Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ, ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΙΧΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 6:15 μ.μ.

0



Η Ειρήνη (θεατρικό αφήγημα του Τζ. Σάντον), απόσπασμα.
 
Δία, άφησε κάτω τη σκούπα σου. Μην ερημώνεις την Ελλάδα με τόσο σκληρό τρόπο. Εξαφανίζεις όλες τις πολιτείες μας. Είμαστε τόσο δυστυχισμένοι! Αθηναίοι, Λακεδαιμόνιοι, Βοιωτοί, Κορίνθιοι, Ηλείοι, Μεγαρείς ρίχνονται ο ένας πάνω στον άλλο, κι αυτό οι άνθρωποι το λένε ζωή!.. Ωραία ζωή! Αν μπορούσε να προβλέψει κανείς ένα τέλος άξιο για τα τόσα δεινά σ' αυτή τη θλιβερή ιστορία, θα συλλογιζόταν: "Τόσο το χειρότερο! Ας περιμένουμε το τέλος". Μα δεν υπάρχει τέλος. Κι ο καθένας φωνάζει: "Ακόμα!". Επειδή απομένουν μερικά βάζα ανέπαφα ακόμα μέσα στο σπίτι, νομίζει κανείς ότι μπορεί να τα σφενδονίσει ο ένας στο πρόσωπο του άλλου. Μα ο ουρανός είναι λοιπόν αδειανός; Δεν υπάρχει κανείς εκεί ψηλά; Ε, θεοί! θεοί! Δεν ακούτε;... Αν πήγαινα να ρίξω μια ματιά. Έτσι κι έτσι η ζωή εδώ στη γη δεν είναι καθόλου ευχάριστη... Το αποφάσισα: Θα πάω εκεί πάνω. Θα μιλήσω όπως πρέπει στο Δία. Θα του πω: "Μεγάλε θεέ, λογικέψου. Αν εσύ δε λογικευτείς, πώς θα μπορέσουμε εμείς να λογικευτούμε; Έχεις σκοπό να ερημώσεις τη Γη;... Προτιμώ και την πανούκλα ακόμα από τον πόλεμο, γιατί την πανούκλα δεν μπορεί να την καταπολεμήσει κανείς... Τον πόλεμος όμως; 
Ο Τρυγαίος, ένας αμπελουργός, περπατάει εδώ κι εκεί μέσα στο σπίτι του με απελπισία. Ο πόλεμος που ερημώνει την Αθήνα και τη Σπάρτη προκαλεί αποστροφή στην ψυχή του καλού αυτού ανθρώπου... Πρέπει να πάρει μιαν απόφαση. Κι έγινε αυτό: Θα πάει να συναντήσει τους θεούς. Για να μην τσακιστεί όμως από την κούραση διασχίζοντας τους ουρανούς, θα έπρεπε να είχε φτερά όπως τα πουλιά.
Το ευτύχημα είναι ότι έχει κανείς πολλά να ωφεληθεί από τα μαθήματα των ποιητών. Αυτές οι χαριτωμένες ιστορίες που διηγούνται είναι πολύ διδακτικές γι' αυτούς που έχουν την περιέργεια να τις διαβάσουν. Κι ο Τρυγαίος ο αμπελουργός αποφάσισε να διαβάσει τον Αίσωπο και τους μύθους του. Ένας απ' αυτούς "Ο αετός και ο σκαραβαίος"  του έφερε μια φαεινή έμπνευση. 
- Ο σκαραβαίος έχει πάει στον Δία, είπε. Θα ήταν ένα παιχνίδι γι' αυτόν να ξαναπάει...
Ο Τρυγαίος δεν άργησε να βρει αυτό που ζητούσε, κ' ύστερα από λίγο έφερε θριαμβευτικά στο σπίτι έναν τεράστιο σκαραβαίο...Έχει πάρει την απόφασή του, κι ένα ωραίο πρωί...αφού έβαλε στερεά χαλινάρια στο σκαραβαίο, τον άφησε να πετάξει στον ουρανό.
