ΤΗΣ ΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗΣ, ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 6:12 μ.μ.

0



 ΤΗΣ ΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗΣ
 


Ο Κωσταντής ο ομορφονιός, ο μικροκωσταντίνος
μια μέρα θέλησε να βγη να λαγοκυνηγήση,
και διάβαινε καμαρωτός απ' την πλατειά τη ρούγα.
Εκεί είδε τη Λιογέννητη με τετρακόσιαις σκλάβαις.
Σε κρεμεζιά τριανταφυλλιά ήταν ακουμπισμένη,
κ' είχε τα φρύδια τορνευτά, τα μάτια σα ζαφείρι,
και 'ς το μικρό το δάχτυλο είχε το δαχτυλίδι,
καλλιά λαμπε το δάχτυλο παρά το δαχτυλίδι.
Ωσάν την είδ' ο Κωσταντής, αφήνει το κυνήγι.
Κινάει να πάη 'ς το σπίτι του σα μήλο μαραμμένος.
Χωρίς θέρμη θερμάθηκε, χωρίς οριόν ερριάστη,
δίχως τον πονοκέφαλο έπεσε 'ς το κρεβάτι.
"Μάννα, ψυχή, μάννα, καρδιά, μάννα και το κεφάλι.
Μάννα, θολά είναι τα βουνά και θαμπερό το σπίτι.
-Γιε μου, καλά είναι τα βουνά και λαμπερό το σπίτι,
μα συ κορίτσι ναγαπάς κ' εκείνη δεν το ξέρει.
-Μάννα, την κόρη που είδα γω, άλλος να μη την πάρη.
Στείλε να κράξης άρχοντες και μητροπολιτάδες
να παν να κάμουν προξενειά, γυναίκα να την πάρω."
Στέλνει τρακόσιους άρχοντες και μητροπολιτάδες,
στέλνει τον άρχοντα Φωκά, στέλνει το Νικηφόρο,
στέλνει τον Πετροτράχηλο, που τρέμει η γης κι' ο κόσμος.

Εχτύπησαν οι άρχοντες την αργυρή την πόρτα.
"Ποιος χτύπησε 'ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;
-Ημείς είμεστε οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
ο Κωσταντής μας έστειλε δυο λόγια να σου πούμε.
-Ανοίξετε 'ς τους άρχοντες, 'ς τους μητροπολιτάδες!
Φέρτε τρακόσια στρώματα, φέρτε τρακόσια πεύκια,
για να καθίσουν οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
φέρτε Μονεβασιά κρασί, να πιουν οι αντρειωμένοι."
Εμπαίνουν τότε οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
και την ευρίσκουν κ' έπλεγε τ' ολόχρυσο γάϊτάνι.
Καθώς τους είδε η λυγερή επροσηκώθηκέ τους.
"Καλώς ήρθαν οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
φάτε και πιέτε, γέροντες, κ' εγώ 'ς τον ορισμό σας.
-Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε.
Προξενητάδες είμαστε κ' ήρθαμε να σου πούμε,
ο Κωσταντής μας έστειλε, τόμορφο παλληκάρι,
αν είναι θέλημα θεού, γυναίκα να σε πάρη."
Σαν τ' άκουσε η Λιογέννητη νεχτύπησε τα γέλοια.
"Για πήτε του του Κωσταντή, του μοσκαναθρεμμένου,
δε θέλω τον, δεν χρήζω τον, δεν καταδέχομαί τον.
Σαν έρθη η μάννα μ' απ' τη γης κι' ο κύρης μ' απ' τον άδη,
τα δυο μ' αδέρφια τα καλά από τον Κάτω κόσμο,
να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίση
χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,
και με τ' άργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,
κ' εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ' αλώνι,
μηδέ και τάχυρο βραχή μηδέ και το σιτάρι,
μηδέ την πάχνη τ' αλωνιού αέρας να την πάρη,
τότε κ' εγώ τον Κωσταντή θα τόνε πάρω γι' άντρα,
και πάλι ναί, και πάλι όχι, και πάλι σα μου δόξη."
Σάν ήκουσαν οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
τους κακοφάνηκε πολύ κ' έσκυψαν το κεφάλι.
Κι' αυτή τότε τους έδωκε τ' ολόχρυσο γαϊτάνι.
"Όρίστε την πλεξίδα μου τον εδικό σας κόπο."

Εκίνησαν κ' επήγαιναν πικροί και μαραμμένοι,
κι' ο Κωσταντής καρτέρειγε 'ς την αργυρή του πόρτα.
"Καλώς ήρθαν οι άρχοντες με τα καλά τα λόγια.
-Κακώς ήρθαν οι άρχοντες με τα κακά τα λόγια.
Δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δε καταδέχεταί σε.
Σαν έρθη η μάννα τς απ' τη γης κι' ο κύρης απ' τον άδη,
τα δυο τς αδέρφια τα καλά από τον Κάτω κόσμο,
να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίση
χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,
και με ταργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,
κ' εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ' αλώνι,
μηδέ και τάχυρο βραχή, μηδέ και το σιτάρι,
μηδέ την πάχνη τ' αλωνιού αέρας να την πάρη,
τότε κι' αυτή τον Κωνσταντή θα τόνε πάρη γι' άντρα,
και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι σαν της δόξη."
Ό Κωσταντής σαν τ άκουσε μέγας καϊμός τον πήρε,
και ζήτησε και τόδωκαν τ' ολόχρυσο γαϊτάνι.
Πήγε να βρη τοις μάγισσαις που ξέρουν από μάγια.
Ωσάν τον είδε κ' έρχονταν της μάγισσας η κόρη,
"Μάννα μ', ο νιος οπ' έρχεται του κάμπου καβαλλάρης,
παίρνουν τα ρούχα του δροσιά και τα λυχνά του πάχνη,
'παίρνουν τα πασουμάκια του ανθούς από τα δέντρα,
κι' ο γύρος του προσώπου του για κόρη είναι θλιμμένος.
-'Σ τα μάγια γω γεννήθηκα, 'ς τα μάγια θα πεθάνω,

