ΚΕΛΤΕΣ ΟΥΑΛΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΚΤΟΥ ΑΙΩΝΑ, ΟΨΕΙΣ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 5:26 μ.μ.

0

Ταλιεζίν (Taliezin)

Μεταμορφώσεις

ένα πλήθος περιβλήθηκα όψεις
πριν την οριστική μορφή μου πάρω
κι όλες τους τις θυμούμαι καθαρά.

ήμουν στενό και χρυσωμένο ακόντιο
ήμουν στάλα βροχής μέσα στον αέρα
ήμουν το πιο βαθύ απ' τ' αστέρια αστέρι

ήμουν ανάμεσα στα γράμματα μια λέξη
ένα βιβλίο στην αρχήν-αρχήν ήμουν
ήμουν φως λύχνου

για μιάμιση χρονιά 'μουν
ένα γεφύρι απέραντο ριγμένο
πάνω σ' εξήντα βάραθρα

ήμουν θαλάσσιο ρεύμα αετός ήμουν
βάρκα ψαράδικη ήμουν στη θάλασσα πάνω
ήμουν συμπόσιου έδεσμα

νεροποντής ήμουν σταγόνα
ήμουν σπαθί μες σε σφιγμένο χέρι
ήμουν ασπίδα μες στη μάχη
ήμουν για εννιά χρονιές χορδή μιας άρπας

ήμουν νερό κι ήμουν αφρός
κ' ήμουν σφουγγάρι στη φωτιά
κι ήμουν δεντρό με μυστηριώδες ξύλο

....

στις κορφές του βουνού
όφις ήμουν κατάστικτος
ήμουν οχιά στη λίμνη
κι αστέρι πάνω από τους μεγάλους αρχηγούς

διαμοίρασα το υγρό πάνω στον κόσμο
ήμουν ιερέας σεβαστός
με την κούπα μου και το άμφιό μου

προφητείες κακές δεν έχω κάμει
μες στον καπνό των ογδόντα βωμών προείπα
την τύχη που σε κάθε άνθρωπο εδόθη

στα πεδία του αίματος νικητής ήμουν
κόκκινη της ζώνης μου είναι η πέτρα
η ασπίδα μου χρυσή 'ναι γύρω - γύρω

κάτω απ' το γόνατό μου έχω δαμάσει
κιτρινόχρωμους δρόμωνες έξι
πλην εκατό φορές είναι
καλύτερος ο Μελέιγκαν τ' άλογό μου
είναι γλυκός καθώς θαλασσοπούλι
που ποτέ δεν αφήνει 
το ήρεμο περιγιάλι

μακρά 'ναι και λευκά τα δάχτυλά μου
πάει πια καιρός που βοσκός ήμουν
περιπλανήθηκα πολύν καιρό στη γη
πριν επιδέξιος γίνω στη σοφία

περιπλανήθηκα περπάτησα
κοιμήθηκα σ' εκατό νησιά
κινήθηκα σ' εκατό πόλεις...

(Ο Taliezin ήταν βάρδος*** της αυλής του Ουρύεν και, μετέπειτα, των γιών του. Τιμήθηκε με τον τίτλο του "αρχιβάρδου". Τα πιο ενδιαφέροντα από τα ποιήματά του είναι τα μυθολογικά, ενώ τα προφητικά που του αποδίδονται πιθανό να μη του ανήκουν).

___


Λίγουαρκ 'χ Χεν  (Llywarc' h - Hen)

Το χιόνι

δηκτικός είναι ο άνεμος και γυμνός ο λόφος
δύσκολο είναι να βρει κανένας καταφύγιο
ταραγμένο ποτάμι παγωμένη λίμνη

κύμα το κύμα κυλούν κατά το όχτο
σα να σκληρίζουν κραυγές στα λοφοκόρφια
- αν υπάρχει ένας δίκαιος ας σιμώσει

κρύα 'ναι η λίμνη κάτω απ' τη θύελλα του χειμώνα
των καλαμιών αλύγιστα είναι τα στελέχη
- ευτυχής που στο στήθος του το δοκάρι βλέπει

κρύα 'ναι η κλίνη του ψαριού στα παγωμένα του σεντόνια
το 'λάφι ισχνό των καλαμιών κουνιέται και διπλώνει η φούντα
το βράδυ σύντομό 'ναι γέρνουνε τα δέντρα

ας πέσει πια κι ας απλωθεί το λευκό χιόνι
οι πολεμιστές τρέχουν προς τις μάχες
κρύες οι λίμνες δίχως τ' αγαθά της ζέστας

ας πέσει πια στην παγωμένην επιφάνεια το άσπρο χιόνι
γρήγορος ο άνεμος τις δεντροκορφές μόλις που αγγίζει
γερή 'ναι η ασπίδα του γενναίου στον ώμο

