«ΗΘΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ» / Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΓΚΑΙΤΕ, ΓIOXAN ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΦΟΝ ΓΚΑΙΤΕ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΜΑ...ΣΠΑΝΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης Κρης | Posted in | Posted on 8:21 μ.μ.

0

Johann Wolfgang von Goethe  

 

 Maximen und Reflexionen (επιλογή)

 

Οι «Ηθικοί κανόνες και στοχασμοί», όπως θα μεταφραζόταν στη γλώσσα μας ο πλήρης τίτλος – Maximen und Reflexionen – του πεζού αφορισματικού έργου του J. W. v. Goethe (1749-1832), είναι από τα χαρακτηριστικότερα δημιουργήματα του μεγάλου Γερμανού ποιητή, έργο ισάξιο με τον Faust και τον Wilhelm Meister. Σ’ αυτό ο Γκαίτε καταθέτει, με την συμπυκνωμένη μορφή του αποφθέγματος και του αφορισμού, ό τι το διεισδυτικό πνεύμα, η ηθική και καλλιτεχνική ευαισθησία του αποθησαύρισαν κατά τη διάρκεια μακράς και συνειδητά βιωμένης ζωής….

Με συνεκτικό κέντρο την προσωπικότητα του ποιητή, απλώνονται ακτινωτά για όλες σχεδόν τις θεματικές περιοχές της ζωής και του πνεύματος: για το θεό και τη φύση, την ιστορία και την κοινωνία, την Τέχνη, την επιστήμη, την ηθική, την πράξη. Όλα αυτά όμως, όπως παρατηρεί ο H. J. Schrimpf στον δωδέκατο τόμο της «Έκδοσης του Αμβούργου», «στρέφονται γύρω από ορισμένες πρώτες και θεμελιώδεις αρχές της ζωής και του κόσμου, τις οποίες αναζητεί ο Γκαίτε ακατάπαυστα, και τις οποίες προσπαθεί, γεμάτος δέος, να συλλάβει μέσα από διαρκώς νέες διατυπώσεις: τα πρωταρχικά φυσικά και ηθικά φαινόμενα (Die Urphanomene), στα οποία ανάγεται τελικά κάθε επί μέρους έκφανση της ζωής και του κόσμου» - τις εκδηλώσεις του Ενός που συνέχει τα πάντα και που αποκαλύπτει πολλαπλά.

Ο αναγνώστης… πρέπει να έχει κατά νου ορισμένες παραμέτρους της σκέψης του Γκαίτε, οι οποίες δεσπόζουν στην τελευταία περίοδο της ζωής του και σημαδεύουν το όψιμο έργο του, στο οποίο ουσιαστικά ανήκουν οι «Στοχασμοί», αφού οι περισσότεροι έχουν γραφτεί στα χρόνια που ακολουθούν την καμπή από τον 18ο στον 19ο αιώνα, δηλαδή όταν ο ποιητής διήνυε την έκτη δεκαετία της ζωής του…

 (σημειώσεις και μετάφραση, Ν.Μ. Σκουτερόπουλος και Κλάους Μπέτσεν)

 

22

 

Υπάρχουν άνθρωποι που χτυπούν με το σφυρί εδώ

κι εκεί στον τοίχο και πιστεύουν πως πετυχαίνουν

κάθε φορά το καρφί.

 

29

 

Το ουράνιο τόξο που στέκεται επί ένα τέταρτο στον

ουρανό δεν το κοιτάζει πια κανείς.

 

47

 

Δεν είναι παράδοξο που λίγο ως πολύ όλοι μας

αρεσκόμαστε στη μετριότητα, γιατί μας αφήνει

στην ησυχία μας∙ δίνει το ευχάριστο αίσθημα που

έχει κανείς όταν συναναστρέφεται τους όμοιούς του.

 

49

 

Για την εκλεκτή συναναστροφή έχουν πει ότι σ’ αυ-

τήν η συζήτηση διδάσκει, η σιωπή μορφώνει.

 

90

 

Η μεγαλύτερη καλλιέργεια που μπορεί να δώσει ο

άνθρωπος στον εαυτό του είναι να τον πείσει ότι

οι άλλοι δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτόν.