κ' εγώ δεν τόνε γνώρισα και συ τόνε γνωρίζεις;"
"Καλή σου μέρα, μάγισσα με την καλή σου κόρη.
Δεν έχεις μάγια της καρδιάς και μάγια της αγάπης,
να κάμης τη Λιογέννητη να ρθή 'ς την αγκαλιά μου;
-"Αν έχης πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,
θα κάμω τη Λιογέννητη να ρθή 'ς την αγκαλιά σου.
-Εγώ χω πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,
εγώ χω την πλεξίδα της, τ' ολόχρυσο γαϊτάνι.
-Σύρε άνοιξε την πόρτα σου και δέσε τα θηριά σου,
και κάθου και καρτερεί την να ρθή 'ς την αγκαλιά σου."
Και βγάνει από τον κόρφο της τρία μήλα μαραμμένα.
Το να ρήξε 'ς το τρίστρατο, να πάψουν οι διαβάταις,
τάλλο ρήξε 'ς τον ποταμό, να πάψουν τα ποτάμια,
το τρίτο ρήξ' 'ς τη λυγερή, να ρθή γυρεύοντας σε."

Το νά ρηξε 'ς το τρίστρατο και πάψαν οι διαβάταις,
τάλλό ρηξε 'ς τον ποταμό και πάψαν τα ποτάμια,
το τρίτο το φαρμακερό 'ς της λυγερής τς αγκάλαις.
Ως τό είδε η κόρη εσβήστηκε, ως το είδε δαιμονίστη.
Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, τη σκότισαν τα μάγια.
"Μώρ' βάγιαις μου, μώρ' ντάνταις μου, μώρ' σκλάβαις του πατρός μου,
ανάψτε πράσινα κηριά και κόκκιναις λαμπάδες,
τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πά' να προσκυνήσω.
-Κυρά ταρνίθια δε λαλούν, καμπάναις δε σημαίνουν,
κ' η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.
-Μπα του πατρός μου το ψωμί 'ς τα μάτια να σας πιάκη!
Κ' έτσι εσηκώθη μοναχή κ' εβήκε 'ς το σκοτάδι.
Μια δούλα δεν την άφηκε κι' από κοντά της πήγε.
Σαν έφτακε, σα ζύγωσε 'ς τη μέση από το δρόμο,
εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι' αρχίνησε να λέη.
"Ποιος είδε νήλιο από βραδύς κι' άστρι το μεσημέρι,
ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατή 'ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλητη και ξεμαλλοπλεμένη;
-Εγώ είδα νήλιο από βραδύς κι' άστρι το μεσημέρι,
εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατή 'ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη.
-Θέ μου, κι' αν είμαι καθαρή, κι' αν είμ' εγώ παρθένο,
άστραψε και μπουμπούνιξε, να χαλαστούν τα μάγια."
Άστραψε και μπουμπούνιξε, χαλάστηκαν τα μάγια.
Ο Κωσταντής ολονυχτίς καρτέρειγε 'ς το σπίτι,
κι' αυτού 'ς τα ξημερώματα το μαύρο του σελλώνει.
"Ανάθεμα σε, μάγισσα, που μάγια δε γνωρίζεις!
-Σαν είν' η κόρη καθαρή, τα μάγια τί σου φταίνε;
Σύρε ξουρίσου φράγκικα, και ντύσου 'ς τα γυναίκεια,
γυναίκεια και χαιρέτησε κατά την ώρα που είναι,
και πες: Είμ' η ξαδέρφη σου από τον "Άη Δονάτο,
όπου πλουμί δεν ήξερα, κ' ήρθα πλουμί να μάθω."

Ξουρίστηκε 'ς τα φράγκικα και ντύθηκε γυναίκεια,
κ' εχτύπησε 'ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας.
"Ποιος χτύπησε 'ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;
-Εγώ είμαι η ξαδέρφη σου από τον Άη Δονάτο,
οπού πλουμί δεν ήξερα κ' ήρθα πλουμί να μάθω.
-Καλώς ήρθ' η ξαδέρφη μου, μα γώ δε σε γνωρίζω,
και πούθεν είν' ο τόπος σου και πούθεν η γενιά μας;
-Αλάργα είν' ο τόπος μου κι' από κοντά η γενιά μας,
κ' εμείς εξεμακρύναμε κ' εχάθηκε η γενιά μας,
κ' εδώ με στέλνει η μάννα μου πλουμίδια να με μάθης.
-Μετά χαράς, ξαδέλφη μου, πλουμίδια να σε μάθω,
πλουμίδια και κεντίσματα κι' ό,τι θέλει ο νους σου."