ας πέσει πια το χιόνι καθώς πάχνη
στον ώμο γέροντα άχρηστη είναι η ασπίδα
πανύψηλος είναι ο άνεμος και παγωμένος

ας πέσει πια το χιόνι ας σκεπάσει την κοιλάδα
οι πολεμιστές τρέχουν προς τις μάχες
μα εγώ δεν το μπορώ τόσο βαριά 'μαι κουρασμένος

ας πέσει πια το χιόνι στην πλαγιάν επάνω
το σπαθί μου μες στο θηκάρι του ισχνά τα ζωντανά μου
το κρύο δεν είναι ευχάριστο τούτη τη μέρα

ας πέσει πια το χιόνι ψηλά τα βουνά ασπρίσαν
γυμνά 'ναι τα σκαριά του καραβιού στη θάλασσα πάνω
πολλοί σε μάταιες φλυαρίες χάνουν τον καιρό τους

γύρω από κόρνα κινούνται χρυσά χέρια υψώνονται τα κόρνα
το ρυάκι πάγωσε ο ουρανός απαστράπτει
το βράδυ σύντομό 'ναι απόκαμαν οι κορφές των δέντρων

νύχτα μακρά γυμνός χερσότοπος ακτή λευκή
τεφρός ο όμορφος γλάρος στην άκρη του βαράθρου
ρυτιδωμένες οι θάλασσες - θα βρέξει

δρόμος υγρός ξερός ο άνεμος πάλι η κοιλάδα παίρνει
την παλιά της μορφή τα γαϊδουράγκαθα παγώσαν
στιλπνό ποτάμι αχαμνά λάφια μα ο καιρός θα φτιάξει

κακοκαιρία στο βουνό απάνω θολά τα ποτάμια
χείμαρροι τα νερά θα κατακλύσουνε τις πόλεις
κ' η γη μ' ωκεανό θα μοιάζει μόνο

(Ο Llywarc'h - Hen, είναι ο καλύτερος απ' όλους τους Κέλτες Ουαλούς ποιητές του 6ου αιώνα . Πέθανε σε ηλικία εκατό χρονών, το 590 - το όνομά του σημαίνει "γέροντας" - . Ήταν ταυτόχρονα βάρδος, ηγεμόνας και πολεμιστής. Ο ίδιος αναφέρει ότι είχε αποκτήσει εικοσιτέσσερις γιους, που έπεσαν όλοι κάτω από τα σπαθιά των Λαιγκρίων - των Άγγλων και των Σαξόνων οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στα νοτιοανατολικά της Αγγλίας).

___


Μυρντύν (Myrddyn)

Υσκολάν

Μαύρο είναι τ' άτι σου η κάπα σου μαύρη είναι
μαύρο το πρόσωπό σου μαύρος κι ο ίδιος εσύ
ναι κατάμαυρος Υσκολάν εσύ 'σαι;
είμαι ο σοφός Υσκολάν ο νους μου αλαφρός είναι
πλην σκεπασμένος με σύννεφα το να 'χεις
τον Κύριο προσβάλει τόσο αγιάτρευτο είναι;

έκαψα μια εκκλησιά σκότωσα τις γελάδες
ενός σχολειού και στα κύματα έρριξα τη Βίβλο
η μετάνοιά μου είναι βαριά αλήθεια 

πλάστη εσύ των πλασμάτων ο μέγιστος όλων
των προστατών μου το λάθος μου συγχώρεσέ μου
εκείνος που σε πρόδωσε σ' έχει εξαπατήσει

μια ολόκληρη χρονιά μ' είχανε δέσει
στο Μπανγκόρ στον πάσσαλο του προχώματος πάνω
σκέψου τι τράβηξα απ' της θαλάσσης τα σκουλήκια

αν ήξερα αυτό που ξέρω τώρα καθώς ο άνεμος που πνέει
ελεύθερος μέσα απ' την κυματίζουσα κορφή των δέντρων
ποτέ δε θα είχα πράξει αυτό το λάθος

(ο βάρδος Myrddyn, συγχέεται συχνά με τον Μέρλιν το Μάγο, μυθικοϊστορικό πρόσωπο. Πιθανό ο Μυρντύν να ήταν μεταγενέστερος).

___

*** Οι "βάρδοι" (και για την Κέλτικη Ιρλανδική ποίηση), ήταν μια επαγγελματική τάξη ποιητών - γενεολόγων και ιστοριογράφων που εξυμνούσαν στις αυλές των φεουδαρχών τους ίδιους, τους προγόνους και τους επιγόνους τους.

ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ, ΑΥΣΤΡΙΑ ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ...ΠΟΙΗΤΙΚΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 5:23 μ.μ.

