Ο ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ (Ή Η ΘΥΣΙΑ), ΜΑΝΟΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ-ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ-ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 10:00 π.μ.

0

Μανώλη Καλομοίρη, Ο Πρωτομάστορας ή Η θυσία. Από την ομώνυμη τραγωδία του Πέτρου Ψηλορείτη (δεύτερο ψευδώνυμο του Νίκου Καζαντζάκη, το πρώτο ήταν Κάρμα Νιρβαμή), με έμπνευση από το δημοτικό τραγούδι. 
 

«Ο Πρωτομάστορας», τραγωδία, Νίκος Καζαντζάκης, ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης

 



(απόσπασμα)…

ΜΑNΑ — Η Γυναίκα πού τόνε πλάνεψε και δεν τον αφήνει να κοιμηθεί όλη νύχτα. Αυτή πρέπει να σκοτωθεί και να λείψει για να λευτερωθούν τα μπράτσα τού Πρωτομάστορα και να μην τρέμουνε όταν χαράζουνε το σχέδιο τού γιοφυριού…
ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ— Μάνα! έλεος! Σκληρά ’ναι τα λόγια σου, σαν το γραφτό της Μοίρας!
ΜΑΝΑ — Και πρέπει να σκοτωθεί απόψε, πριν να βασιλέψει ό ήλιος! ’Αλλιώς τη νύχτα θα ’χομε πάλι αφανισμούς και σύγκλυσες! Κι όχι όπου λάχει, μα στα θεμέλια τού γιοφυριού αγκωνάρι να χτιστεί… ’Απάνω στο κορμί της μόνο θα σιδεροχτιστεί γιοφύρι!
ΣΜΑΡΑΓΔΑ [ένα βήμα προχωρεί κατάχλωμη και σαν αντίλαλος μιλεί]. — ’Απάνω στο κορμί της μόνο θα σιδεροχτιστεί γιοφύρι, Μάνα;
ΜΑΝΑ [με πικρότατη θλίψη], — Ναι, παιδί μου.
ΧΟΡΟΝ ΓYΝ. [φρίσσουν]. — Ποιά να ’ναι! Ποιά να ’ναι!
— Ω! ποιανής το αίμα θα χαρούνε τα πελέκια!
 ΑΡΧΟΝΤΑΣ — Πες τ’ όνομά της, Μάνα!
ΣΜΑΡΑΓΔΑ — Μην την ακούς, Πατέρα μου! Μην την ακούς!
ΑΡΧΟΝΤΑΣ [ ξεφεύγει από το αγκάλιασμα της Σμαράγδας, με προσταγή]. — Πες τ’ όνομά της!
ΜΑΝΑ —Εγώ δεν κάνει να το πω ! Πρέπει ό ίδιος ο Πρωτομάστορας, ή μονάχη της αυτή να σού το μολοήσουν! Για να ’χει αξία, πρέπει με τη δίκιά τους τη θέληση να γίνει ο σκοτωμός! [Στο κοριτσάκι πού την τραβά]. Πάμε παιδί μου… Πάμε! [Προχωρεί… Ξάφνου γυρίζει και λέει στον Πρωτομάστορα]. Α! Πρωτομάστορα! Πρωτομάστορα! Σκίσε τα στήθια σου και βγάλε την καρδιά σου και βάλε την θεμέλιο στο γιοφύρι, αν θες να στερεώσει. Τίποτ’ άλλο δεν έχω να σου πω! [στους χορούς]. Τίποτ άλλο δεν έχω να σας πω! [φεύγει].
[Σιγή φριχτή. ‘Ο ’Άρχοντας προχωρεί προς τις γυναίκες και κοιτάζει. «Όλες αποτραβιούνται και τρέμουν. Είναι, αλήθεια, ένας αητός απάνω σε περιστέρια].
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝ.— Ώ ω! Η Μοίρα, η Μοίρα απλώνει απάνω από τα κεφάλια μας τα φτερά της, σα φτερά όρνιου αρπαχτικού! H Μοίρα, η Μοίρα είναι από πάνω μας και διαλέγει!
ΑΡΧΟΝΤΑΣ — Ποιά είναι; Κάπου εδώ θα ’ναι! Ποιά τρέμει πιο πολύ;
[Ό Άρχοντας πάει κ’ έρχεται και τις κοιτάζει. Ξάφνου στον Πρωτομάστορα].
ΑΡΧΟΝΤΑΣ — Πρωτομάστορα! [σιγή] Δε μιλείς; Α! δε θες να μολοήσεις! [σιγή, έπειτα σα να πήρε μίαν απόφαση και στρέφεται στους θεριστάδες] Να πάει ένας να μηνύσει, όλου του χωριού οι κοπελιές να ’ρθουν εδώ! Πες τους πώς έχουμε πανηγύρι και ξεφάντωμα. [φεύγει ένας θεριστής] Και γρήγορα! Πριν να βασιλέψει ο ήλιος ! Άκουσες τη Μάνα; Η νύχτα δεν πρέπει να μάς βρει χωρίς το σκοτωμό! [φεύγει τρεχάτος ό θεριστής. Ό Άρχοντας στον Πρωτομάστορα απειλητικά:] Πρωτομάστορα! Σκέψου! Αν δε μολοήσεις τη φταίχτρα, απάνω σε σέ τον ίδιο θα βάλω τα θεμέλια! Σκέψου! [στους χορούς] Σκεφτείτε και σεις όλοι! Ως να γυρίσω από το γιοφύρι, να ’χετε αποφασίσει να μου την μαρτυρήσετε! Α! δε θα χαθούμε εμείς και τα παιδιά μας για το χατίρι μιας ξετσίπωτης και ντροπιασμένης! Όχι!… [φεύγει.. Στρέφεται στη Σμαράγδα και λέει της τρυφερά] Και συ, Σμαράγδα μου, πήγαινε στο σπίτι!