Σάν άρχισε και νύχτωνε, πήρε να σκοτεινιάση,
ο Κωσταντής σηκώθηκε τάχα πως θε να φύγη.
"Ενύχτωσε κ' έβράδιασε, πήρε να σκοτεινιάση,
πάν τα θηριά 'ς τοις κοίταις τους, ταηδόνια 'ς τοις φωλιαίς τους,
κ' εγώ το ξένο κ' έρημο απόψε που να μείνω;
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις σκλάβαις.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις σκλάβαις!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις δούλαις.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις δούλαις!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις ντάνταις.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις ντάνταις!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις βάγιαις!
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις βάγιαις!
-Μην πλήσσης αξαδέρφη μου, και μένομε τα δυο μας.
Ανάψτε, βάγιαις, τα κηριά, μουνούχοι, τοις λαμπάδες,
και στρώσετε την κλίνη μου τη λινομέταξή μου.
Βάλετε στρώμα ναργυρό, στρώμα μαλαματένιο,
βάλετε τα παπλώματα, τα υφάναν Ανεράδες
και τα υφαδιοπλουμίσασι του Δράκοντα οι κύραις,
και στρώστε πάτους βασιλκό, και πάτους μαντζουράνα,
και πάτους δεντρολίβανο να κοιμηθούμε αντάμα."
Ολονυχτίς κοιμούντανε σαν δυο γλυκά αδερφάκια,
και προς τα ξημερώματα σαν τάγρια πουλάκια.

Σαν έφεξε, ξημέρωσε, σαν ήρθε η άλλη η νύχτα,
"Μάννα, άνοιξε τοις πόρταις σου και δέσε τα θηριά σου,
γιατί θε νά ρθη η νύφη σου, θε νά ρθη η μαυρομάτα.
Ολίγος ύπνος μ' έπιασε και πάω για να πλαγιάσω,
κι' όντας θε νά ρθη η νύφη σου, να ρθής να με ξυπνήσης.
-Σύρε, παιδί μου, πλάγιασε κ' εγώ θα καρτερέσω,
κι' όντας θε να ρθη η νύφη μου θα ρθώ να σε ξυπνήσω."
Κ' εκείνη η σκύλα η άνομη δεν έκαμε όπως είπε,
μόν' έκλεισε την πόρτα της κ' έλυσε τα θεριά της,
κ' έβαλε ομπρός 'ς τη ρούγα της γούρνα φαρμακωμένη.

Επλάγιασε η Λιογέννητη 'ς τη αργυρή της κλίνη.
Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, τη σκότισαν τα μάγια.
"Μώρ' βάγιαις μου, μώρ' ντάνταις μου, μώρ' σκλάβαις του πατρός μου,
ανάψτε πράσινα κηριά και κόκκιναις λαμπάδες,
τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πάω να προσκυνήσω.
-Κυρά, ταρνίθια δε λαλούν, καμπάναις δε σημαίνουν,
κ' η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.
-Μπα τους πατρός μου το ψωμί 'ς τα μάτια να σας πιάκη!"
Κ' έτσι εσηκώθη μοναχή κ' εβήκε 'ς το σκοτάδι.
Μια δούλα δε την άφηκε κι' από κοντά της πήγε.
Σαν έφτακε, σα ζύγωσε 'ς τη μέση από το δρόμο,
εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι' αρχίνησε να λέη.
"Ποιος είδε νήλιο από βραδύς κι' άστρι το μερημέρι,
ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατή 'ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη;
-Εγώ είδα νήλιο από βραδύς κι' άστρι το μεσημέρι,
εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατή 'ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη.
-Θε μου κι' αν είμαι καθαρή, κι' αν είμ' εγώ παρθένο,
άστραψε και μπουμπούνιξε να χαλαστοϋν τα μάγια."
Δεν άστραψε, δε βρόντηξε, δε χάθηκαν τα μάγια.
Κι' αρχίνησε κ' εχτύπαγε του Κωσταντή την πόρτα.
"Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ' εβούρλισαν τα μάγια σου, κ' ήρθα κατά τ' εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιε νερό της γούρνας μου, κ' ύστερα να σ' ανοίξω.
-Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ' έβούρλισαν τα μάγια σου, κ' ήρθα κατά τ' εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιε νερό της γούρνας μου, κ' ύστερα να σ' ανοίξω."
-Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ' εβούρλισαν τα μάγια σου, κ' ήρθα κατά τ' εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιέ νερό της γούρνας μου, κ' υστέρα να σ' ανοίξω.
Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
κ' έπιε της γούρνας το νερό κ' έσκασε σαν το ψάρι.

Κι' αυτού 'ς τα ξημερώματα ο Κωσταντής ξυπνάει.
"Μάννα, δεν ήρθε η νύφη σου, δεν ήρθε η μαυρομάτα;
-Γιε μου, δεν ήρθε η νύφη μου, δεν ήρθε η μαυρομάτα."
Σαν εκατέβη ο Κωσταντής, σαν άνοιξε την πόρτα,
σαν είδε τη Λιογέννητη 'ς το δρόμο ξαπλωμένη,
ψιλή φωνίτσα νέβγαλε, ψιλή φωνίτσα βγάζει.
Σαν ήθελες, μαννούλα μου, νά χης και γιο και νύφη,
όντας σού πρωτοχτύπησε ας είχες της ανοίξη."
Χρυσό μαχαίρι νέβγαλε απ' αργυρό φηκάρι,
'ς τον ουρανό το πέταξε, μέσ' 'ς την καρδιά του πάει.