0




 
Ο Τρακλ (3 Φλεβάρη 1887-3 Νοέμβρη 1914) στην Αυστριακή - Γερμανική λογοτεχνία

«Η μοναδική αυστηρότητα της πολυσήμαντης γλώσσας του Τρακλ είναι με μια υψηλότερη έννοια τόσο σαφής, ώστε υπερέχει απεριόριστα σε σύγκριση με την ακρίβεια του απλά επιστημονικά σαφούς όρου». Έτσι γράφει ο Μάρτιν Χάιντεγκερ για τον Τρακλ. Αυτή η γνώμη παραξενεύει ίσως, μια και μπορεί κανείς να διαβάσει πολλά ποιήματα του Τρακλ – και κυρίως πολλά από τα πρώτα του – σαν στίχους ενός ποιητή της ρομαντικής παράδοσης. Και είναι ολοφάνερο πως δεν υπάρχει σχεδόν κανένα ποίημα του Τρακλ που να μη διατρέχεται από τέτοια – συχνά, βέβαια, κάπως στερεότυπα – ρομαντικά μοτίβα: καμπάνες μοναστηριού και τιτιβίσματα πουλιών, σκιές του δάσους και ήχοι βιολιού. Στη μελαγχολική μελωδία των στίχων του αφήνει να ξεθωριάζουν τα όρια ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, στο παρελθόν και στο παρόν, και μοιάζει να παριστάνει μ’ αυτό τον τρόπο τη συνύφανση όλων των φαινομένων του κόσμου, την “unio mystica” κάθε ύπαρξης. Έτσι τουλάχιστον μπορεί να φανεί σ’ έναν βιαστικό αναγνώστη.
Βέβαια, αν κοιτάξει κανείς κάπως πιο προσεχτικά, θα παρατηρήσει ότι αυτά τα ρομαντικά μοτίβα έχουν αποκτήσει στο έργο του Τρακλ, αν μη τι άλλο, μια σημαντικά μεγαλύτερη γλωσσική ακρίβεια απ’ ό,τι είχαν μέχρι τότε. Ο Τρακλ δεν κατονομάζει πια απλά μια οποιαδήποτε χειροπιαστή πραγματικότητα. Μιλάει μόνον για το «φεγγοβόλημα», το «κροτάλισμα», το «βουητό», τη «λάμψη», το «πύρωμα», μιλάει κυρίως για το παιχνίδισμα και τις αποχρώσεις των φαινομένων. Δεν πρόκειται πια εδώ για την ρομαντική παράδοση αλλά μάλλον για την παράδοση του γαλλικού ιμπρεσιονισμού – αυτή συναντά κανείς στους στίχους του. Πολλά ποιήματα του Τρακλ μπορούν να διαβαστούν σχεδόν σαν μουσικές - ποιητικές παραλλαγές πάνω σε πίνακες του Μονέ, του Σωρά ή του Γκωγκέν. Ό,τι  ισχύει γι’ αυτούς τους ζωγράφους  ισχύει και γι’ αυτόν: δεν υπάρχει πλέον μια «πραγματικότητα» που να μπορεί κανείς να την καθορίσει με σαφήνεια. Και ακριβώς στον πιο επίμονο και διεισδυτικό παρατηρητή αποκαλύπτεται αυτή η «πραγματικότητα» σαν κάτι πολυσήμαντο, σαν κάτι τρόπον τινά αιωρούμενο ανάμεσα σ’ αυτόν και στα άγνωστα πράγματα.
Το πόσο φαινομενικά είναι τα ρομαντικά μοτίβα στην ποίηση του Τρακλ γίνεται ιδιαίτερα σαφές αν προσέξει κανείς ότι συχνά σ’ ένα και το αυτό ποίημα αντιπαρατίθενται σ’ αυτά κατά τελείως παράφωνο τρόπο διαφορετικά στοιχεία …
…Μέχρι και στον τρόπο της δομής της έκφρασης  μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι η πραγματικότητα κατακερματίζεται για τον Τρακλ σε ασύνδετα μεμονωμένα μέρη. Δε συνθέτει όπως ο κλασικός - ρομαντικός ποιητής περίπλοκες, σοφά δομημένες προτάσεις –  αυτό θα ήταν η συντακτική απεικόνιση ενός σύνθετου, ιεραρχικά οργανωμένου κόσμου. Ο Τρακλ παραθέτει μάλλον τη μια μετά την άλλη σύντομες κύριες προτάσεις, από τις οποίες σχεδόν καμιά δεν έχει θεματικά κάποια κατανοητή σχέση με την προηγούμενη ή την επόμενη. Σαν να ήθελε να σχολιάσει αυτό τον τρόπο σύνταξης, γράφει ο Τρακλ σ’ ένα από τα τελευταία του γράμματα: «Είναι μια ακατονόμαστη δυστυχία όταν κάποιου του γκρεμίζεται ο κόσμος σε χίλια κομμάτια». Και τελειώνει την επιστολή αυτή με τη συγκλονιστική διαπίστωση: «Ξέσπασε μια πέτρινη σκοτεινιά».
Σ’ αυτή την εικόνα, όμως, πραγματοποιείται επιτέλους κάτι από αυτό που περιγράφει ο Χάιντεγκερ σαν τη «μοναδική αυστηρότητα της πολυσήμαντης γλώσσας του Τρακλ». Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της ζωής του – χρόνια που βασανιζόταν από όλο και σοβαρότερες μελαγχολίες – πετυχαίνει ο Τρακλ να αναπτύξει μια ποιητική γλώσσα που έχει την ικανότητα να εκφράζει κάτι μέχρι τότε ανέκφραστο, αόριστο και ανεξήγητο.
Περιγραφές της φύσης ή των ψυχικών καταστάσεων, όπως συνηθίζονταν μέχρι τότε, δε θα βρει κανείς πλέον στην ποίηση του Τρακλ. Με τη βοήθεια μιας νέας, τρόπον τινά, «απόλυτης» χρήσης γλωσσικών όρων – και με τον καινούριο τρόπο να συσχετίζονται μεταξύ τους – αναλαμβάνει ο Τρακλ με «μοναδική αυστηρότητα» να δώσει μορφή στην κατακερματισμένη άγνωστη πραγματικότητα. «Κοιτάζει κανείς, κοιτάζει», γράφει σ’ ένα από τα γράμματά του, «και τα πιο μηδαμινά πράγματα είναι χωρίς τέλος. Φτωχαίνει κανείς όσο πλουσιότερος γίνεται». Κι έτσι, σα να είχε επιτέλους βρει την ποιητική του γλώσσα, γράφει σ’ ένα από τα ποιήματά του εξορκίζοντας την άφωνη σιωπή:

Μια σκιά είμαι, μακρινών σκοτεινών χωριών.
Τη σιωπή του Θεού
Ήπια από την πηγή του ιερού δάσους.
Κρύο μέταλλο ακουμπάει στο μέτωπό μου.
Αράχνες ψάχνουν την καρδιά μου.
Είναι ένα φως που σβήνει μες στο στόμα μου.

Klaus Betzen

___

(σημείωση: δεν θεωρώ ιδιαίτερη ανάγκη να συνθέσω, εδώ, από στοιχεία μια νέα βιογραφία. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες και στη Βικιπαίδεια. Παρακαλώ, ανατρέξτε. γ.τ.κ.)

___

Τρομπέτες

Κάτω από ιτιές που κλάδεψαν, εκεί που παίζουνε 
παιδιά ηλιοκαμένα
κι ο αέρας περνά μέσ' απ' τα φύλλα - ακούγονται
τρομπέτες.
Ρίγησε το προαύλιο μιας εκκλησιάς.
Λάβαρα πορφυρά θροΐζουνε μέσ' απ' της σφενταμιάς 
τη λύπη
καβαλάρηδες καλπάζουν και περνούν αγρούς με σίκαλη,
άδειους μύλους.

Οι βοσκοί τη νύχτα τραγουδούν κι ελάφια
ξεπροβάλλουν
στον κύκλο της φωτιάς τους, η θλίψη του αρχαίου
δάσους,
από το μαύρο τοίχο εκτοξεύονται χορευτές.
λάβαρα πορφυρά, γέλιο, τρέλα, τρομπέτες.

*

Νυχτερινό τραγούδι

Ανάσα του ακίνητου. Πρόσωπο ζώου
παγωμένο από το γαλάζιο, απ' την αγιότητά του.
Τεράστια η ισχύς της σιωπής στην πέτρα.

Η μάσκα ενός νυχτοπουλιού. Τρεις απαλοί ήχοι
σβήνουνε σ' έναν. Ελάι! το πρόσωπό σου
σκύβει αμίλητο πάνω απ' το αχνογάλαζο νερό.

Και σεις, καθρέφτες της αλήθειας ήρεμοι.
Στα κεχριμπαρένια μάγουλα του μοναχικού
να 'τη που καθρεφτίζεται η λάμψη
των αμαρτωλών αγγέλων.

*

Ο ήλιος

Ο ήλιος καθεμέρα στο λόφο έρχεται χρυσός.
Ωραίο το δάσος, το μαύρο αγρίμι
κι ο άνθρωπος: βοσκός ή κυνηγός.

Ρόδινο το ψάρι ξεμυτίζει στην πράσινη λιμνούλα.
Κάτω απ' το στρόγγυλο ουρανό
σ' ένα σκαρί γαλάζιο φεύγει ο ψαράς ταξίδι δίχως 
θόρυβο.

Αργά ωριμάζει το σταφύλι και το καλαμπόκι.
Καθώς η μέρα λήγει ακίνητη
κάτι καλό, κάτι κακό ετοιμάζεται.