ΣΜΑΡΑΓΔΑ— Όχι, πατέρα μου… Θέλω να μείνω… Άφησε με να μείνω!
ΤΡΑΓΟΥΔ.— [απελπισμένος] Σμαράγδα! Σμαράγδα ! Γιατί δε φεύγεις;…
INTERMEZZO
[Δεν κατεβαίνει η αυλαία. Μεταξύ α’ και β’ πράξης μεσολαβεί το intermezzo αυτό. Έρχονται οι γύφτισσες χορεύτριες με ντέφια, νταούλια, χαλκάδες. Δύο ημιχόρια].
Α’ ΗΜΙΧΟΡΙΟ [σωριάζονται κάτω και θρηνούν].
— Ωϊμένα! Ωιμέ! Τα χέρια σου, Πρωτομάστορα, τα δυνατά σου χέρια, πού θένε να μαλάξουν, σαν απαλό κερί, στις φούχτες τους τη Μοίρα, λιγοθυμούν σα θυμηθούνε το σχήμα των στηθιών, της γλυκιάς – γλυκιάς Γυναίκας, Ωϊμένα! Ωϊμέ!
Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟ [χαρούμενο, γοργά χορεύει].
— Βαθιά το αλέτρι της αγάπης, οργώνει τα κορμιά μας κι όλες οι πίκρες σπέρνονται, γεννοβολούν, θεριεύουν και τρώνε μας την καρδιά! Κ’ εμείς πεθαίνομε-πεθαίνομε από τον πόνο και σκύφτομε και λέμε: [σταματούν σα λιγωμένες από τη γλύκα] Γλυκύτερο πράμα δεν υπάρχει από τον απάνω κόσμο! Γλυκύτερο πράμα δεν υπάρχει από τον απάνω κόσμο !
Α’ ΗΜΙΧΟΡΙΟ [Πετιέται πάνω και χορεύει]
— Μην ακούς! Μην ακούς, Πρωτομάστορα! Λύσε από τη μέση σου τη ζώνη της αρρώστιας! Ξέπλεξε από το λαιμό σου τα χέρια της Γυναίκας, τα χέρια της Γυναίκας πού σε γλυκοτραβούνε στον γκρεμό! Εσύ ’σαι Πρωτομάστορας! Εσύ δεν ήρθες στη ζωή για να χαρείς, μονόρθες για να χτίσεις!
Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟ
—Χαχαχά! ‘Όλα τα γιοφύρια, όλα τα γιοφύρια δεν αξίζουν ένα φιλί απάνω στο στόμα! Α! και τα δύο μου τα χέρια απλώνω κ’ ευλογώ και προσκαλώ το να ’ρθει το κρίμα, πού μας σφιχταγκαλιάζει και μάς ρίχνει κάτω και μάς χαίρεται απάνω στα κρεβάτια τα ζεστά!
[Οι ΚΟΠΕΛΕΣ του χωριού, πού ακούνε τις γύφτισσες ξαφνιασμένες και κόκκινες].
— Ω μην το λες! ώ! μην το λες! Πόσο γλυκεία ’ναι η ’Αγάπη, όταν της παραστέκει η χάρη του Θεού! Πέφτει απάνω στα κορμιά μας, ως πέφτουνε τα πρωτοβρόχια απάνω στη διψασμένη γης! Τέτοια, Παρθένα, τέτοια αγάπη χάρισέ μου!
[Γυρίζουν από το γιοφύρι οι άντρες. Έχουν έρθει κι άλλοι].
ΧΟΡΟΣ ΑΝΤΡΩΝ [θριαμβευτικά].
— Άλάφρωσα! άλάφρωσα! Φοβήθηκα μια στιγμή και είπα: Είναι μεγαλύτερος από μένα! Άλάφρωσα! Όλοι, το βλέπω τώρα, ωσάν τ’ αστάχια γέρνομε ανήμποροι μπροστά στο δρεπάνι της Μοίρας!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
— Κ’ υστέρα όλοι, μικροί μεγάλοι, απάνω σ’ άλλο πέφτομε δρεπανοθερισμένοι, στα χωματένια αλώνια του αφέντη μας του Χάρου!
ΧΟΡΟΣ ΑΝΤΡΩΝ
— Η Μοίρα περνά από πάνω μας και τρέμομε όλοι — σαν τα καλάμια το δειλινό!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
— Η Μοίρα περνά από κάτω μας και πίσω και μπροστά μας, σα θάλασσα φουρτουνιασμένη, το μεσονύχτι, κ είμαστε βάρκες χωρίς φως, χωρίς τιμόνι, χωρίς κουπιά.
ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
— Ω Ήλιε, πού χαμοπετάς αίματολαβωμένος κι όπου – όπου πέφτεις, ώ Ήλιε, τί έργα φριχτά απόψε θα χρυσώσεις! 