_____

Ο κλάδος των ακριτικών ασμάτων περί της μνηστείας του Διγενή παρουσιάζει πολλάς διαφοράς των παραλλαγών προς αλλήλας και προς την διατύπωσιν του έπους. Κατά ταύτην ο Διγενής επανερχόμενος εκ κυνηγίου βλέπει την Ευδοκίαν εις το παλάτιον του πατρός της και καταλαμβάνεται υπό έρωτος προς αυτήν "από του έρωτος η όψις του ηλλοίωται, το κάλλος εμαράνθη", και η μήτηρ του περίφροντις τον ερωτά περί της υγείας του.Ο στρατηγός Δούκας, ο πατήρ της Ευδοκίας αρνείται να τω την δώση εις γάμον, αλλ' εκείνος σαγηνεύει την κόρην, την απάγει, κατατροπώνει τους καταδιώξαντας αυτόν και αναγκάζει τον πατέρα να ευλογήση την ένωσίν των. Εις δε τα δημοτικά άσματα διακρίνονται πολλοί τύποι του επεισοδίου της μνηστείας. Εν άλλαις παραλλαγαίς ο ήρως πέμπει πρεσβείαν επισήμων προξενητών ή τους επιφανείς των ακριτικών ασμάτων πολεμιστάς, τον Χιλιοπαππούν (= Φιλόππαπον), τον Βάρδαν, τον Φωκάν, τον Νικηφόρον, τον Πετροτράχηλον ή Τρεμαντάχειλον, ή μόνον τον Φιλόπαππον, προς ον οργισθεϊς δια την απόρριψιν της περί γάμου προτάσεώς του μονομαχεί. Ελκύσας δε την κόρην δια της μουσικής την απάγει και διώκεται υπό στρατού, τον οποίον κατανικά. Εν άλλαις συμφύρεται η διήγησις προς διαφόρους κλάδους των ακριτικών ασμάτων. Εν πολλαίς δε διά φίλτρων και διά τεχνασμάτων, τα οποία παρά μαγισσών εδιδάχθη, ο εραστής παρασύρει την ερωμένην και θνήσκει μεν αυτή, αυτοκτονεί δε και ο εραστής.
Η προσφυγή εις φίλτρα και μαγγανείας των ατυχών εραστών είναι κοινότατη εις πάντας τους λαούς, αρχαίους και νεωτέρους, το δε τέχνασμα της μεταμφιέσεως του εραστοΰ εις γυναίκα, όπως πλησίαση την αγαπωμένην αναφέρεται και εις αρχαίους ελληνικούς μύθους και διηγήσεις και εις άλλων λαών μύθους και άσματα. Ιδίως δ' όμως άξιον παρατηρήσεως είναι ότι το νεοελληνικόν άσμα της Λιογέννητης πολλάς και εν ταις λεπτομερείαις δεικνύει ομοιότητας προς την σκανδιναυικήν παράδοσιν του Χάγβαρδ και της Σίγνης, την οποίαν διηγείται ό χρονογράφος Σάξων ο γραμματικός και προπάντων προς τας διασκευάς της παραδόσεως ταύτης υπό σκανδιναυικών δημοτικών ασμάτων. Κατά τάσματα ταύτα, ο πατήρ της Σίγνης αποκρούει τον γάμον αυτής μετά του Χάγβαρδ. Ούτος βλέπει όνειρον, το οποίον εξηγεί μία μάγισσα. Όπως εύρη πρόσοδον παρά τη ερωμένη, ο Χάγβαρδ μεταμφιέζεται εις γυναίκα, και γίνεται δεκτός, υπό το πρόσχημα να διδαχθή την ραπτικήν. Ότε ενύκτωσεν, αρνείται να κοιμηθή με τας θεραπαίνας, λέγων, "εκοιμήθηκα πλάγι με πλάγι με βασιλόπουλα, αν κοιμηθώ με τοις δούλαις, θα πεθάνω από τη ντροπή." Ή Σίγνη συγκατανεύει να κοιμηθούν εις το αυτό κρεβάτι. Αι θεράπαιναι με αναμμένας λαμπάδας τους οδηγούν εις τον κοιτώνα. "Αλλο κοινόν χαρακτηριστικόν είναι ότι η Σίγνη εις την συνομιλίαν με την υποτιθεμένην μαθήτριαν, ομολογεί ότι αγαπά τον Χάγβαρδ, ως είς τινας παραλλαγάς του ελληνικού άσματος η Λιογέννητη εκμυστηρεύεται τον έρωτά της προς τον ήρωα εις την δήθεν εξαδέλφην της. Αμφότεροι δε οι ερασταί αποθνήσκουν, ο μεν Χάγβαρδ συλληφθείς και καταδικασθείς εις θάνατον υπό του πατρός της Σίγνης, αυτή δε αυτοκτονήσασα.