Κι όσο ο Τρυγαίος υψωνόταν στον ουρανό τόσο περισσότερο ανυπομονούσε να φτάσει στο Δία, να τον πείσει ότι χτυπούσε πολύ σκληρά τη μικρή γη... Έλεγε ότι θα μιλήσει με ευφράδεια στο Θεό και θα προσπαθήσει να του δείξει ότι η ανθρώπινη κακία είναι εκδήλωση μωρίας κυρίως κι ότι ο Δίας θα έπρεπε να διαφωτίσει τα πλάσματά του χωρίς να τα βασανίζει.
Μα όταν ο αμπελουργός έφτασε στην περιοχή των θεών, δοκίμασε μεγάλη απογοήτευση... Με όλο τον θόρυβο που έκανε ο σκαραβαίος και τινάζοντας τα μεταλλικά χαλινάρια του, κανείς δεν παρουσιαζόταν. 
- Κανείς δεν είναι εδώ; ρωτούσε ο αμπελουργός. Τέλος αναστέναξε με ανακούφιση: Ο Ερμής, ο αγγελιαφόρος του Δία,...ήταν καθισμένοςος στο μαγειρείο και χασμουριόταν νυσταγμένος. 
- Ποιος είσαι εσύ και τι θέλεις εδώ; ρώτησε τον Τρυγαίο με απότομο ύφος. Άφησέ με να κοιμηθώ.
΄- Όλοι οι θεοί λείπουν: είπε ο Τρυγαίος. Γι' αυτό λοιπόν φωνάζω τόσες μέρες χωρίς να παίρνω καμιάν απάντηση!
- Δεν είσαι ο μόνος που φωνάζεις, είπε ο Ερμής που σκούπιζε εκείνη την ώρα ένα σωρό πιάτα και μαχαιροπήρουνα.
-Και γιατί αυτό; ρώτησε ο Τρυγαίος.
- Με ρωτάς γιατί; Φαντάζεσαι ότι το θέαμα που παρουσιάζει η Γη είναι ευχάριστο; Όλα αυτά τα λυσσασμένα μυρμήγκια βάλθηκαν α καταστραφούν...Πουφ! Δεν υπάρχει πια ένα ανθισμένο λιβάδι, δεν ακούγεται πια κανένα χαρούμενο τραγούδι την ώρα του τρυγητού, δεν υπάρχουν ερωτικά αγκαλιάσματα και φιλιά που να τα βλέπει και να χαίρεται η ωραία Εκάτη, κρυμμένη πίσω από τα δέντρα. Δεν υπάρχουν πια παρά κραυγές και κλαγγές όπλων...
- Ώστε οι θεοί μετακόμισαν από εδώ! είπε ο Τρυγαίος...Όλοι οι κόποι μου πήγαν χαμένοι... Ήθελα να παρακαλέσω το Δία να μας δώσει την Ειρήνη.
-Την Ειρήνη; θ' αργήσετε να την αποκτήσετε δυστυχισμένοι άνθρωποι....
-Γιατί αυτό;
- Γιατί ο Πόλεμος την έχει φυλακισμένη κι αλυσοδεμένη γερά...Σε βεβαιώνω ότι η Ειρήνη βρίσκεται μέσα σε μια βαθιά σπηλιά, αυτήν που βλέπεις εκεί κάτω κ' είναι φραγμένη από ένα σωρό πελώριες πέτρες... Μα σώπα! Τώρα πρέπει να χωριστούμε,  Άνθρωπε. Ακούω τον Πόλεμο και το γουδί του.
-Το γουδί του;
- Ναι, έχει πάρει ένα πελώριο γουδί.Έχει σκοπό να κοπανίσει μέσα σ' αυτό διάφορες πολιτείες! να, Άκουσέ το.
- Χα! Χα! Γελάει σαρκαστικά ο Πόλεμος, που η διαπεραστική φωνή του ακούγεται στο βάθος του σπιτιού. Είναι η σειρά σας σήμερα Μέγαρα και η δική σου Σικελία. Θα σας κοπανίσω τόσο καλά που θα σας κάνω τρίψαλα! Εμπρός, έλα Μάχη!