Σαν έρθει η νύχτα,
ο στρατοκόπος απαλά σηκώνει τα βαριά του
βλέφαρα.
Μέσ' από άβυσσο γεμάτη ίσκιους, ο ήλιος βγαίνει.

*

Το τραγούδι του αποχαιρετισμού

Γεμάτο αρμονία το πέταγμα των πουλιών. 
Τα πράσινα δάση αυτό το δειλινό 
μαζεύτηκαν σε ήρεμες καλύβες.
Τα κρυσταλλένια μονοπάτια του ελαφιού.
Το πότισμα του ρυακιού κάτι σκοτεινό καθησυχάζει,
τις υγρές σκιές και τα λουλούδια του καλοκαιριού
που εξαίσια ηχούν στον άνεμο.
Το σκεφτικό μέτωπο του ανθρώπου σκοτείνιασε.
Κι ένα μικρό φανάρι, η καλοσύνη,
ανάβει στην καρδιά του. 
ειρήνη του δείπνου. γιατί αγιάστηκαν
το ψωμί και το κρασί από τα χέρια του Θεού
και σε κοιτάζει ο αδελφός
με νυχτωμένα μάτια σιωπηλά
σαν να 'θελε να πάρει ανάσα 
απ' τις αγκαθερές περιπλανήσεις του.
Αχ, το να ζεις
στο αποπνευματωμένο της βραδιάς γαλάζιο.
Η ησυχία στο δωμάτιο
ωραία ξετυλίγει τις σκιές των γέρων,
τα πορφυρά μαρτύρια,
το θρήνο μιας μεγάλης οικογένειας
που ξεκληρίζεται τώρα ταπεινά
στο στείρο αγγόνι της.
Γιατί από τα σκοτεινά λέπια της τρέλας
λαμπρότερος ξυπνά ο άρρωστος της υπομονής
στο πέτρινο κατώφλι
και το ψυχρό γαλάζιο με το αστραποβόλο
γύρισμα του φθινόπωρου,
το ήσυχο σπίτι και οι μύθοι του δάσους
ισχύουν και κάνουν ό,τι θέλουν τώρα
και τα φεγγαρίσια μονοπάτια των αποχωρισμένων
τον παίρνουνε στη δυνατή αγκαλιά τους.

__

Το στοιχείο της φύσης που σηματοδοτεί καίρια την ποίηση του Τρακλ παίρνει μια μεταφυσική, σχεδόν δαιμονιακή, διάσταση. Αν θελήσουμε να συγκρίνουμε σ' αυτό τον Τρακλ με τον Έσσε, απ' τη σύγκριση βγαίνει αναντίρρητα κερδισμένος ο Τρακλ. Είναι φανερό, στην περίπτωση του Τρακλ, πως έχουμε ένα γνήσιο ποιητικό τάλαντο που με την εξπρεσιονιστική του εικονοκλαστικότητα ανέτρεψε την ισορροπία του γερμανικού λυρισμού στον αιώνα μας (sc. εικοστό) πηγαίνοντας κατευθείαν στον μεγάλο Χαίλντερλιν. 
Η νοσταλγία, η απώλεια, η αποδημία, η επιστροφή, στον Τρακλ αποκτούν σχεδόν υλική υπόσταση μέσα στην αγωνία τους και παύουν να λειτουργούν σαν λέξεις, υπερβαίνοντάς τις και πολιτογραφούμενες σ' ένα χώρο που προέχει το ρίγος του αγνώστου και το υπαρξιακό άγχος.

Ανδρέας Αγγελάκης

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΝΤΑΡΤΟΠΟΛΕΜΟΥ, ΒΑΡΒΑΡΟΙ, ΑΜΙΡΙ ΜΠΑΡΑΚΑ / Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΠΑΙΤΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΑΚΗΣ ΚΡΗΣ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΜΑ...ΣΠΑΝΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 5:22 μ.μ.

0




Εγχειρίδιο ανταρτοπολέμου

Στον φοίνικα 
ο καρπός
πυρακτώθηκε 
στον άνεμο.

        Μέσα στην ορθότητά τους

οι κορμοί είναι σοσιαλιστές
τα φύλλα δολοφονούν τη σιωπή και είναι σκούρα
και γερασμένα σαν φυσούν προς τη θάλασσα.
                                                               πεπεισμένα

με το τραγούδι. Πεπεισμένα
με του ανθρώπου την εικόνα (αφού
δεν πρόκειται να κοιτάξει πέρα από το εγώ του
άλλη ουσία. Λουλούδια, σταφύλια
τους ίσκιους των χορταριών, καθώς ο καιρός
γίνεται πιο ψυχρός, και οι γυναίκες περπατούν
με σκυμμένα τα κεφάλια.