 

91

 

Όποιος ψάξει σοβαρά μέσα του θα δει ότι ο εαυτός

του είναι κάτι μισό∙ αν έπειτα, για να γίνει ολόκληρος,

αγγίξει ένα κορίτσι ή έναν κόσμο, τούτο

δεν έχει καμιά σημασία.

 

109

 

Γνήσιος σκοταδισμός δεν είναι το να εμποδίζεις να

απλωθεί το αληθινό, το ξεκάθαρο, το χρήσιμο αλ-

λά το να θέτεις σε κυκλοφορία το κίβδηλο.

 

110

 

Πολύ ευκολότερα εντοπίζεις την πλάνη παρά ανα-

καλύπτεις την αλήθεια∙ η πλάνη είναι στην επι-

φάνεια και κατά κάποιον τρόπο αντιμετωπίζεται∙ η

αλήθεια βρίσκεται στο βάθος και δεν μπορεί να την

ανιχνεύσει οποιοσδήποτε.

 

111

 

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν κάνουν ποτέ λάθος,

γιατί δεν αναλαμβάνουν ποτέ κάτι που να έχει

νόημα.

 

112

 

Η αλήθεια είναι ένας δαυλός, φοβερά δυνατός όμως∙

γι’ αυτό όλοι προσπαθούμε να την προσπεράσουμε

ανοιγοκλείνοντας τα μάτια και με το φόβο πως θα καούμε.

 

113

 

Πάντοτε αυτός που πράττει ενεργεί ασύνειδα∙ συν-

είδηση έχει μόνο ο θεωρών.

 

114

 

Η πιο ανόητη απ’ όλες τις πλάνες είναι όταν οι νέοι

με εξυπνάδα πιστεύουν πως θα χάσουν την πρωτο-

τυπία τους αν αναγνωρίσουν μιαν αλήθεια που ήδη

έχει αναγνωριστεί από άλλους.

 

____

 
Διαβάζοντας πριν από πολλά χρόνια τον Νίτσε να χαρακτηρίζει τις Συνομιλίες με τον Γκαίτε («Η σοφία του Γκαίτε» σε νέα επίτομη έκδοση) του Γιόχαν Πέτερ Έκερμαν «το καλύτερο γερμανικό βιβλίο» (Ο περιπλανώμενος και η σκιά του, εν. 109) νιώσαμε την επιθυμία να δούμε τι ήταν αυτό που έκανε τους δύο φιλοσόφους να δώσουν σε αυτές τόσο βάρος. 

Ο Έκερμαν (1792-1854), ένας επίδοξος ποιητής και λόγιος, ήταν άσημος ώσπου έγινε διάσημος λόγω της επαφής του με τον αναμφισβήτητο κολοσσό της γερμανικής λογοτεχνίας, τον Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (1749-1832). Στα εννιά χρόνια που επισκεπτόταν τον Γκαίτε στο σπίτι του στη Βαϊμάρη, από το 1823 έως το 1832, ο Έκερμαν κατάφερε να συγκεντρώσει και να μας μεταφέρει πολλές από τις απόψεις και τις θεωρίες του Γκαίτε με θέμα, κυριολεκτικά, τα πάντα. Από τη λογοτεχνία μέχρι το θέατρο, από την επιστήμη μέχρι τη ζωγραφική, από την πολιτική μέχρι την ιστορία, από το παρελθόν των αρχαίων Ελλήνων μέχρι το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης, από τον Θεό μέχρι τη Φύση: τίποτα δεν άφηνε αδιάφορο τον Γερμανό δημιουργό. Τα πρώτα δύο μέρη του έργου του Έκερμαν (που είναι και τα σημαντικότερα) εκδόθηκαν το 1836, ενώ το τρίτο και τελευταίο το 1848.