Ν. Γ. Πολίτης



_______






______


"Το Άσμα της Λιογέννητης έρχεται να μας μαγέψει μέσα από την παράδοση, τα παραμύθια, τον έρωτα και τις αλχημείες
Η ομάδα Of Of Project ετοιμάζει κάτι αρκετά καινοτόμο που μας φέρνει σε επαφή με τις παραδόσεις, τους μύθους και τη σοφία του παρελθόντος. Η αρτιότερη και πλουσιότερη δημοτική μας παραλογή ανεβαίνει για πρώτη φορά αυτούσια στο θέατρο. Αναφερόμαστε στην ερωτική ιστορία της Λιογέννητης και του Κωνσταντή. Το «Άσμα της Λιογέννητης» είναι ένα δημοτικό τραγούδι με έντονο το μεταφυσικό στοιχείο, κάτι που δύσκολα θα συναντούσαμε σε άλλα δημοτικά τραγούδια. Δεν είναι όμως μόνο η απόδοση και η όμορφη ιστορία αυτού του ιδιαίτερου δημοτικού τραγουδιού που κάνουν την παράσταση ξεχωριστή. Το συναπάντημα των ηθοποιών, μουσικών και χορευτών δημιουργεί μια μαγική εμπειρία. Θα ακούσουμε ζωντανή πρωτότυπη μουσική, μαζί με κρουστά και το έργο να αποδίδετε σε γνήσιο δεκαπεντασύλλαβο.
Για την μαγική παράσταση αυτή, τις εμπειρίες, το δημοτικό τραγούδι μας μίλησε η ίδια Λιογέννητη, η Έλενα Πετροπούλου, που έχει τον ρόλο αυτής της όμορφης πριγκιποπούλας.
Έλενα μίλησε μας λίγο για τον ρόλο σου σε αυτήν την παράσταση.
Έχω την χαρά και την τιμή να συμμετέχω στην ιδιαίτερη αυτή παράσταση στον ρόλο της Λιογέννητης, έναν αρκετά απαιτητικό ρόλο καθώς η Λιογέννητη είναι για μένα το πιο τραγικό πρόσωπο της ιστορίας. Ένα όμορφο, μικρό και χαρούμενο κορίτσι, μια πριγκιποπούλα στην εποχή του Βυζαντίου που παγιδεύεται από τα μάγια των μαγισσών και ερωτεύεται έναν άντρα που ποτέ της δεν επιθυμούσε. Τον ερωτεύεται λοιπόν και καταλήγει να χει το πιο τραγικό τέλος της ιστορίας. Χάνει όλη της την παιδικότητα και αθωότητα και τυραννιέται μεταξύ ενός φανταστικού και ενός ρεαλιστικού κόσμου.
Η Λιογέννητη, αυτή η όμορφη πριγκιποπούλα, τι λαχταρά σε αυτό το παραμύθι; Ποιοι είναι οι φόβοι της και οι επιθυμίες μας;
Η Λιογέννητη ή το «Άσμα της Λιογέννητης» όπως είναι και ο τίτλος της παράστασης μας είναι ένα δημοτικό τραγούδι, ένα ποίημα βγαλμένο απ τον λαό που εκφράζει την νοοτροπία του, την ιδιοσυγκρασία του την καλλιτεχνική και κοινωνική του συνείδηση. Ο λαός λοιπόν στο πρόσωπο της Λιογέννητης είδε την παιδικότητα της, την αγνή της διάθεση, την αθωότητα της, την ομορφιά της ολόκληρη. Ακούμπαγε σε τριανταφυλλιές και απολάμβανε το παιχνίδι με τις φίλες της και με τις κόρες που την προστάτευαν. Είχε χάσει τον πατέρα της και τα δυο της αδέρφια, οπότε όλη η προσοχή ήταν στραμμένη σε αυτήν. Σαν ένα μικρό κορίτσι της εποχής εκείνης είχε ανάγκη από παιχνίδι και από ξεγνοιασιά. Έπλεκε τα υφαντά της και τα κτενισματά της και ήταν χαρούμενη. Έφτιαχνε την πλεξίδα της, το ολόχρυσο γαϊτάνι και ήταν ευτυχισμένη. Έπαιζε με τις σκλάβες της και γι αυτήν αυτό ήταν ο κόσμος της όλος.
Για πρώτη φορά σε αυτό το δημοτικό τραγούδι βλέπουμε το στοιχείο των μαγισσών, δημιουργώντας μία συναπάντηση των μύθων και των παραδόσεων. Πως μπλέκονται αυτά τα δύο στοιχεία στο έργο μας;