Η υπόθεση του έργου

Πυρήνας της υπόθεσης είναι ο θρύλος του γιοφυριού της Άρτας. Το γεφύρι έχει τελειώσει και, παρά τις ζοφερές προβλέψεις των μαστόρων και των χωρικών, ο Πρωτομάστορας είναι σίγουρος ότι δεν θα γκρεμιστεί. Ο Άρχοντας τόν ρωτά πώς να τόν ανταμείψει κι εκείνος ζητά την άδεια να χτίσει στη μέση του χωριού ένα σπίτι και να στεφανωθεί την αγαπημένη του.
Τότε φτάνει μια κοπέλα, λέγοντας πως το γεφύρι είναι έτοιμο να γκρεμιστεί. Εμφανίζεται η γριά Μάνα, η σοφή προφήτισσα και ανακοινώνει ότι για να στεριώσει το γεφύρι, πρέπει να θυσιαστεί η ερωμένη του Πρωτομάστορα· δεν αποκαλύπτει, όμως, το όνομά της, λέγοντας ότι, για να πιάσουν τα μάγια, πρέπει ο Πρωτομάστορας και η ερωμένη του να τό ομολογήσουν εκουσίως. Ο Άρχοντας ορκίζεται ότι θα τήν παραδώσει ο ίδιος, αγνοώντας ότι πρόκειται για την κόρη του, τη Σμαράγδα.
Ωστόσο, ο Πρωτομάστορας σιωπά και, καθώς η νύχτα πλησιάζει, οι μαστόροι αποφασίζουν να θυσιάσουν τον ίδιο. Τότε, η Σμαράγδα ομολογεί ότι αυτή είναι η ερωμένη του και κατεβαίνει μόνη της στα θεμέλια του γεφυριού.

Πληροφορίες για τη συγγραφή

Γράφεται στο Παρίσι το 1908-1909, με αρχικό τίτλο Η Θυσία. Η τραγωδία είναι αφιερωμένη στον Ίδα [=Ίων Δραγούμης].  (http://www.kazantzakis-museum.gr).
Ο «Πρωτομάστορας» του Νίκου Καζαντζάκη δεν είναι ο ικανός πλην συμβατικός τεχνίτης της λαϊκής παράδοσης και η Σμαράγδα, η αγαπημένη Γυναίκα που χτίζεται στα πελέκια τού γιοφυριού, δεν είναι η συμβατική και «με στεφάνι» κυρά του. Ο Έρωτάς τους τολμά να αψηφήσει τη μικροψυχία του υποταγμένου και ζηλόφθονου κοινωνικού περίγυρου· ωστόσο, στην παλαίστρα των Μεγάλων Έργων ηττάται από τον Θάνατο, ο οποίος συνθλίβει αλύπητα τη νεανική ματαιοδοξία -όχι, όμως, και την Αγάπη. Ο Καζαντζάκης, με ματιά ιδιαίτερη, μεταπλάθει πρωτοποριακά τον κλασσικό θρύλο τού Γιοφυριού τής Άρτας (που υφίσταται και σε παραδόσεις άλλων λαών), εξακοντίζοντάς τον σε νέα ύψη. (http://www.biblionet.gr)
Στον Πρωτομάστορα του Ν. Καζαντζάκη, η γυναικεία ομορφιά  μπαίνει εμπόδιο στους υψηλούς  στόχους του ήρωα, με τον ίδιο τρόπο που η ομορφιά της φύσης αποτελεί εμπόδιο στην πραγμάτωση των υψηλών ιδανικών των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» του Δ. Σολωμού. Η ηδονή ξεστρατίζει τον ήρωα από τον προορισμό του. Θυσιάζοντας τη γυναίκα που αγαπά, απελευθερώνεται από τις κατώτερες ροπές του και γίνεται ικανός να δημιουργήσει. Εμφανής στις αντιλήψεις του Ν. Καζαντζάκη για τη γυναίκα είναι η επίδραση του Νίτσε.
Η γυναίκα «μυστήριο», «πηγή δροσερή», που «σκύβεις, θωράς το πρόσωπό σου, και πίνεις, πίνεις και τα κόκαλά σου τρί­ζουν», «αδύναμο πλάσμα, προορισμένο να υποτάσσεται στον άντρα – φυσικό κατακτητή της», «θηρίο αθώο, προικισμένο από τη φύση να  μαγνητίζει τον άντρα», αλλά και «να τον συντροφεύει στο δικό του μοναδικό ανήφορο», «ο πιο σύντομος και σίγουρος δρόμος για τον Παράδεισο», εκείνη που «όταν αγαπάει, κάνει κάθε θυσία και κάθε άλλο πράγμα της φαίνεται ασήμαντο»..