- Ποια είναι αυτή "Μάχη", ρώτησε ο Τρυγαίος τον Ερμή.
- Είναι η υπηρέτριά του, είπε ο Ερμής.
- Φέρε μου ένα χοντρό γουδοχέρι, Μάχη, πρόσταξε ο Πόλεμος την υπηρέτριά του.
- Δεν βρίσκω κανένα, Αφέντη μου.
- Υπάρχουν και στην Αθήνα γουδοχέρια ή στη Σπάρτη. Σε μια από τις δύο αυτές πόλεις θα βρεις χωρίς άλλο ένα καλό γουδοχέρι όπως ήταν για τους Αθηναίους ο Κλέωνας.
- Έχει δίκιο ο Πόλεμος, ψιθύρισε ανατριχιάζοντας ο Τρυγαίος στον Ερμή. Αυτός ο Κλέωνας μας σφυροκόπησε πραγματικά με την επιμονή του να κάνουμε πόλεμο! Για το καλό της Αθήνας δεν υπάρχουν πια άλλα πρόσωπα αυτού του είδους. Είναι ευτύχημα ότι πέθανε αυτός, ειδάλλως θα μας είχε πολτοποιήσει όλους. Μα τι λέει η "Μάχη";
- Λέει, είπε ψιθυριστά ο Ερμής, ότι δεν υπάρχει πια γουδοχέρι ούτε στη Σπάρτη.
Ο Τρυγαίος αναστέναξε με βαθύτατη ικανοποίηση. Με το δάχτυλο στα χείλη είχε βάλει αφτί για ν' ακούσει. Ο Πόλεμος μουρμούριζε ότι θα κάνει ο ίδιος ένα γουδόχερο. Και πήγε με τη δραστήρια υπηρέτριά του σε μια γωνιά του Ολύμπου, όπου μάζεψε ένα σωρό όπλα και σκεύη.
- Δεν πρέπει να χάνουμε ούτε στιγμή, είπε ο Τρυγαίος. Αν μείνουμε με σταυρωμένα χέρια όλες οι πόλεις της Ελλάδας θα έχουν γίνει στάχτη αύριο. Αλίμονο στη Γη, αλίμονο στους Έλληνες όλων των βασιλείων. Έλα εδώ! Ό,τι μπορεί να γίνει θα γίνει αυτή τη στιγμή ή ποτέ. Πρέπει να βγάλουμε από τη σπηλιά την Ειρήνη. Ας αφήσουμε κατά μέρος κάθε διαμάχη κι ας ενωθούμε! Εμπρός αγρότες, εργάτες, τεχνίτες, έμποροι, τρέξετε! Πάρτε τα φτυάρια σας, τους λοστούς σας και τα σχοινιά σας κι ελάτε, μα σιγά σιγά να μην προκαλέσετε την προσοχή και τη μανία του τέρατος.
Στη φωνή του αμπελουργού όλη Ελλάδα σηκώθηκε στο πόδι. Σκαρφαλώνει στις κορυφές και στα σύννεφα κι όλα της τα παιδιά βάζουν τα δυνατά τους να σηκώσουν τις βαριές πελώριες πέτρες μπροστά από τη σπηλιά όπου είναι φυλακισμένη η Ειρήνη. Είναι τόσο χαρούμενοι που χοροπηδούν ακατάπαυστα κι ο Τρυγαίος δυσκολεύεται πολύ να τους καθησυχάσει.
- Για τ' όνομα των Θεών, λέει ο Τρυγαίος. Αφήστε τα χοροπηδήματα και τα γέλια. Έχουμε δουλειά ακόμα. Δεν τελείωσαν τα βάσανά μας...
- Μα έχετε πραγματικά σκοπό να βγάλετε την Ειρήνη από τη σπηλιά; ρώτησε ο Ερμής, καθώς προχωρούσε συνοφρυωμένος ανάμεσα στο πλήθος. Γιατί έχω διαταγή από το Δία να εμποδίσω την αποφυλάκισή της.