 «Μεγαλειώδης μορφή», «πρόσωπο ρωμαλέο», «αισθανόμουν υπέροχα ζαλισμένος νιώθοντάς τον κοντά μου», «κάθε ρυτίδα γεμάτη έκφραση», «σφριγηλός και αποφασιστικός σαν έφηβος»: αυτοί και παρεμφερείς είναι οι χαρακτηρισμοί του νεαρού φιλόλογου για την (ουσιαστικά πατρική) μορφή του μεγάλου ποιητή. Και δεν φαίνεται να έχει άδικο: ο Γκαίτε έχει περάσει αισίως τα εβδομήντα, αλλά το πνεύμα του είναι αδιανόητα ακμαίο, η επιθυμία του για ζωή και δημιουργία ακατάβλητη. Ο Έκερμαν, σε ρόλο πρωτίστως φιλικού συνομιλητή και δευτερευόντως πιστού στενογράφου, αποδεικνύεται υπερπολύτιμος, όχι μόνο για τον ίδιον (που έτσι έδωσε νόημα στη ζωή του και έμεινε στην ιστορία των γραμμάτων) και για τον ποιητή (που έτσι βρήκε στο πρόσωπό του τον πιο αφοσιωμένο εργοβιογράφο του), αλλά και για εμάς, που μέσα από τις σκέψεις του Γκαίτε βλέπουμε να ζωντανεύει μια ολόκληρη ιστορική εποχή.

Ο Γκαίτε και η εποχή του

Και τι εποχή: ο Γκαίτε έχει ζήσει την Αμερικανική Επανάσταση, τη Γαλλική Επανάσταση, τους Ναπολεόντειους Πολέμους. Έχει γνωρίσει προσωπικά ή –στην περίπτωσή του ισχύει μάλλον το αντίθετο– τον έχουν γνωρίσει προσωπικά κορυφαίες προσωπικότητες της εποχής, από τον Μότσαρτ και τον Ναπολέοντα (που κουβαλούσε στις εκστρατείες του τον Βέρθερο), μέχρι τον Σίλλερ (με τον οποίο συνεργαζόταν για χρόνια στο θέατρο της Βαϊμάρης), τον Χέγκελ και τη μαμά Σοπενχάουερ, την πιο διάσημη, τότε, γερμανόφωνη συγγραφέα.

Περιττό να πούμε πως ο Γκαίτε αλληλογραφούσε συστηματικά με τους πιο περίβλεπτους συγγραφείς της εποχής του, όπως ο λόρδος Μπάιρον (στις Συνομιλίες έχει την τιμητική του – ο Γκαίτε δεν φείδεται επαίνων για τον Άγγλο ρομαντικό, τον θεωρεί «αναμφίβολα το μεγαλύτερο ταλέντο του αιώνα») και ο Γουόλτερ Σκοτ. Ειδικά για την αγγλική λογοτεχνία, δεν έχει λόγια: τον Σαίξπηρ τον θεωρεί «ένα ον υψηλότερου είδους, που εγώ είμαι υποχρεωμένος να σηκώσω τα μάτια ψηλά για να το κοιτάξω», ενώ παραδέχεται πως «κατά μεγάλο βαθμό η δική μας γραμματεία προήλθε από τη δική τους». Για τον Σαίξπηρ συνεχίζει λέγοντας πως «μας προσφέρει σε ασημένιες φρουτιέρες χρυσά μήλα. Με τη μελέτη των έργων του πετυχαίνουμε τώρα εμείς την ασημένια φρουτιέρα, μόνο που μέσα της δεν έχουμε να βάλουμε παρά πατάτες, αυτό είναι το κακό!». Γενικά, η αγωνία της επίδρασης είναι διάχυτη στη σκέψη του Γκαίτε, που πρώτος έκανε λόγο για τη Weltliteratur, την παγκόσμια λογοτεχνία που γεννιέται στη νεότερη εποχή με την αλληλεπίδραση λαών, εθνών και γλωσσών («Η εθνική Λογοτεχνία δεν έχει πλέον μεγάλη αξία ως έννοια, έχει έρθει η ώρα της παγκόσμιας Λογοτεχνίας» – σήμερα, η πιο σύγχρονη μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας θα μπορούσε να θεωρηθεί το κυβερνοπάνκ και γενικότερα η λογοτεχνία του κυβερνοχώρου).