(Ένα σχετικό απόσπασμα από το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε, καθώς και μια κατατοπιστική αναφορά στις απόψεις του Ν. Καζαντζάκη για τη γυναίκα, θα βρείτε στο Φωτόδεντρο).

Ο Πρωτομάστορας του Μανώλη Καλομοίρη
Στις αρχές 20ου αιώνα (1909), ο Μανώλης Καλομοίρης, φιλοδοξώντας να δημιουργήσει ελληνική κλασσική μουσική, συνθέτει τον «Πρωτομάστορα», βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Τήν αφιερώνει στον Ελευθέριο Βενιζέλο, «Πρωτομάστορα της Μεγάλης Ελλάδος», που γεννήθηκε με τους βαλκανικούς πολέμους και τις εδαφικές ανακατατάξεις που ακολούθησαν.
Η τραγωδία παρουσιάστηκε στην Αθήνα (1916) και χαιρετίστηκε ως μουσικός σταθμός. 

Ο συνθέτης στον πρόλογό του σημειώνει:

Ο “Πρωτομάστορας” δεν είναι όπερα – όπως τουλάχιστον ο κόσμος συνήθισε να λέει κοινά το μουσικό δράμα. Δεν έρχεται να παρουσιάσει διάφορα κομματάκια μουσικά, δεμένα όπως-όπως μεταξύ τους με μια υπόθεση, όπου παίζουνε μέρος μεγάλο οι φανταχτερές στολές. Κάθε άλλο. Θέλει με όλα τα εκφραστικά μέσα που η μουσική τέχνη έχει στην υποταγή της να δυναμώσει την τραγική εντύπωση που γεννιέται από το δράμα. Και η μουσική του έχει τη φιλοδοξία να δείξει όχι τόσο και μόνο, το ελληνικό χρώμα, παρά την ψυχή την ελληνική. Γιατί ο μουσικός του Πρωτομάστορα προσπάθησε να μη σταματήσει μόνο στις μελωδίες του λαού στα ελληνικά θέματα, παρά πριν από όλα να δημιουργήσει νέα θέματα δικά του και δικές του μελωδίες, ελληνικά, με χαρακτήρα ελληνικό. Διάλεξε ο μουσικός την τραγωδία του Πρωτομάστορα, μια «λεύτερη» δημιουργία θεμελιωμένη πάνω σε γνώριμο δημοτικό θρύλο, γιατί πιστεύει πως ο θρύλος μονάχα, ο μύθος της αρχαίας τραγωδίας, καλοδέχεται και τή ζητάει μάλιστα, την επεξεργασία της μουσικής, τη μουσική ατμόσφαιρα. Σε τέτοια ατμόσφαιρα ίσα-ίσα ο κόσμος του θρύλου, ο φανταστικός, ζει πιο άνετα και πιο έντονα την παραμυθένια του ζωή… Μανώλης Καλομοίρης, 1916

Δεκατρία χρόνια αργότερα, το 1929, ο συνθέτης έχοντας ξαναδουλέψει το έργο θα σημειώσει:»… Έτσι ο Πρωτομάστορας μου φαντάζει σαν σύμβολο της ζωής μου και της Μοίρας – της Μοίρας κάθε τεχνίτη του τόπου μας, την ορμή για τα μεγάλα, για τα ωραία, μα που δεν μπορεί ή δεν τον αφήνουνε να στήσει. … μέσα στη μουσική του θρύλου του Γιοφυριού της Άρτας είχα κλείσει μαζί με αρκετές νεανικές απειρίες και αδεξιότητες ότι καλύτερο είχα από τη φλόγα της ζωής μου, από τα όνειρα μου, από την Ελλάδα μου…» (http://el.wikipedia.org)
Μπορεί το πέτρινο γεφύρι να μας παρέχει ανώδυνη διέλευση πάνω από έναν κατά κανόνα απρόβλεπτο ποταμό, μας δίνει όμως, ταυτόχρονα, τη δυνατότητα - κι αυτό το σημαντικότερο – να γνωρίσουμε απέναντι όχθες, να βιώσουμε εμπειρίες πέρα του συνηθισμένου, να γίνουμε ταξιδιώτες τόπων και συναισθημάτων. Εμπεριέχουν και τούτην την παράμετρο οι συμβολισμοί που το φορτίζουν. (Σπύρος Μαντάς, Γεωργία Δημητροπούλου)