                                        Σιωπηλή πολιτική βροχή

ενάντια στων φίλων
την ομιλία. Τους αγαπάμε
παγιδευμένους στη ζωή, γνωρίζοντας διέξοδο καμιά
πέρα από την περιγραφή. Ή το μαύρο χώμα
γλιστρά πάνω στο χέρι.

                                      Πρέπει να πείσουμε τους ζωντανούς

                                      πως οι νεκροί
                                      δεν μπορούν να τραγουδήσουν.

*

Βάρβαροι

1. Είναι επίτηδες 
άσχημοι!

2. Φτιάχνονται με
τις αεροπορικές επιδρομές!

3. Είναι οι αρχαιότεροι
εν συνεχή λειτουργία
δολοφόνοι κατ' εξακολούθηση!

4. Δολοφονούν
για να ερμηνεύσουν
τους εαυτούς τους!

5. Πιστεύουν πως
οι άνθρωποι
είναι τροφή.

6. Προσποιούνται 
τον διάλογο 
λέγοντας ψέμματα.

7. Είναι πάντοτε γυμνοί
και πάντα βρώμικοι
το μπάνιο και το σμόκιν
δεν βοηθούν.

8. Πάνε στην τουαλέτα
για να βιώσουν μια
θρησκευτική εμπειρία.

9. Πιστεύουν πως όλα είναι
καλύτερα όντας νεκρά.
Και πως καθετί ζωντανό
          είναι εχθρός τους.

10. Σημειωτέον πως οι
βάρβαροι είναι οπλισμένοι
κι επικίνδυνοι.


Αμίρι Μπαράκα

___


Ο τελευταίος επαίτης

Ήταν ο τελευταίος επαίτης
πριν απ' τα μεσάνυχτα που
αποβιβαζόταν με βλέμμα χλοερό
σ' ένα τοπίο κατακλυσμιαίο και δασύ.

Ακολούθησαν τα πρώτα δημιουργικά
λεπτά του Θεού. Ύστερα κι αυτός
εγκατέλειψε, διαφεύγοντας στη
μηδενική σελίδα 8102 - όπου
αναπαύεται απ' τις αισθήσεις
του καιρού του.

Από τότε ο επαίτης χτίζει βωμούς,
με το αίμα να ρέει ανοικοδόμητο
στην κόψη της χρυσής μη-τομής,
θηλάζοντας το θυμίαμα των επικλήσεων.

Μέχρι να εκτελεστεί - πιθανό στην 
ίδια σελίδα - σαν σύσσωμος παρελθών
προφήτης (χωρίς Ιερουσαλήμ) με ενυπόγραφη
λογική χωρίς τιμή, κείτεται - ατάκτως
ερριμένος - στην κιβωτό που από
Βαβυλώνος μπάζει νερά απ' το παλιό 
κατάρτι...(επιμελώς κρυμμένο απ' τους
μαραγκούς στα θηλυκά της σπλάχνα.

Γιώργος Τσακιράκης Κρης

ENCARDIA, ΠΛΕΙΑΔΕΣ / ΣΕΡΕΝΑΤΑ, SCHUBERT-NAJERA / PEDRO INFANTE, LAS MANANITAS, Μ' ΕΝΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΜΟΥΣΙΚΗ 'Η ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 5:21 μ.μ.

0


Encardia - Πλειάδες

*

Σερενάτα, Σούμπερτ - Μανουέλ Γκουτιέρεζ Ναγιέρα


*

 

 Πιέδρο Ινφάντε, Λας Μανιανίτας

ΧΡΕΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΕΙΝΑΙ, ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΕΤΖΛΕΡ / ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΑΠΟΛΛΩΝΙΕ ΘΗΡΕΥΤΗ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΑΚΗΣ ΚΡΗΣ, ΝΥΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 5:20 μ.μ.

