ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ, ΚΛΑΣΙΚΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 9:52 μ.μ.

0



Ο Επίκουρος στέλνει στον Μενοικέα τον χαιρετισμό του!

[122] Δεν πρέπει κανείς ούτε όταν είναι νέος να διστάζει να φιλοσοφεί, ούτε πάλι σαν είναι γέροντας να βαριεστίζει και να μη φιλοσοφεί. Κανένας δεν είναι άγουρος ακόμη, και για κανέναν δεν είναι πια πολύ αργά να φροντίσει για την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει ότι δεν ήρθε ακόμη ο καιρός να φιλοσοφήσει ή ότι ο καιρός αυτός έχει περάσει πια, μοιάζει σ᾽ εκείνον ο οποίος λέει ότι δεν έχει έρθει ακόμη ο καιρός για την ευτυχία ή ότι δεν είναι πια καιρός γι᾽ αυτήν. Πρέπει, επομένως, και ο γέροντας να φιλοσοφεί και ο νέος: ο ένας για να μείνει, κι όταν γερνά, νέος χάρη στα όμορφα πράγματα, καθώς με χαρά θα ανατρέχει στα περασμένα, ο άλλος για να ᾽ναι και ως νέος συνάμα γέροντας, καθώς δεν θα τον κυριεύσει φόβος για τα μελλούμενα.1 Είναι λοιπόν ανάγκη να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευτυχία, αφού όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε τα πάντα, ενώ όταν αυτή λείπει κάνουμε τα πάντα για να την έχουμε.
[123] Τα πράγματα, που συνεχώς σου συνιστούσα, να τα πράττεις και να τα στοχάζεσαι ξεχωρίζοντάς τα ως θεμελιώδεις αρχές της ευτυχισμένης ζωής. Πρώτ᾽ απ᾽ όλα, πιστεύοντας ότι ο θεός είναι ον ζωντανό, αθάνατο και ευτυχισμένο, σύμφωνα με την παράσταση του θεού που έχει αποτυπωθεί στον νου των ανθρώπων, να μην αποδίδεις σ᾽ αυτόν τίποτε ξένο προς την αφθαρσία του, τίποτε αταίριαστο στη μακαριότητά του· απεναντίας, να πιστεύεις γι᾽ αυτόν οτιδήποτε είναι ικανό να διαφυλάξει τη μακαριότητά του, τη διαπλεγμένη με αθανασία. Οι θεοί υπάρχουν· πρόδηλη είναι η γνώση γι᾽ αυτούς. Ωστόσο δεν είναι, οι θεοί, όπως τους πιστεύει ο πολύς κόσμος· γιατί δεν υπάρχει λογική συνοχή σε όσα πρεσβεύει ο πολύς κόσμος γι᾽ αυτούς. Και ασεβής δεν είναι όποιος αρνείται τους θεούς των πολλών ανθρώπων αλλά όποιος [124] αποδίδει στους θεούς όσα οι πολλοί πιστεύουν γι᾽ αυτούς. Γιατί δεν είναι στέρεες παραστάσεις όσα οι πολλοί λένε για τους θεούς αλλά εικασίες δίχως αλήθεια -ότι δηλαδή οι μεγαλύτερες συμφορές και τα μεγαλύτερα ωφελήματα προέρχονται από τους θεούς. Γιατί οι άνθρωποι, εξοικειωμένοι πέρα για πέρα με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται μόνο τους όμοιούς τους, θεωρώντας ξένο ό,τι δεν είναι τέτοιας υφής.
Να συνηθίζεις στην ιδέα ότι ο θάνατος είναι για μας ένα τίποτα· γιατί κάθε καλό και κάθε κακό έγκειται στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αισθητό -και ο θάνατος είναι στέρηση της αίσθησης. Η επίγνωση, έτσι, ότι ο θάνατος είναι για μας ένα τίποτα μας κάνει ευχάριστη τη θνητή ζωή μας, όχι γιατί προσθέτει άπειρο χρόνο σ᾽ αυτήν αλλά [125] γιατί αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας. Γιατί τίποτε μέσα στη ζωή δεν είναι φοβερό για όποιον έχει στ᾽ αλήθεια κατανοήσει ότι τίποτε φοβερό δεν υπάρχει στο να μη ζει κανείς. Είναι ως εκ τούτου ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται τον θάνατο όχι επειδή θα υποφέρει σαν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή του είναι δυσάρεστη η ιδέα ότι πρόκειται νά ᾽ρθει ο θάνατος. Γιατί αδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ένα πράγμα που σαν το ᾽χουμε δίπλα μας δεν ενοχλεί. Το πιο φρικτό λοιπόν απ᾽ όλα τα άσχημα πράγματα, ο θάνατος, είναι για μας ένα τίποτε, ακριβώς γιατί όταν εμείς υπάρχουμε ο θάνατος δεν είναι κοντά μας, κι όταν πάλι έρθει ο θάνατος δίπλα μας, τότε πια δεν υπάρχουμε εμείς. Ούτε τους ζωντανούς λοιπόν αφορά ο θάνατος ούτε τους πεθαμένους, αφού για εκείνους δεν υπάρχει, ενώ αυτοί οι τελευταίοι δεν έχουν πια υπόσταση. Βέβαια, οι πολλοί από τη μια πασχίζουν να αποφύγουν τον θάνατο ως την πιο μεγάλη, κατ᾽ αυτούς, συμφορά, κι από την άλλη τον αναζητούν ως ανάπαυση από τα δεινοπαθήματα [126] της ζωής. Ωστόσο ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί ούτε αποτελεί γι᾽ αυτόν ενόχληση το ότι ζει ούτε πάλι νομίζει ότι είναι κακό να μη ζει κανείς. Κι όπως στο φαγητό δεν προτιμά με κανέναν τρόπο τη μεγαλύτερη ποσότητα αλλά το πιο εύγευστο, όμοια κι εδώ δεν απολαμβάνει τον διαρκέστερο χρόνο αλλά τον όσο το δυνατόν πιο ευχάριστο. Κι αυτός2 πάλι που προτρέπει τον νέο να ζει όμορφα και τον γέροντα να δώσει όμορφο τέλος στη ζωή του είναι ανόητος, όχι μόνο επειδή η ζωή είναι κάτι επιθυμητό αλλά και επειδή το να ζει κανείς όμορφα και να πεθαίνει όμορφα είναι ένα και το αυτό εγχείρημα. Πολύ χειρότερος όμως είναι αυτός που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθεί κανείς.
κι άμα γεννηθεί, γοργά
τις πύλες του Άδη να διαβεί.3
[127] Αν το λέει από πεποίθηση, γιατί δεν φεύγει από τη ζωή; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν αυτό αποτελεί εδραία πεποίθησή του. Αν πάλι το λέει έτσι στ᾽ αστεία, δείχνει ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν το σηκώνουν.
Κι ακόμη πρέπει να θυμόμαστε ότι το μέλλον δεν είναι εντελώς δικό μας αλλά ούτε κι εντελώς όχι δικό μας, ώστε μήτε να το προσμένουμε ως εντελώς βέβαιο μήτε πάλι να απελπιζόμαστε πως δεν πρόκειται νά ᾽ρθει ποτέ!
Ας αναλογιστούμε ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές κι άλλες χωρίς ουσία, και ότι από τις φυσικές επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες κι άλλες απλώς φυσικές· από τις αναγκαίες, τέλος, επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες για την ευδαιμονία, άλλες για την αποφυγή [128] σωματικών ενοχλήσεων, και άλλες για την ίδια τη ζωή. Η σωστή θεώρηση αυτών των πραγμάτων ξέρει να ανάγει καθετί που επιλέγουμε και καθετί που αποφεύγουμε στην υγεία του σώματος και την ηρεμία της ψυχής, αφούσε τούτο συνίσταται ο σκοπός της ευτυχισμένης ζωής. Για χάρη αυτού του στόχου κάνουμε ό,τι κάνουμε: για να μην αισθανόμαστε πόνο και να μη μας κυριεύει ο φόβος. Κι όταν κάποια στιγμή το κατορθώσουμε αυτό, αμέσως καταλαγιάζει όλη η θύελλα της ψυχής, αφού το ζωντανό πλάσμα δεν έχει πια ανάγκη να κατευθύνει τα βήματά του σε κάτι που του λείπει και να αναζητήσει κάτι με το οποίο θα ολοκληρώσει το καλό της ψυχής και του σώματος. Την ηδονή, βλέπεις, την χρειαζόμαστε όταν η στέρησή της μας προξενεί πόνο· όταν δεν αισθανόμαστε πόνο, δεν χρειαζόμαστε πια την ηδονή.

(μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)

ΑΙΣΩΠΟΣ, ΘΕΟΓΝΙΣ, ΣΟΦΟΚΛΗΣ, ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ, ΑΠΟΛΛΩΝΙΔΗΣ ΠΕΡΙ ΘΝΗΤΟΤΗΤΑΣ, ΚΛΑΣΙΚΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 5:44 μ.μ.

0


ΠΩΣ ΤΙΣ ΑΝΕΥ ΘΑΝΑΤΟΥ  ΣΕ ΦΥΓΟΙ ΒΙΕ ΜΥΡΙΑ ΓΑΡ ΣΕΥ
ΛΥΓΡΑ ΚΑΙ ΟΥΤΕ ΦΥΓΕΙΝ ΕΥΜΑΡΕΣ ΟΥΤΕ ΦΕΡΕΙΝ
ΗΔΕΑ ΜΕΝ ΓΑΡ ΣΟΥ ΤΑ ΦΥΣΕΙ ΚΑΛΑ ΓΑΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ
ΑΣΤΡΑ ΣΕΛΗΝΑΙΗΣ ΚΥΚΛΑ ΚΑΙ ΗΕΛΙΟΥ
ΤΑΛΛΑ ΔΕ ΠΑΝΤΑ ΦΟΒΟΙ ΤΕ ΚΑΙ ΑΛΓΕΑ ΚΗΝ ΤΙ ΠΑΘΗΙ ΤΙΣ
ΕΣΘΛΟΝ ΑΜΟΙΒΑΙΗΝ ΕΚΔΕΧΕΤΑΙ ΝΕΜΕΣΙΝ


Πώς κάποιος θα μπορούσε να ξεφύγει από σένα ζωή χωρίς θάνατο,
αφού είν' ατέλειωτες οι πίκρες που δίνεις και δύσκολα να τις
αποφύγεις μπορείς αλλά και να τις αντέξεις. Όμορφες είναι 
οι φυσικές ομορφάδες σου, η γη, η θάλασσα, τα άστρα, ο κύκλος
της Σελήνης και του Ήλιου. Τ' άλλα όμως όλα φόβοι και οδύνες
κι αν κάποιος καλοτυχίσει σε κάτι όμορφο, ακολουθεί ο πόνος
και θα το σβήσει. 

(Αίσωπος, Χ 123)

___

ΠΑΝΤΩΝ ΜΕΝ ΜΗ ΦΥΝΑΙ ΕΠΙΧΘΟΝΙΟΙΣΙΝ ΑΡΙΣΤΟΝ
ΜΗΔ' ΕΣΟΡΑΝ ΑΥΓΑΣ ΟΞΕΟΣ ΗΛΙΟΥ
ΦΥΝΤΑ Δ' ΟΠΩΣ ΩΚΙΣΤΑ ΠΥΛΑΣ ΑΪΔΑΟ ΠΕΡΗΣΑΙ.

Το λαμπερό του ήλιου το φως είν' το καλύτερο
για τους θνητούς να μη το ιδούν, μ' αν κάποιος  τύχει 
και γεννηθεί, το ταχύτερο να περάσει
τις πύλες του Άδη.   

(Θέογνις, Ελεγειών Α 425-428)

 ___

Παρόμοια είναι και η άποψη του Σοφοκλή στον "Οιδίποδα επί Κολωνώ", στ. 1225-1227:

ΜΗ ΦΥΝΑΙ  ΤΟΝ ΑΠΑΝΤΑ ΝΙΚΑ ΛΟΓΟΝ ΤΟ Δ' ΕΠΕΙ ΦΑΝΗΙ
ΒΗΝΑΙ ΚΕΙΘΕΝ ΟΘΕΝ ΠΕΡ ΗΚΕΙ
ΠΟΛΥ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΩΣ ΤΑΧΙΣΤΑ

Ο πιο δυνατός λόγος είναι να μη γεννηθείς 
ποτέ. Μ' αν φανείς στη ζωή να διαβείς μετά
εκεί απ' όπου ήλθες το συντομότερο.

 Κι ο Ευριπίδης (στον Κλήμη τον Αλεξανδρέα, "Στρωματείς" 3.3) λέει πως θα 'πρεπε να θρηνούμε αυτόν που γεννιέται για όσες δυστυχίες θα βρει, ενώ αυτόν που πεθαίνει "και πόνων πεπαυμένον" θα 'πρεπε χαίροντας να τον καλοτυχίζουμε την ώρα της εκφοράς.  

...ενώ στον "Εύδημο" ή "Περί ψυχής" του Αριστοτέλη  εκφράζονται παρεμφερείς απόψεις.


Ας απαλύνουμε όμως την εντύπωση:

- Ένδοξος ο Ιωάννης.  - Αλλά θνητός.
- Αυτοκράτειρας γαμπρός. - Όμως θνητός.
- Της γενιάς του Αναστασίου το λουλούδι. - Κι αυτός θνητός.
- Δίκαιος όσο ζούσε. - Να μη το λες θνητό αυτό. Οι αρετές 
είναι δυνατότερες απ' το θάνατο .

(Ιουλιανός από υπάρχων, VII 590)

___

Καθεύδεις φίλε. Μ' αυτό το κύπελο σου φωνάζει.
Ξύπνα και μη ικανοποιείσαι μελετώντας το θάνατο.
Μη φείδεσαι Διόδωρε. Λάβρος βυθίσου μέσα στο Βάκχο
μέχρι να λυθούν τα γόνατά σου. Θα 'ρθει καιρός ατέλειωτος
που δεν θα πίνουμε. Μα έλα, βιάσου τώρα. Οι κρόταφοι άρχισαν 
να βάφονται από τη φρονιμάδα.

(Απολλωνίδης, XI 25)


__

μετάφραση, Γιώργος Τσακιράκης Κρης