Η θυσία της Λυγερής στο Τραγούδι του γεφυριού της Άρτας: Παράλληλες αναγνώσεις

Η θυσία της Λυγερής μάς θυμίζει τη θυσία της Ιφιγένειας, (αρχαία ελληνική Μυθολογία) και τη θυσία του Ισαάκ (Παλαιά Διαθήκη).

Η θυσία της Ιφιγένειας

Ο Αγαμέμνονας είχε προκαλέσει την οργή της θεάς Αρτέμιδος σκοτώνοντας το ιερό ελάφι της, με αποτέλεσμα η θεά να προκαλέσει άπνοια και να μη μπορεί να αποπλεύσει ο στόλος των Αχαιών από την Αυλίδα για την Τροία. Τοιουτοτρόπως, κατέφυγαν στον μάντη Κάλχα προκειμένου να πληροφορηθούν για το τι έπρεπε να κάνουν, ενώ εκείνος απήντησε ότι η οργή της θεάς θα έφευγε μόνο αν ο Αγαμέμνων θυσίαζε τη θυγατέρα του, την Ιφιγένεια, η οποία τότε βρισκόταν στις Μυκήνες. Αρχικώς, ο Αγαμέμνων αρνήθηκε να τό πράξει, αλλά πιέσθηκε από τον Μενέλαο και τον Οδυσσέα, καθώς και οι μήνες περνούσαν και κάλεσε την κόρη του με την πρόφαση ότι θα τήν αρραβώνιαζε με τον Αχιλλέα. Η Ιφιγένεια ήρθε στην Αυλίδα και τότε ο Αγαμέμνονας τήν παρέδωσε στον Κάλχα, για να τη θυσιάσει στην θεά Άρτεμη.
Την τελευταία στιγμή, η θεά παρενέβη  και έσωσε την Ιφιγένεια, τήν άρπαξε από το βωμό της θυσίας και έβαλε στη θέση της ένα ελάφι, οδηγώντας τη στην Ταυρίδα, όπου τήν έκχρησε ιέρειά της. Αυτή είναι η γνωστότερη μορφή του μύθου. Σε παραλλαγές αναφέρεται αντί της Αυλίδας, η Βραυρώνα της Αττικής ως τόπος της θυσίας. Εκεί, η θεά αντικατέστησε την Ιφιγένεια με αρκούδα, αλλά και η ίδια η κόρη τη στιγμή της θυσίας μεταμορφώθηκε σε ταύρο ή δαμάλι ή αρκούδα ή γριά και με αυτή τη μορφή εξαφανίσθηκε. Η εξαφάνισή της δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι παριστάμενοι έστρεψαν αλλού το βλέμμα τους, για να μη δουν ένα τέτοιο έγκλημα. Υπάρχει ωστόσο, η εκδοχή πως η θυσία έμεινε ημιτελής, όταν ξαφνικά εμφανίσθηκε ένας ταύρος ή δαμάλι ή ελάφι ή γριά. Ο ιερέας, ερμηνεύοντας τον οιωνό, χαρακτήρισε τη θυσία μη αναγκαία καθότι οι θεοί δεν συμφωνούσαν. Τουτέστιν, η Ιφιγένεια διεσώθη. 

( http://el.wikipedia.org)

Στην τραγωδία του Ευριπίδη, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, 

η ηρωίδα συνειδητοποιώντας τη θέληση του στρατού, αποδεσμεύει τον Αχιλλέα από την υποχρέωση να τήν υπερασπιστεί, χαρακτηρίζει το νόημα της θυσίας πατριωτικό και οικειοθελώς προσφέρεται να δώσει τη ζωή της για το κοινό καλό.