0


Χρέος του ποιητή είναι να ενεργοποιήσει το πνεύμα, φέρνοντάς το στα ανώτερα όρια της αντίληψης και της οξύνοιας. Το ποίημα είναι ένα γεγονός που δημιουργείται από μια συγχώνευση, το πάντρεμα των ασκημένων ικανοτήτων και των αγνώστων δυνάμεων. Αφού καταπιαστεί με όλα αυτά (τα πρόσωπα, τις φωνές, τα όνειρα και τους φόβους), ο ποιητής αρχίζει να συνειδητοποιεί πως όλες οι φωνές είναι μία και πως η δουλειά του είναι να καταφέρει να την κάνει να ακουστεί. Πρόκειται για μία διάχυση φωτός, μια φωτεινή ακολουθία προς την πηγή της. Αυτό κάνει ο ποιητής, αυτό κάνουμε όλοι μας, όσοι βρισκόμαστε σε εγρήγορση και αντιστεκόμαστε στα επακόλουθα της νεκρής, σκοτεινής σκέψης.
Αυτό που κάνει διαφορετικό έναν ποιητή είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί τη γλώσσα ώστε να διαπεράσει τον αναγνώστη, και ο τρόπος που ακούει τις λέξεις και τις παρατηρεί να δονούνται, και το τι ακριβώς βλέπει και αφουγκράζεται, και ο τρόπος με τον οποίο τα μετατρέπει όλα σε ποίημα.
Για πολλά χρόνια, στη ράχη του περιοδικού Poetry (του Σικάγο), τυπωνόταν μια φράση του Ουόλτ Ουίτμαν. Έλεγε πως τα καλά ποιήματα απαιτούν και καλό αναγνωστικό κοινό. Ο Ουίτμαν είχε δίκιο. Καθένας που αναζητεί την ποίηση, θα πρέπει να ασκείται συνεχώς όπως και ο ποιητής. Δεν πρέπει ποτέ να θεωρούμε ένα ποίημα δεδομένο, παρεκτός κι αν είναι ένα ποίημα κακό. Και τότε θα πρέπει να γνωρίζουμε γιατί είναι κακό και πώς θα μπορούσε να γίνει καλύτερο. Η μουσικότητα σ' ένα ποίημα δεν είναι για φανφάρα, δεν είναι άτονη υπόκρουση ή μονότονη συνοδεία για να καλμάρει τα έντερά μας. Το ποίημα, όπως είπε και ο Ουίτμαν, απαιτεί την προσοχή μας.
Η σχέση κάποιου με ένα ποίημα είναι ένας-προς-έναν, όπως στον έρωτα. Είναι εξίσου απλό όπως και δύσκολο, και πάντοτε αξίζει την προσπάθεια. Η ποίηση είναι η ανώτερη χρήση της γλώσσας, η οποία συνταιριάζει τους ορατούς και τους αόρατους κόσμους με λέξεις που παράγουν μια τεράστια δύναμη, αν είναι επιλεγμένες σωστά.
Το ποίημα μπορεί να είναι και εφήμερη και διαχρονική πηγή πληροφοριών, αποκαλύψεων και ηδονών. Οι ποιητές χρησιμοποιούν τη γλώσσα με ακρίβεια, γιατί γνωρίζουν και σέβονται τα μυστήρια που κληροδοτήθηκαν μέσα από τις λέξεις. Η γλώσσα της ποίησης είναι η γλώσσα της αποκάλυψης.
Ο ποιητής μπορεί να σου χαρίσει μια νέα οπτική, μια νέα διορατικότητα. Το ποίημά του παρέχει ένα πέρασμα μέσα από τις σκέψεις και την αντίληψη, ώστε να δεις ξεκάθαρα μέσα από τα προσχήματα και να γνωρίσεις καινούριες έννοιες και σημασίες.
Ο ποιητής είναι επαναστάτης, γιατί μονίμως υπονομεύει τη διεφθαρμένη γλώσσα των ιδρυμάτων με την τέχνη του. Τραγουδώντας ένα κατανοητό, αληθινό τραγούδι, μπορεί να κατατροπώσει την, ενάντια στη ζωή, ρητορεία της ισχυρής πολιτικής. Οι λέξεις λειτουργούν μέσα στον άνθρωπο, έτσι τον κάνουν να σταματήσει και να σκεφτεί. "Α, ποτέ μου δεν το σκέφτηκα μ' αυτόν τον τρόπο. Ποτέ δεν το είδα έτσι. Ναι, τώρα μπορώ να το δω". Το ποίημα μπορεί ν' ανάψει ξαφνικά τα φώτα. Έτσι ξεκινά η επανάσταση.

Ντέιβιντ Μέλτζερ

___


Τραγούδα Απολλώνιε θηρευτή

Τραγούδα Απολλώνιε θηρευτή.
Με το θάνατο μόνο και με άνυδρα
καράβια θα δακρύσουν η χορδή
και η χλόη.

Δεν πέθαναν οι αρχαίες σου ίριδες
και ο ναός του Σολομώντα σχεδιάζει ακόμα 
αναποφάσιστος την ανθρώπινη και τη θεϊκή σου 
σοφία.

Χάραζε σε αλώβητα σχήματα τη στάχτη
με πατήματα ανοιχτών και υγρών
παράθυρων δάσους.

Καθώς ατελεύτητος υφαντής,
πλάγιαζε, πλάθοντας αόρατα κεντήδια
μπροστά σε ολότρεμα χελιδόνια.

Ευνούχιζε την κολοβή σαύρα 
της θνητής ανορθογραφίας,
ζώντας σαν ένα μεγάλο ψίχουλο
με το Μορφέα σου ξάγρυπνο
να ονειρεύεται με λωτή θύμιση.

Τραγούδα Απολλώνιε θηρευτή.