Συνάμα ο ποιητής σχολιάζει όλα του τα έργα, με αποκορύφωμα τον Φάουστ, το δεύτερο (και καλύτερο) μέρος του οποίου έγραφε τα τελευταία χρόνια της ζωής του (αυτό το αριστουργηματικό έργο είναι ομολογουμένως άνισο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Γενικότερα, οι παρατηρήσεις του Γκαίτε είναι συχνά ιδιαίτερα ειρωνικές, ιδίως όταν στρέφεται ενάντια στους συγχρόνους του Γερμανούς. Ο λογοτεχνικός θαυμασμός του στρέφεται προπαντός προς τους αρχαίους Έλληνες, προβλέποντας πως «εμείς οι φουκαράδες Ευρωπαίοι θα ασχολούμαστε αιώνες και αιώνες μαζί τους και θα ξημεροβραδιαζόμαστε» με τα σπαράγματά τους.

Βαθιά πιστός στον Θεό, ο Γκαίτε ασκεί εντούτοις δριμεία κριτική στους εκκλησιαστικούς θεσμούς: «Υπάρχει μπόλικη ανοησία στα άρθρα της Εκκλησίας. Στόχος της όμως είναι η επιβολή και διατήρηση της κυριαρχίας της, οπότε είναι αναγκασμένη να συντηρεί ένα κοντόθωρο ποίμνιο». Πέραν αυτής της βαρυσήμαντης κριτικής, τον Γκαίτε διακρίνει (προτεστάντης γαρ) ένας αντιρομαντικός πραγματισμός τον οποίο εκτιμήσαμε ιδιαίτερα: «αυτός που πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή μπορεί κάλλιστα να είναι ευτυχής μέσα του, δεν έχει όμως κανένα λόγο να το κάνει και μεγάλο ζήτημα. [...] δεν θα είχα καμιά αντίρρηση να μας δωρίζεται μετά τη ζωή αυτή ακόμα μία, αρκεί να μη συναντήσω εκεί κανέναν απ’ αυτούς που είχαν πιστέψει σ’ αυτήν εδώ, πάνω στη γη. […] Ένας άνθρωπος άξιος όμως και ικανός, που σκοπεύει να κάνει εδώ, πάνω στη γη, κάτι το άξιο λόγου και που γι’ αυτό είναι υποχρεωμένος καθημερινά να μοχθεί, να αγωνίζεται, να δημιουργεί, αυτός αφήνει τον μελλοντικό κόσμο στην ησυχία του και δραστηριοποιείται σε τούτον εδώ».   

Ο Γκαίτε συμβουλεύει

Στις Συνομιλίες ο Γκαίτε δεν αποφεύγει τον συμβουλευτικό τόνο, ενίοτε και τον διδακτισμό. Αλλά τι σημασία έχει, όταν τα περισσότερα από όσα διδάσκει αξίζει να τα λαμβάνουμε υπόψη μας; Κάνει λόγο για τους νέους καλλιτέχνες, που πρέπει να αποφεύγουν την πληθωρική παραγωγή (παραδέχεται πως και ο ίδιος είχε πέσει θύμα της) και έχουν την τάση να είναι «βεβιασμένα ταλέντα». Για τη σημασία του επιμέρους και του ιδιαίτερου, που μόνο μέσω αυτού πρέπει να φτάνει ο καλλιτέχνης στη γενικότητα (εξάλλου, γι’ αυτό είναι καλλιτέχνης και όχι φιλόσοφος). Για τη σπουδαιότητα της εργατικότητας και της αφοσίωσης του καλλιτέχνη, όχι μόνο στην Τέχνη, αλλά και στην Επιστήμη. Για τη σύγκρουση ανάμεσα στην υποκειμενικότητα του Ρομαντισμού και την αντικειμενικότητα του Κλασικισμού («Όλες οι εποχές που βρίσκονται σε υποχώρηση και αποσύνθεση είναι υποκειμενικές, αντίθετα όλες εκείνες που βρίσκονται σε άνθηση έχουν αντικειμενική κατεύθυνση»). Για τις αδιανόητες μικρότητες των καλλιτεχνών, που συχνά έχουν ευτελείς επιδιώξεις πέραν της αισθητικής. Για την έλλειψη πρωτοτυπίας στην τέχνη: παράπονο που εκφράζεται, αν είναι δυνατόν, στις αρχές του 19ου αιώνα! Όλα αυτά δεν είναι απλώς σημαντικά για την εποχή του Γκαίτε. Είναι άκρως επίκαιρα, τα ζούμε μέσα μας και γύρω μας.