Ιφιγένεια – Λυγερή: Τα συναισθήματα και οι αξίες που συγκρούονται στην κάθε περίπτωση; Τι υπερισχύει;
Έχει αποφασιστεί ο θάνατός μου
Και θέλω να πεθάνω αρχοντικά
Να πνίξω την ταπείνωση, όλη η Ελλάδα -το πρώτο αγαθό μας-
Σε μένα ελπίζει,
Στα χέρια μου κρατώ την αναχώρηση των καραβιών
Και το χαλασμό της Τροίας
Στο χέρι μου είναι
Να τήν εκδικηθούμε την αρπαγή της Ελένης
– τον Πάρη, που τήν άρπαξε
Να μην αφήσουμε τους βάρβαρους ν΄αρπάζουν
Τις γυναίκες της ευτυχισμένης Ελλάδας.
Όλα αυτά ο θάνατός μου θα τά πετύχει
αυτό θα΄ναι δόξα μου
και ευτυχία θα γίνει,
δεν πρέπει μόνο για τη ζωή μου να νοιάζομαι.
Για την Ελλάδα μέ γέννησες, όχι για σένα μόνο.
Χιλιάδες και χιλιάδες ασπιδοφραγμένοι Έλληνες
Χιλιάδες και χιλιάδες άλλοι με κουπιά
-αφού η πατρίδα αδικήθηκε
δέχονται και τολμούν να χαθούν για την πατρίδα
και να σταθώ εγώ ενάντια, για μια ψυχή και μόνη;
Άδικο είναι. Τι μπορούμε ν’ αντιτάξουμε;
Και να πω και το άλλο
Να μην μπλεχτεί σε πόλεμο ο Αχιλλέας με τους Αργείους
για μια γυναίκα.
Ο άντρας είναι πιο πολύτιμος κι από χίλιες
Κι αν είναι θέλημα της Άρτεμης το σώμα μου
Θ΄ αντισταθώ εγώ η θνητή στο θέλημά της;
Εγώ το σώμα μου τό δίνω στην Ελλάδα.
Θυσιάστε με· κουρσέψτε την Τροία
Αυτό θα ΄ναι να μέ θυμούνται πάντα
Γάμος μου, παιδιά και δόξα μου αυτό θα ναι… (xyth.gr, Ευθυμία Χύτη)

ΤΡΕΙΣ ΚΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΧΩΝ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 9:50 π.μ.

0

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Λυπιού

Προοίμιο
 
Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…
 
Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ως τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ως να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζουν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.
 
Στη Λυπιού φτάνεις χωρίς αναστεναγμό
μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό
που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται
αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.
Έχει ιεροβάμωνες ποιητές εδώ
ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό,
πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής
σημαίνουν το «όχι... όχι... λάθος»
ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»
ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:
«Το καλό με τον πόθο
είναι πως όταν χάνεται
χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».
 
Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιώνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.
 
Στη Λυπιού κλαίω συνέχεια
από τότε που μου ’δειξες την αξία της λύπης.
Όχι, δεν είναι το αρνητικό της γονιμότητας
αλλά το θετικό της απουσίας...
Έλεγες και το προφίλ σου με τάραζε
σαν να το ’χαν σκαλίσει στον πιο σκληρό βράχο,
τα μάτια σου σαν να ’ταν από θειάφι
αλαφιασμένα, μ’ αλάφιαζαν.
Ας κλαίμε, λοιπόν, κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας.           .
Με το ξημέρωμα θα μπούμε σ’ άλλο λιμάνι
όπως σ’ ένα καινούργιο ποίημα
και μες στην πάχνη θα κρατώ
τον τελευταίο στίχο μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας.
Η φωνή, το ύψος του κορμιού, η γραμμή του αυχένα
αιώνιες επαναλήψεις του ακόρεστου φόβου.
Κοιτάζοντάς σε ανακάλυψα την ενδοχώρα
του αισθήματος.
 
Ο πιο όμορφος άντρας της Λυπιού
βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του.
Ήταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε  
αλλά όχι τόσο όσο εκείνη μ’ όλο το φως τ’ απροσμέτρητο
που ’βγαίνε απ’ το θάνατο.
Το φτερωτό σύμβολο της επιπολαιότητας, η πεταλούδα,
ακίνητη, ντυμένη τα χρώματα της νύχτας   
βρέθηκε ξαπλωμένη σαν να την είχε γλεντήσει ο χάρος
κι αμέσως μετά να την είχε απαρατήσει.
Ή σαν να ξεκουραζόταν πριν αρχίσει το δύσκολο
δρόμο της απ' το μαύρο στο τέλειο.
 
Η πιο νέα γυναίκα στη Λυπιού είμαι γω
που κοιτώ, κοιτώ και δεν πιστεύω        
πώς τόσος κουρνιαχτός συσσωρεύεται
στην οδό της χαράς.
Λέω: κάποιο λάθος έγινε δω
και δεν ακολούθησα το δρόμο του μεταξιού
ούτε άγγιξα ποτέ τον ήρωα του ποιήματος στο στήθος.
Την καρδιά του μόνο φαντάστηκα να στέκεται,  
σαν κάτι Τράπεζες που περνάμε απ’ έξω και λέμε:
«Για φαντάσου πόσα εδώ, πόσα φυλάσσονται!»    
 
Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα   
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που ’χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα  
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια  
τινάζεις τα ψίχουλα απ’ το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη,
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.
 