- Σε ικετεύω, Ερμή, είπε ο αμπελουργός, δεν μπορείς να γίνεις κατάσκοπος των ανθρώπων. Θα προσφέρουμε σε σένα όσες θυσίες θέλεις. Άλλωστε εσύ δεν είσαι ο θεός που προστατεύει τους κλέφτες; Παίρνοντας την Ειρήνη από τη σπηλιά της, δεν είμαστε οι τολμηρότεροι κλέφτες του κόσμου; Σε τιμούμε λοιπόν με ιδιαίτερο τρόπο, και δεν είναι σωστό να ζητάς το κακό μας. 
Ο Ερμής, φέρνει στην αρχή κάποιες αντιρρήσεις, μα στο τέλος υποχωρεί και φτάνει μάλιστα σε τέτοιο σημείο συνενοχής, ώστε προσφέρει χοές για να ευοδωθεί η προσπάθεια των ανθρώπων.
Ο Τρυγαίος τοποθέτησε χοντρά σχοινιά κάτω από τις πελώριες πέτρες κι όλοι μαζεύονται εκεί για να τις τραβήξουν...
-Εμπρός, όλοι μαζί, όλοι μαζί... πιο δυνατά, ακόμα πιο δυνατά φωνάζει ο Τρυγαίος. 
Ο Ερμής, συγκινημένος από την καλή θέληση των περισσότερων ανθρώπων, ενώνει τις προσπάθειες του με τις δικές τους.
- Ακόμα λίγο και τελειώσαμε. Κουράγιο παιδιά!
Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς το έκαναν οι αγρότες. Αγαπούσαν τόσο πολύ την Ειρήνη, που προσφέρει σ' αυτούς την ωραία, χρυσή συγκομιδή! Ο πόλεμος ήταν γι' αυτούς διπλή μάστιγα, που αφάνιζε όχι τη ζωή τους μονάχα, μα και τη βαθιά ζωή του εδάφους.
Τελικά, μια τελευταία προσπάθεια από όλους μετατόπισε τους φοβερούς πέτρινους όγκους, και η Ειρήνη, η θεία και γελαστή Ειρήνη, με το λευκό της φόρεμα και τα χέρια της φορτωμένα με φοινικόκλαδα, βγήκε από τη σπηλιά. Κοντά της στέκονται δυο ωραίες θεές, η Θεά της συγκομιδής Οπώρα και η Θεά των εορτών Θεωρία.
- Τι ωραίες που είναι! είπε με θαυμασμό ο Τρυγαίος. Ειρήνη, πόσο καιρό σε περίμενα! Αν όλος ο κόσμος είχε σκεφθεί όπως εγώ... Μα ας είναι. Ας μη μιλήσω καλύτερα. Οι ευτυχισμένοι δεν κακολογούν. Χαίρε Θεωρία κι εσύ Οπώρα. Πόσο απαλή και γλυκιά είναι η ανάσα σας! Έχετε την μυρωδιά του λουλουδιού και της εκεχειρίας μαζί, που κάνει τρελό από τη χαρά του έναν τίμιο αμπελουργό.
- Α, ναι, είπε ο Ερμής, έχουν το άρωμα όλων των καλών και τερπνών πραγμάτων, δεν έχουν τίποτε από τη μυρωδιά του γυλιού του στρατιώτη. Μα κοίταξε τώρα, Τρυγαίε, με πόση χαρά συζητούν μεταξύ τους οι πόλεις της Ελλάδας, συμφιλιωμένες. 
- Τα μάτια τους ωστόσο είναι πρησμένα, είπε ο Τρυγαίος, και τα σώματά τους γεμάτα πληγές. Θα χρειαστεί να περάσει καιρός για να μπορέσουνε να συνέλθουνε από όλα αυτά. Δε λέω ότι ανάμεσά στα γέλια και στα χαμόγελα δεν υπάρχει πότε πότε και κάποια γκριμάτσα ή κάποιος αναστεναγμός. Όσοι κατασκευάζουν σπαθιά, δόρατα και λοφία έχουν κατεβασμένα τα μούτρα τους.