Το «Άσμα της Λιογέννητης» είναι ένα δημοτικό τραγούδι που μας μεταφέρει τον αντίλαλο μιας ευτυχισμένης εποχής του Βυζαντίου με όλα τα ήθη και τα έθιμα της, τον πλούτο και την χλιδή της και που ταυτόχρονα μας παρουσιάζει την πλούσια σε ευρήματα φαντασία του ελληνικού λαού. Για πρώτη φορά στο τραγούδι αυτό κάνει την εμφάνιση του το ερωτικό στοιχείο ενωμένο με το στοιχείο του δόλου, με το στοιχείο των μαγισσών. δεν το συναντάμε αυτό σε κανένα άλλο δημοτικό τραγούδι. Αυτό είναι και η μαγεία του τραγουδιού αυτού. Έρωτας και μαγεία μαζί. Απαντά λοιπόν σε αρχαίους μύθους και σε τραγούδια άλλων λαών. Εδώ ακριβώς συναντάμε και την μεγάλη έμπνευση του λαού. Ο Κωνσταντής την αγαπά χωρίς ανταπόκριση και εκείνη όχι μόνο τον απορρίπτει αλλά ζητά ανέφικτα στοιχήματα που ξεπερνάνε την φύση του ανθρώπου. Έτσι ο Κωνσταντής ζητά την βοήθεια των μαγισσών για να την κάνει δική του, οπού εκεί αλλάζει ριζικά η πορεία της ιστορίας. Μαγεία, αποκρυφισμός, τελετουργία, μυστικισμός, αλχημεία συνθέτουν τον μύθο αυτόν.
Το δημοτικό τραγούδι είναι μια προφορική λογοτεχνική παράδοση, γεμάτη από σοφία που μεταφέρεται χρόνο με το χρόνο και από στόμα σε στόμα. Αποτελεί ένα είδος παράδοσης που χάνεται με το πέρας του χρόνου, και είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν νέοι άνθρωποι να μας θυμίζουν αυτές τις παραδόσεις στην γενιά μας. Μίλα μας για το πως είναι για σένα η απόδοση ενός τέτοιου έργου, που είναι τελείως διαφορετικό από προηγούμενες παραστάσεις;
Ναι, είναι μια διαφορετική δουλειά και πολύ ιδιαίτερη καθώς έχουμε να κάνουμε με την αυτούσια μεταφορά ενός δημοτικού τραγουδιού στο θέατρο και μάλιστα σε στίχο δεκαπεντασύλλαβο όπου αυτό το κάνει ακόμα πιο ιδιαίτερο. Είναι ένα ποίημα όπου πρώτη φορά μεταφέρεται σε Αθηναϊκή σκηνή. Σαφώς απαιτεί πολύ μεγάλη προσπάθεια και αφοσίωση όπως και όλες οι δουλειές, αλλά και μεγάλη έρευνα γύρω απ την λαϊκή παράδοση και το τραγούδι. Κατάγομαι από μια μουσική οικογένεια, όπου θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να μας παίζει και να μας τραγουδάει παραδοσιακά τραγούδια, οπότε η προσέγγιση του δε με δυσκόλεψε. Πιάνοντας στα χέρια μου και μελετώντας το ποίημα αυτό αντιλήφθηκα πόσο μεγάλη,πλούσια και ειλικρινής είναι η λαϊκή μας παράδοση. Είναι ανώνυμη, είναι τέχνη των λαών και αποτελεί προϊόν συλλογικής έκφρασης. Μέσα από αυτήν ο λαό εκφράζεται, δίπλα στις πίκες της ζωής αναζητά την χαρά, μέσα από τον πόνο γυρεύει λίγη διασκέδαση και ψυχαγωγία. Έτσι γεννήθηκε η δημοτική ποίηση. Αυτά συντρόφευαν τον κόσμο και δημιουργούσαν σχέσεις αγάπης, οικειότητας, συντροφιάς και ανθρωπιάς. Μιλούσαν για την φιλία, την αγάπη, την αλληλοβοήθεια, την φιλοξενία τον έρωτα την εμπιστοσύνη. Αυτός ο λαϊκός πολιτισμός με την ομορφιά του αχνοφέγγει και ξεθωριάζει μπροστά στη σαρωτική μανία του σύγχρονου πολιτισμού.
Ποια είναι η σοφία και η μαγεία που έχει να μας δώσει η Λιογέννητη από αυτή τη παράσταση;
Μπλέκουμε στην παράσταση λόγο, κίνηση, τραγούδι και ζωντανή μουσική. Η ολοκληρωμένη πλοκή του ποιήματος, η αρμονική σχέση μύθου και πραγματικότητας χωρίς καμία υπερβολή, οι καθαρές εικόνες, η διαλεκτική σχέση των ηρώων όπως και η αμφισβητήσιμη κάθαρση του τέλους μας έπεισαν να επιχειρήσουμε την αυτούσια μεταφορά του έργου στη σκηνή χωρίς προσθαφαιρέσεις και σοφίσματα. Η γλώσσα επίσης είναι σε στίχο δεκαπεντασύλλαβο, όπου αυτό το κάνει ακόμα πιο ζωντανό, δραστικό και παραστατικό.