Γιώργος Τσακιράκης Κρης 

ΑΛΜΑ ΤΑΝΤΕΜΑ ΛΩΡΕΝΣ, ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΕΣ / ΣΤΟ ΤΡΕΛΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ, ΤΖΑΚ ΧΙΡΣΜΑΝ, ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ...ΙΣΩΣ ΣΑΝ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 5:19 μ.μ.

0

Alma Tadema Lawrence, τρεις πίνακες


*


*



___


Στο τρελό ξενοδοχείο της τελευταίας

Στο τρελό ξενοδοχείο της τελευταίας
κι απέραντης σουρεαλιστικής μου έκθεσης,
μου κλέβουν τους πίνακες πριν καλά
καλά τους κρεμάσω,
              κατεβαίνουν κι εξαφανίζονται
μέσα στο κινέζικο παζλ εκείνων,
σαν την κλεμμένη αγάπη ενός γέλιου,
σαν τις χαρές της κυριότητας
        που κυριεύεται
απ' όλους τους εξουσιαστές δαίμονες
του δρόμου και της κουλτούρας,
την απελπισία του απατεώνα, 
του κομπιναδόρου την επιμονή,
τον ντανταϊσμό της έσχατης ιεροσυλίας
     του βέβηλου σε μούμια
στην πυραμίδα του La Roze.
Τι θα συμβεί όταν όλα 
             τα επακόλουθά μου αναρτηθούν
και τα ξεφορτωθώ ταυτόχρονα -
Ποιον θα κατηγορήσω για τη βεβήλωσή μου;
Επιβεβαίωση από ποιον θα λάβω
        πέρα από τον γνώριμο τρόπο,
          από μια ιδέα σ' ένα χάος;
          ένα παιχνίδι παιχτών σ' ένα ξενοδοχείο
με παλιές μυρωδιές, κάτουρο γάτας και την 
παντοτινά τελειωμένη ατελείωτη
συμφωνία
        όπου η ομορφιά και η ασχήμια
        είναι φτωχές ολοφάνερα;
Αναπνέω ακόμα, κάθε λεπτό
δημιουργώντας, επινοώντας το επόμενο βήμα,
χωρίς δεκάρα μία, με την περιπέτεια
μόνο να στρίβει στη γωνία,
το εσωτερικό πατίνι, την πατούσα ν' ακουμπά
στο τεντωμένο σχοινί πάνω από το πλήθος,
το μοναδικό τραγούδι τραγουδισμένο σε ποίημα επόμενο,
      αυτή είναι η σκιά που επινόησα
      προχωρώντας γυμνός μέσα σε ό,τι μου απέσπασαν.
              Τρελή παντοδυναμία κενής νύχτας -
              το παπούτσι περπατά χωρίς
              το πόδι,
η μοίρα που έχει ήδη δείξει η τηλεόραση
φέρνει στα χείλη μου μια γεύση
γαληνεμένης τάσης
     δύο και τριών αραδιασμένων τραπεζιών, 
     απαλών μυρωδιών και τον ήχο
     γερασμένου δέρματος
           και ηπείρους που δεν μπορούν να με βοηθήσουν,
     και ουρανούς που δεν μπορούν να με βοηθήσουν,
και αφηρημένα και συγκεκριμένα τα αύριο και τα χθες.
Είμαι ακόμη κι απ' την ελευθερία ελευθερωμένος
                  ετούτη ακριβώς τη στιγμή -
                  δεν έχω άμαξα και όλο το τσιγγάνικο καραβάνι
                  προχωρά ακόμη όλο χαρά μέσα στη νύχτα
φωτιές γεμάτο με τη θαμπή λάμψη του ξύλου
                 του ίδιου του ποιήματος,
                 εκείνος ο χείμαρρος τροχών
                 εν κινήσει στο πουθενά
                 μα απολύτως ακαθόριστα φωτίζει
                 τους δρόμους με τα τραγούδια των πυρσών
                 των δικών τους αναμνήσεων.

Τζακ Χίρσμαν

ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΔΡΟΜΟΙ, ΕΡΩΤΗΜΑ ΣΕ ΓΕΡΟ ΠΡΩΗΝ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 5:18 μ.μ.

0

Ερώτημα σε γέρο πρώην αντιρρησία

Τόσες και τόσες φορές αντιτάχτηκες
Στην πείρα των άσπρων μαλλιών
Τόσες και τόσες φορές αντιστάθηκες
Με πείσμα αδικαιολόγητο
Στις σκληρές επιταγές της ψυχρής λογικής!
Τώρα που γέρασες, πες μου πώς νιώθεις
Που άλλοι σου πήραν τη θέση;

Ύβρις φυτεύει τύραννον καλέ μου αντιρρησία.
Δεν το κατάλαβες λοιπόν ακόμη;
Δεν σου φτάνει άραγε
Η κλασική επιβεβαίωση
Του μετρημένου Σοφοκλή;

Ανδρέας Φουσκαρίνης

(Φρυκτωρίες)