Ακούτε φίλοι: πηγαίνετε τώρα στα σπίτια σας και ξαναρχίστε τις δουλειές σας, αφού ευχαριστήσετε τη θεά που σας επιτρέπει να κάνετε αυτό το πράγμα. Όσοι κατασκευάζουν κασμάδες και δρεπάνια ήρθε η σειρά τους τώρα να πλουτίσουν κι αυτοί. Όσα εργαλεία κι αν έχουμε ποτέ δε φτάνουν για να σηκώσουμε, ν' αερίσουμε αυτή τη γη που έχει πατηθεί τόσο βαριά από τα πόδια των στρατιωτών. Ω πόσο γλυκό είναι το άρωμα της βιολέτας κοντά στα πηγάδια, πόσο γλυκιά η στρογγυλή λάμψη της ελιάς μες στη χλόη! Ω το γλυκό κρασί, τα σύκα, τα μύρτα, το βέλασμα των προβάτων! Όλες οι χαρές των αγρών μας νάτες, γύρισαν πίσω πάλι. Ειρήνη, γλυκιά μας Ειρήνη!..
- Στο καλό, είπε ο Ερμής χαμογελώντας. Και προσπαθήστε να μη βρεθείτε πάλι στην ανάγκη να έρθετε πάλι εδώ. Τα πράγματα μπορεί να μην είναι τότε και τόσο ευνοϊκά για σας. Τι ζητάς Τρυγαίε;
- Το σκαραβαίο μου.
- Θα χρειαστεί να τον αφήσεις. Από δώ και πέρα θα είναι δεμένος στο άρμα του Δία. Για να κατέβεις πάλι στη γη, δεν έχεις παρά να πάρεις θέση κοντά στις θεές, σ' αυτή τη νεφέλη. Καλό ταξίδι.
............................................................................................................

(Το έργο αυτό του Αριστοφάνη, παιδιά - που ο κ. Σάντον το παρουσίασε με τον δικό του τρόπο - δεν τελειώνει εδώ. Ο Τρυγαίος - που νυμφεύεται την Οπώρα - και όλοι οι υπόλοιποι, ασχολούνται πλέον, ευτυχισμένοι, με τα ειρηνικά τους έργα. Οι αγρότες με τη γη, οι τεχνίτες με τα αγάλματα και τα έργα τέχνης, οι ψαράδες με τη θάλασσα, οι ποιητές με την ποίηση που ομορφαίνει τόσο τη ζωή, ο καθένας με ό,τι αγαπάει και του δίνει ευτυχία και χαρά. Όμως, υπάρχουν πάντα και όσοι ενδιαφέρονται να ξαναφέρουν τον πόλεμο και την καταστροφή. Αυτοί, πονηρά, μαθαίνουν στα παιδιά - με τραγούδια και άλλα - να τον θέλουν και να τον υμνούν. Μη τους ακούτε και μη βάζετε στις καρδιές σας τέτοιες επιθυμίες. Με τον πόλεμο οι ζωές χάνονται,τα παιδιά θρηνούν τους γονείς και οι γονείς τα παιδιά τους, η γη καταστρέφεται, οι όμορφες ειρηνικές επιθυμίες δεν πραγματοποιούνται, οι άνθρωποι πεινούν και δεν έχουν δουλειές, οι λαοί δεν είναι φίλοι μεταξύ τους και αυτό είναι πολύ κακό γιατί φέρνει και άλλους πολέμους, και τόσα άλλα. Να τραγουδάτε και να προσπαθείτε πάντα μόνο για την Ειρήνη, τη φιλία, τη χαρά, την ευτυχία, την αγάπη, την ομορφιά και τη σωτηρία της φύσης και του ανθρώπου, βάζοντας γαλήνη μέσα του και μέσα σας).