Συνέντευξη στη Νάσια Ντάλλα στις 18 Μάρτη 2017 (από το 3pointmagazine)

Όπου "ακουστεί" πως ανεβαίνει ξανά, σας προσκαλώ να το παρακολουθήσουμε. 
 


ΠΡΩΤΟΤΥΠΕΣ ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ, ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ (ΠΑΡΑ)ΔΕΙΓΜΑΤΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 8:07 μ.μ.

0


*


*


*


*


*



Μια ζωντανή ιδέα για πρωτότυπη μίμηση.
Ούτε βήμα βέβαια χωρίς την Ποίηση.

ΕΥΡΙΠΙΔΗ, ΕΚΑΒΗ, ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 10:43 μ.μ.

0

 Η ΕΚΑΒΗ του Ευριπίδη


Η τραγωδία μελετά και διαλογίζεται πάνω στην ανθρώπινη φύση. Θεματική της είναι οι πράξεις,τα βαθύτερα αίτια και οι συνέπειες αυτών των πράξεων. Πώς ένα πάθος, απογειωμένο ως τα έσχατα της υπερβολής, οδηγεί σε φριχτές ενέργειες, που προκαλούν τη λυτρωτική ταραχή στην ψυχή μας, "τον έλεον και τον φόβον", κατά την εύστοχη ρήση του Αριστοτέλη.
Πρέπει να θυμίσω ότι κατά τον Ευριπίδη δεν επαρκούν εντελώς  οι Αριστοτελικές ταξινομήσεις, γιατί κάθε φορά προσπαθεί ν' ανιχνεύσει από διαφορετική οπτική γωνιά τα έγκατα της ανθρώπινης συνείδησης. Διαρθρώνει λοιπόν το υλικό του με τέτοιον τρόπο, ώστε να φωτιστεί όσο γίνεται περισσότερο η ιδέα του, ο συγκεκριμένος του στόχος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου τρόπου είναι η Εκάβη. Η υπόθεσή της  συνυφαίνεται από δύο διαφορετικούς μύθους, που έχουν κοινό παρονομαστή την πολύπαθη γριά βασίλισσα της Τροίας: τη θυσία της κόρης της Πολυξένης, και τη σκληρή τιμωρία του άτιμου Πολυμήστορα. Τα δύο αυτά γεγονότα δεν έχουν μεταξύ τους αιτιώδη σχέση. Το ένα δεν παράγει το άλλο ή δεν επακολουθεί ως αναγκαία, αναπόφευκτη αλληλουχία. Απλώς συμβαίνουν παρατακτικά. Η βαθύτερη όμως σχέση τους ενδιαφέρει τον Ευριπίδη, γιατί του χρειάζεται για να δείξει και να δικαιολογήσει τη μεταμόρφωση της Εκάβης. Πώς από αξιολύπητο, αδρανές θύμα που μόνο πάσχει, μεταβάλλεται σε θηριώδη και αδυσώπητο θύτη. Σ' αυτό ακριβώς το πρόβλημα έχουμε την πρόταση του ποιητή: το τραγικό πάθος δεν ανήκει μόνο ως πυρηνικό ιδίωμα του χαρακτήρα του, στον τραγικό ήρωα, αλλά μπορεί να παραχθεί εκ των έξω, από τη συσσώρευση εξωτερικών πιέσεων, οδύνης και δυστυχίας.
Δύο είναι τα σημαντικότερα στοιχεία στο έργο. Ο αντιπολεμικός του χαρακτήρας και η εξαθλίωση της ανθρωπιάς που επιφέρει ο πόλεμος. Αυτή η εξαθλίωση φτάνει ως το έσχατο σημείο της. Αποτέλεσμα η ψυχική παραμόρφωση και η αποθηρίωση. Όχημα για την ανάγλυφη εξιστόρηση αυτών των στοιχείων, η Εκάβη. Συνοψίζει την υπέρτατη δυστυχία. Από μεγάλη βασίλισσα, γίνεται σκλάβα, αφού έχασε, σφαγμένο, τον άντρα της και πλήθος γιους και θυγατέρες. Τώρα, σε μια ανήκουστη ανθρωποθυσία χάνει και την Πολυξένη. (Σαφής η αναφορά και η αναλογία με τις ολοένα αυξανόμενες αγριότητες του Πελοποννησιακού πολέμου). Είναι το αντιπροσωπευτικό θύμα που υφίσταται παθητικά την ανθρώπινη σκληρότητα. Πάσχει, χωρίς να υπάρχει από μέρους του εμφανής αμαρτία ή πταίσμα. Το πάθος εδώ είναι εξωτερικό, προέρχεται από τους άλλους, δεν κατάγεται ως ιδιότητα από τον χαρακτήρα της Εκάβης. Πρόκειται για τραγικό ήρωα, που διαμορφώνεται καθ' οδόν από το μέγα άλγος που του προκαλούν οι άλλοι. Ενώ θα περιμέναμε εύλογα την πλήρη εξουθένωση, αντικρίζουμε την αφύπνιση - ποιος ξέρει από τι αβυσσαλέα βάθη - μιας σκοτεινής μανίας. Με περισσή πανουργία καταστρώνει το σχέδιο εκδίκησης και το εκτελεί με σπάνια αγριότητα. Η μεταμόρφωση που κρυφόκαιγε αθέατη, έχει συντελεστεί. Η Εκάβη άθυρμα ανήμπορο και πανάθλιο από το ασήκωτο βάρος της δυστυχίας, μεταμορφώνεται σε θηριώδες, αποτρόπαιο ον - όσο κι αν συλλογιζόμαστε πως άξιζε την τιμωρία του ο Πολυμήστορας - που μας προκαλεί σχεδόν μόνο φρίκη. Αναρωτιόμαστε περιδεείς. Είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο; Ο Ντοστογιέφσκι μας έχει ήδη δώσει την απάντηση. Αλλά πολύ πριν απ' αυτόν ο Ευριπίδης. Δεν είναι συμπτωματικό που ο Πολυμήστορας της προφητεύει ένα παράδοξο τέλος:

"Σκύλα θα γίνεις με ματιά σα φλόγα"