Ας επιμείνουμε λίγο σε αυτό το θέμα: ποιος δεν θα προσυπέγραφε την παρακάτω άποψη του Γκαίτε για τον νεωτερικό καλλιτέχνη; «Υπάρχουν πολλοί που διαθέτουν πνεύμα και είναι γεμάτοι γνώσεις, μόνο που είναι συγχρόνως και γεμάτοι φιλαρέσκεια, και δεν έχουν πραγματικά ιερό και όσιο προκειμένου να κερδίσουν τον θαυμασμό της κοντόθωρης μάζας» Ποιος σοβαρός άνθρωπος δεν θα συμφωνούσε πως η μανία με το based on a true story έχει παραγίνει; Επ’ αυτού γράφει ο Γκαίτε: «Με ρωτούν διάφοροι στα γράμματά τους ποια είναι αυτή η πόλη στον Ρήνο στο Χέρμανν και Δωροθέα μου! Λες και δεν είναι καλύτερα να φανταστεί κανείς οτιδήποτε! Ο κόσμος ζητά αλήθεια, ζητά πραγματικότητα και καταστρέφει έτσι την Ποίηση». Πόσο σύγχρονο και ολοένα πιο βάσιμο ακούγεται το εξής παράπονό του: «Βλέπουμε ένα σωρό σημαντικούς ανθρώπους, αλλού ούτε ίχνος από κοινή κατεύθυνση, από κοινότητα ενδιαφερόντων […] Μου θύμισαν τις μπάλες του μπιλιάρδου, οι οποίες κυλούν τυφλά από δω κι από κει πάνω στην πράσινη τσόχα χωρίς να δίνουν σημασία η μία στην άλλη, και που, μόλις συγκρουστούν, σπεύδουν να απομακρυνθούν όσο πιο γρήγορα και πιο πολύ γίνεται η μία από την άλλη». Πόσο απελπιστικά συγκαιρινή, τέλος, μοιάζει η απόφανσή του πως «Τα σημερινά μας ταλέντα είναι ολοκληρωτικά εκτεθειμένα στα βλέμματα της κοινής γνώμης».  

Ο Γκαίτε για την πολιτική και την επιστήμη

Ως προς την πολιτική, ο Γκαίτε είναι ένας «ήπιος αριστοκράτης», όπως τον  χαρακτηρίζει ο Έκερμαν. Φίλος και σύμβουλος του Αρχιδούκα της Σαξονίας-Βαϊμάρης για σχεδόν όλη του τη ζωή, ο Γκαίτε δεν διστάζει να προκρίνει αρκετές φιλελεύθερες και δημοκρατικές απόψεις. Μπορεί να χαρακτηρίζει «ήρωα» τον Ναπολέοντα και να τον θαυμάζει, αλλά δεν ξεχνά να επισημάνει πως ήταν ένας άνδρας «που είχε ποδοπατήσει τη ζωή και την ευτυχία εκατομμυρίων ανθρώπων». Καταδικάζει απερίφραστα την κομματικοποίηση (ναι, δύο αιώνες πριν…) και τον εθνικισμό των καλλιτεχνών, δηλώνοντας πως πατρίδα του ποιητή είναι «το καλό, το ευγενές και το ωραίο» και πως η καλή τέχνη είναι ο μοναδικός του τρόπος να ωφελήσει πραγματικά την πατρίδα του. Στέκεται απέναντι στη Γαλλική Επανάσταση και στην επερχόμενη τρομοκρατία της, αλλά δηλώνει συνάμα εχθρός της «αυταρχικής αυθαιρεσίας» και «απολύτως πεπεισμένος ότι για οποιαδήποτε μεγάλη επανάσταση ποτέ δεν φταίει ο λαός, αλλά η κυβέρνηση». Και συμπληρώνει εύστοχα: «Απεχθάνομαι αυτούς που εκτελούν [τη βίαιη ανατροπή], όπως και αυτούς που της προσφέρουν τα αίτια».