Η θρησκεία στη Λυπιού
είναι μια Έννοια Ακέφαλη.
Το άγαλμα της κάθεται φρόνιμα
στις αδελφές της δίπλα:
την Αρετή, την πιο ωραία, και τη Σοφία
με τις πιο σωστές αναλογίες.
Η Έννοια όμως λατρεύεται χωρίς κεφαλή  
κι όταν εκείνος που θ’ αγαπούσα εάν…
έρχεται να προσκυνήσει, φοράει πουκάμισο ροζ
και βρίσκεται σε διέγερση
γιατί κάθε έννοια γι’ αυτόν σημαίνει κάτι
όπως και τ’ αντίθετο της.
Εδώ ο έρωτας κι ο θάνατος γίνηκαν ένα σώμα
και το χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων
τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν
που θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν
σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν.
Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος
σαν έννοια μία, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.

_____


Κατερίνα Γώγου

Ξύλινο παλτό, 12

Τώρα
ο Χίτλερ και ο Στάλιν
κάναν κατάληψη
στο τρίτο μάτι ζωής
τώρα οι άνθρωποι
μόνο στο φόβο ενωνόνταν.
Τα όνειρά τους
χιλιάδες χρόνια πέφτανε χωρίς ήχους στο πάτωμα
σε μια χαραμάδα κρυβόντουσαν
γινόντουσαν αράχνες
από εκεί έβγαινε και μεγάλωνε και τρεφόταν
το μόνο πράγμα που τους ένωνε.
Τώρα οι άνθρωποι μόνο στο φόβο ενωνόνταν.
Τα όνειρά τους
λυπημένες κόλλες απ’ τα παράθυρα φτερούγιζαν
με ζωγραφιές από χιλιάδες καταστραμμένες εικόνες
καμένα δέντρα καμένες εικόνες ολικής καταστροφής
υπερπληθυσμός  παραμορφωμένα πρόσωπα
από εικόνες καμένης άχρηστης γνώσης.
Τα όνειρά τους άσπρες κόλλες
ζωγραφισμένα σβησμένα πουλιά χωρίς φτερά
κυκλικές πολυθρόνες ιατρείων
βγαίνανε απ’ το στόμα τους μονάχα σύμφωνα λαρυγγικά
κ  γ χ  κ γ χ  βαθιά απελπισμένα
μ’ ένα παράπονο παιδικό μέσα στη λύπη σουρνόνταν
τους σκουπιδοντενεκέδες γεμίζαν
θα ξαναγινόντουσαν πολτός
να ξαναγράψουν άνθρωποι σ’ αυτούς
να τραφούνε μ’ αυτούς να τους ανακυκλώσουν.
Τώρα οι άνθρωποι
είχανε άσχημο χρώμα πρασινοκίτρινο
και στο μέρος της καρδιάς
αναβόσβηνε συνεχώς
το κόκκινο φως κινδύνου…


*

Ιδιώνυμο, 6

Είμαι ένας βλάκας.
Οι άνθρωποι για διάφορους λόγους  
κάνουνε διάφορες κινήσεις για διάφορες πράξεις.
Εγώ λοιπόν βλέπω τη καλή.
Τους δίνω τα λεφτά μου
τα ρούχα μου και τα παιχνίδια μου
εμένα δε με νοιάζει να μην έχω τίποτα
ίσα ίσα μάλιστα. Γιατί αλλιώς
θα ντρεπόμουνα κιόλας.
Προχτές το βράδυ λοιπόν πούκανε κατακλυσμός
βγήκα στον καιρό
ήθελα να κάνω κλακέτες στην άσφαλτο
τραγουδώντας στη βροχή
τόχα δει παλιά που οι άνθρωποι
με τις χρωματιστές ομπρέλες τους
κοντοστεκόντουσαν και κοίταζαν τον Τζιν Κέλυ χαμογελαστοί.
Έτσι κι έγινε.
Ήρθε πρώτος ένας με σιδερένιο ραβδί
και με χτύπησε με φόρα από πίσω κάτω απ’ τα μαλλιά.
Μετά ο άλλος μου σήκωσε τη φούστα
και μούριξε μένα μυτερό παπούτσι κλωτσά
στη δεξιά σάλπιγγα ήμουνα έγκυος κι έπεσα κάτω.
Μετά ήρθε ο τρίτος κι είπε: αφήστε ρε κάτω την κοπέλα
είναι καλό παιδί δε φταίει σε τίποτα. Να σας πάω στο σπίτι.
Τούπα ευχαριστώ. Άνοιξα με το κλειδί
κι ανέβηκε πρώτος τη σκάλα.
Κοίταξε ποιοι άλλοι μένουνε εδώ
ένα παιδί και μια γιαγιά
Έβγαλε το βρακί του κι είπε θα κοιμάμαι εδώ
για να σας προστατεύω.
Αυτός είτανε ένας άνθρωπος που δεν έπαιζε στο
Τραγουδώντας στη βροχή
είτανε που έσπρωχνε σε μια ταινία
αυτούς που πόναγε το κεφάλι τους από τα τζάμια.
Τώρα κάνει πως κοιμάται κι εγώ πως γράφω.
Και που λέω πως είμαι βλάκας
είναι γιατί κι αυτό μπορεί να το συνηθίσω
να το πάρω για καλό λυπάμαι πολύ
αγαπάω και τους δολοφόνους λέω τι είναι η ζωή
τι είναι ο θάνατος τι είναι η σχιζοφρένεια τι είναι ο δικαστής
και τι είναι ο καταδότης τι είναι έρωτας τι είναι
μια καρτούλα από μια ξένη χώρα τι είναι το επιχείρημα
και τι η αντοχή πρέπει ν’ αγοράσω μια μεγάλη
όλο τρύπες μπλε ομπρέλα να μας χωράει όλους.


