψία αλλάζοντας την εικόνα που έχει κανείς για τον εαυτό του και ξεδιπλώνοντας για τον καθένα, και συνεπώς για την κοινότητα, έναν κόσμο δυνατοτήτων. Δίνει νόημα στις καθημερινές πραγματικότητες προλαβαίνοντας ένα αβέβαιο μέλλον. Εμπλέκεται με την πολιτική των ανθρώπινων καταστάσεων με τρόπο απλό και άμεσο. Επειδή είναι περιεκτικό, το θέατρο παρουσιάζεται ως μια εμπειρία ικανή να ξεπεράσει προηγούμενες παρανοήσεις.
Επιπλέον, το θέατρο αποτελεί αποδεδειγμένο μέσο για την έκφραση και την προώθηση συλλογικών ιδεών για τις οποίες όλοι είμαστε πρόθυμοι να πολεμήσουμε όταν καταπατούνται.
Προκειμένου να μπορούμε να προσδοκούμε ένα ειρηνικό μέλλον πρέπει να ξεκινήσουμε χρησιμοποιώντας ειρηνικά μέσα· μέσα που αναζητούν την κατανόηση, το σεβασμό και την αναγνώριση της συνεισφοράς κάθε ανθρώπου στην υπόθεση της συνεργασίας για την ειρήνη. Το θέατρο αποτελεί εκείνη την καθολική γλώσσα μέσω της οποίας μπορούμε να προωθήσουμε μηνύματα ειρήνης και συμφιλίωσης.
Με την ενεργή συμμετοχή το θέατρο ενώνει πολλούς ανθρώπους που είναι έτοιμοι να αποδομήσουν προηγούμενες αντιλήψεις και, με αυτόν τον τρόπο, δίνει στον καθένα ξεχωριστά την ευκαιρία να ξαναγεννηθεί προκειμένου να πάρει αποφάσεις βασισμένες στην γνώση και στην πραγματικότητα που αποκαλύπτεται εκ νέου μπροστά του. Για να ευημερήσει το θέατρο, ανάμεσα σε άλλες μορφές τέχνης, πρέπει να κάνουμε ένα τολμηρό βήμα προς τα μπρος και να το ενσωματώσουμε στην καθημερινή ζωή, η οποία αντιμετωπίζει κρίσιμα θέματα συγκρούσεων και ειρήνης.  
Αναζητώντας την κοινωνική αλλαγή και την αναδόμηση των κοινοτήτων, θα συναντήσουμε το θέατρο σε εμπόλεμες περιοχές και σε λαούς που πάσχουν από χρόνια φτώχεια ή ασθένειες. Ο αριθμός επιτυχημένων παραδειγμάτων ολοένα αυξάνεται· παραδείγματα στα οποία το θέατρο κινητοποιεί το κοινό για τη γνώση και για τη βοήθεια των τραυματιών μετά από τον πόλεμο.
Πολιτιστικές πλατφόρμες, όπως το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου, στοχεύουν στην εδραίωση της ειρήνης και της φιλίας μεταξύ των λαών και ήδη βρίσκονται σε εφαρμογή.
  Αποτελεί συνεπώς παρωδία να μένουμε σιωπηλοί σε καιρούς όπως οι δικοί μας, γνωρίζοντας την δύναμη του θεάτρου, και να αφήνουμε αυτούς που χειρίζονται όπλα και που εκτοξεύουν βόμβες να παίζουν το ρόλο των ειρηνοποιών του κόσμου. Πώς μπορούν τα εργαλεία της αποξένωσης να αποκτούν διπλό ρόλο ως όργανα ειρήνης και συμφιλίωσης;
Σας προκαλώ αυτήν την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου να σκεφτείτε αυτήν την προοπτική και να εφαρμόσετε το θέατρο ως καθολικό εργαλείο, διαλόγου, κοινωνικής μεταμόρφωσης και αλλαγής.
Μπορεί τα Ηνωμένα Έθνη να δαπανούν κολοσσιαία χρηματικά ποσά σε ειρηνευτικές αποστολές σε όλον τον κόσμο με τη χρήση των όπλων, όμως το θέατρο είναι αυθόρμητο, ανθρώπινο, λιγότερο δαπανηρό και μια εναλλακτική λύση κατά πολύ περισσότερο δυνατή.
Μπορεί να μην είναι η μόνη απάντηση που θα φέρει την ειρήνη, ωστόσο το θέατρο θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό εργαλείο στις ειρηνευτικές αποστολές.

Jessica Kaahwa, Τζέσικα Κααχούα,  Ουγκάντα