Ένα άλλο σημείο το οποίο θα προξενήσει πιθανόν εντύπωση στον επίδοξο αναγνώστη των σκέψεων του ποιητή είναι η εμμονή με την επιστήμη. Ο Γκαίτε μιλά διαρκώς για τη φύση και τους νόμους της, για την ανάγκη του δημιουργού να έρθει σε επαφή με τις θετικές επιστήμες και να γνωρίσει τον κόσμο πέρα από τις κοινές, καθημερινές του εμπειρίες (και προκαταλήψεις). Ξεχωριστές σκέψεις όπως η ακόλουθη, «Η Φύση δεν ξέρει από αστεία, είναι πάντοτε αληθινή, σοβαρή, πάντοτε αυστηρή, έχει πάντοτε δίκιο, ενώ τα λάθη και οι πλάνες είναι πάντοτε του ανθρώπου. Τον ανεπαρκή τον απορρίπτει, μόνο στον επαρκή, στον αληθινό και καθαρό υποτάσσεται και του αποκαλύπτει τα μυστικά της», είναι διάχυτες στο έργο και αρκούν για να μας ταρακουνήσουν ώστε να δούμε τον μεγάκοσμο με άλλο μάτι.  

Είναι αδύνατο να συνοψιστούν εδώ οι 850 γόνιμες σελίδες αυτού του έργου. Μας προξένησαν εντύπωση η πρόβλεψη του Γκαίτε ότι ο Καποδίστριας δεν θα είναι για πολύ καιρό ακόμα ηγέτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, η προχωρημένη θέση του πως το μέλλον της λογοτεχνίας ανήκει περισσότερο στην πρόζα και λιγότερο στην ποίηση λόγω της αποδυναμωμένης πίστης στο υπερβατικό, καθώς και η κριτική του στον ανθρωποκεντρισμό: «Είναι φυσικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου να θεωρεί τον εαυτό του σκοπό της Δημιουργίας και να αντιμετωπίζει όλα τα άλλα μόνο σε σχέση με τον εαυτό του και στο βαθμό που εξυπηρετούν και ωφελούν τον ίδιο. […] Δεν του περνάει καν από το μυαλό ότι δεν υπάρχει για χάρη του ούτε καν το παραμικρό χορταράκι». Πέραν αυτών, βλέπουμε τον Γκαίτε σε ιδιαίτερες προσωπικές στιγμές (π.χ. όταν μαθαίνει τον τραγικό θάνατο του γιου του), αλλά και σε συζητήσεις με διάφορους σημαίνοντες ανθρώπους της εποχής.

Οι Συνομιλίες με τον Γκαίτε του Έκερμαν δεν είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο: δεν έχουμε να κάνουμε με την πιστή καταγραφή των απόψεων κάποιου, αφού πολλές σημειώσεις και ημερολογιακές εγγραφές έχουν γίνει καιρό μετά τις συνομιλίες, συνεπώς έχουν επέλθει οι αναπόφευκτες λεκτικές διαστρεβλώσεις και εννοιολογικές μετατοπίσεις. Συνεπώς, δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε απολύτως σίγουροι τι ακριβώς είπε ο Γκαίτε σε σχέση με το τάδε ή το δείνα ζήτημα. Από την άλλη, η ίδια η επιλογή που έκανε ο Έκερμαν προφανώς είχε ως στόχο να κρατήσει την ουσία των λόγων του Γκαίτε και να παραβλέψει ό,τι δεν είναι (ή, εν πάση περιπτώσει, ό,τι δεν φάνηκε στον Έκερμαν) ουσιώδες. Έχουμε λοιπόν ένα επιλεγμένο ανθολόγιο από σκέψεις του Γκαίτε, το οποίο διανθίζεται από τις απόψεις του Έκερμαν για, και γύρω από, εκείνον. Δύο αιώνες μετά, οι απόψεις ενός από τους τελευταίους Homo universalis του ευρωπαϊκού πνεύματος διατηρούν σε μεγάλο βαθμό την ομορφιά και την ισχύ τους, καθώς όχι μόνο αποτελούν μια ποιητική και στοχαστική αυτοεξέταση του ποιητή, αλλά και συγκεφαλαιώνουν μια ολόκληρη εποχή την οποία δεν είναι ωφέλιμο να αγνοούμε.  

Γιώργος Λαμπράκος, αναδημοσίευση από το bookpress, Νοέμβρης 2014