*

Απόντες, 13. Κυριακή. Ιανουάριος  ’85. 

Πώς σε λένε;

Κά  νω  προ  σπά  θει  α  να  «γράψω»…
Του λόγου μου το αληθές, όταν διαβάζεις αυτές τις
[γραμμές
θα ’ναι να ’χω πετάξει.
Στις αράδες μου πλέκονται  αγριοφράουλες και
[βατομουριές
χιλιόμετρα που πέφτουν απάνω μου  δε μ’ αφήνουν να
[προχωρήσω…
Αυτός ο κατακερματισμένος μανδύας, σκισμένος από
[αέρηδες
κι από βροχές, αυτός ο άσπρος σταλαγμίτης το σώμα μου
μπλέκεται μέσα στα ανυπόδετα πόδια μου, εκθέτει τη
[χωρίς
ανθρώπινη ανταπόκριση ψυχή μου.
Κάνω προσπάθεια να γράψω…
Οι δρόμοι της πολυαγαπημένης πόλης μου, φίδια τώρα
[της γνώσης
μου παραδώσανε της πόλης τα κλειδιά, με εκπαιδεύσανε
[με μάθανε
όσο με σφίγγουνε ν’ ανοίγομαι, τώρα με σφίγγουνε,
[ανοίγω…
Τώρα σε λίγο δεν θα μπορέσεις να με πιάσεις πια, αν
[μπορέσεις
κυνήγα με, δε θα με βρεις στους δρόμους της πια, με
[προφυλάνε
με κρύβουνε ανεβαίνω…
Σε λίγο αν κοιτάξεις λυπημένος το βράδυ στον ουρανό
[ψηλά
θα ’μαι ένα χαζό παιδικό άστρο που όλο πέφτω.
Ίσως κάνω λάθος που θέλω να γράψω για να κρατηθώ.
Είναι ίσως γιατί νομίζω πως δεν πρόλαβα να πω
[Ευχαριστώ
κι αντί για πεφτάστρο που πρέπει να γίνω και να χαθώ
σαν άνθρωπος αντίθετα ακόμα σκέφτομαι
και θέλω ρόδο αγάπης να γίνω…

                                                                             ΚΑΤΕΡΙΝΑ 

_____


 Κική Δημουλά


Φωτογραφία 1948

Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.

Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με  χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,
Προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.

Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.

Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
Τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.

Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.

Συ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να ’χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
Θα πει πως όπου να ’ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασες κάποτε.


*

Η περιφραστική πέτρα

Μίλα.
Πες κάτι, οτιδήποτε.
Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
Διάλεξε έστω κάποια λέξη,
που να σε δένει πιο σφιχτά
με την αοριστία.
Πες:
«άδικα»,
«δέντρο»
«γυμνό».
Πες:
«θα δούμε»,
«αστάθμητο»
«βάρος».
Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται
μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.

Μίλα.
Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
αρχίζει η θάλασσα.
Πες κάτι.
Πες «κύμα», που δεν στέκεται.
Πες «βάρκα», που βουλιάζει
αν την παραφορτώσεις με προθέσεις.

Πες «στιγμή»,
που φωνάζει «βοήθεια» ότι πνίγεται,
μην τη σώζεις,
πες
«δεν άκουσα».

Μίλα.
Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
Έχουν τους ανταγωνισμούς:
Αν κάποια απ’ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
σ’ ελευθερώνει άλλη.
Τράβα μία λέξη απ’ τη νύχτα
στην τύχη.
Ολόκληρη νύχτα στην τύχη.
Μη λες «ολόκληρη»,
πες «ελάχιστη»,
που σ’ αφήνει να φύγεις.
Ελάχιστη
αίσθηση,
λύπη
ολόκληρη
δική μου.
Ολόκληρη νύχτα.

Μίλα.
Πες «αστέρι», που σβήνει,
δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη.
Πες «πέτρα»,
που είναι άσπαστη λέξη.
Έτσι, ίσα ίσα
να βάλω έναν τίτλο
σ’ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια.




***



***