Η επιλογή αυτής της μυθολογικής εκδοχής για το τέλος της ζωής της Εκάβης, τονίζει, από τη διάσταση του Μύθου, την τερατοποίηση ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του πάθους. Οι τόσες μεταμορφώσεις ανθρώπων σε μη ανθρώπινα όντα που κατοικούν στη μυθολογία, μήπως σημαίνουν, μήπως διδάσκουν στο βάθος, ότι αυτό είναι το σκληρό αντίτιμο της υπέρβασης και της υπερβολής; Ότι όταν ο άνθρωπος παρασυρθεί, μια για πάντα, στις φοβερές φλόγες του πάθους, αλλάζει οριστικά την υπόστασή του; Καθίσταται "δαίμων", μη άνθρωπος; Ότι έχει ξεφύγει από τα όριά του, από τα μέτρα του; Ότι δεν είναι "φύσις" πλέον αλλά "ον παρά φύσιν"; Ο Ευριπίδης απεικονίζοντας έτσι τη γενική αντίληψη των αρχαίων για την ψυχοβόρα επενέργεια του πάθους, επισημαίνει ταυτόχρονα και κάτι άλλο, πάντα επίκαιρο και φριχτό: τον πόλεμο που εξαρθρώνει την κατεξοχήν ανθρώπινη ιδιότητα, που ευτελίζει, μηδενίζει την ανθρωπιά μας και, από ένα σημείο και πέρα, μας μεταμορφώνει όλους σε τέρατα. Και θύτες και θύματα. 

Η υπόθεση του έργου

Βρισκόμαστε στη θρακική Χερσόνησο, τη χώρα του βασιλιά Πολυμήστορα. Οι Έλληνες, επιστρέφοντας μετά την κατάκτηση της Τροίας, άραξαν εδώ με τις Τρωαδίτισσες σκλάβες τους, έτοιμοι να κάνουν και πάλι πανιά. Εμφανίζεται και προλογίζει το είδωλο του Πολύδωρου, του μικρότερου γιου της Εκάβης, που γι' ασφάλεια τον είχε στείλει ο Πρίαμος στο φίλο του Πολυμήστορα. Αυτός όμως, μόλις έπεσε η Τροία, σκότωσε άσπλαχνα το νεαρό φιλοξενούμενό του, για να του αρπάξει τους θησαυρούς που είχε μαζί του. Το πτώμα του θα το βρούνε στ' ακρογιάλι. Στην αλαφιασμένη από σκοτεινά προαισθήματα Εκάβη, ο χορός - αιχμάλωτες γυναίκες της Τροίας - αναγγέλλει πως οι Έλληνες αποφάσισαν να θυσιάσουν την κόρη της, Πολυξένη, στον τάφο του Αχιλλέα. Σε λίγο φτάνει ο Οδυσσέας, για να την οδηγήσει στη θυσία. Ακολουθεί ο γνωστός ευριπίδειος αγώνας λόγων ανάμεσα σ' αυτόν και την Εκάβη. Του υπενθυμίζει την παλιά του υποχρέωση, όταν κάποτε μες στην Τροία του έσωσε τη ζωή. Εκείνος είναι πρόθυμος να ελευθερώσει την ίδια, αλλά δεν μπορεί να σώσει την κόρη της. Η Εκάβη προσπαθεί να πείσει την Πολυξένη να τον παρακαλέσει για τη ζωή της. Η Πολυξένη αρνείται κ' ακολουθεί μ' αξιοπρέπεια τον Οδυσσέα στο θάνατο. Μετά το στάσιμο, έρχεται ο Ταλθύβιος, που εξιστορεί με θαυμασμό και συμπάθεια, το ηρωικό τέλος της Πολυξένης. Η Εκάβη στέλνει μια σκλάβα να φέρει νερό απ' τη θάλασσα, για να λούσει τη σφαγμένη κόρη της. Η σκλάβα γυρίζει φέρνοντας το ξεβρασμένο κουφάρι του Πολύδωρου. Η δύστυχη μάνα του καταλαβαίνει αμέσως ποιος είναι ο φονιάς, και η ως τότε παθητική οδύνη της μετατρέπεται σε απελπισμένη πανουργία. Καλεί τον Αγαμέμνονα και τον παρακαλεί να μην ανακατευτεί στην τιμωρία που σχεδιάζει για τον άπιστο και προδότη Πολυμήστορα. Ο Αγαμέμνονας, ύστερα από πολιτικούς δισταγμούς, συγκατανεύει. Ο βάρβαρος Θρακιώτης έρχεται σε λίγο με τους δυο μικρούς του γιους, παρασύρεται μέσα στη σκηνή της Εκάβης, όπου αυτή και οι συναιχμάλωτες Τρωαδίτισσες τον τυφλώνουν, σκοτώνοντας και τα παιδιά του. Στις γοερές κραυγές του φτάνει ο Αγαμέμνονας και παρίσταται ως κριτής στη διαμάχη των δύο. Έχουμε πάλι αγώνα λόγων ανάμεσα στην Εκάβη και το βάρβαρο βασιλιά. Ο Αγαμέμνονας κρίνει πως η Εκάβη έπραξε δίκαια. Ο Πολυμήστορας, με προφητική έκσταση, προμαντεύει το φόνο της Κασσάνδρας και του Ατρείδη και τη μεταμόρφωση της Εκάβης σε φριχτή σκύλα. Η τραγωδία τελειώνει με την ετοιμασία των Ελλήνων να ξεκινήσουν, αφού άρχισε να φυσάει ούριος άνεμος.

Τάσος Ρούσσος     

ΕΛΕΝΗ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΟ ΑΛΤΑΜΟΥΡΑ, ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ...ΙΣΩΣ ΣΑΝ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 9:18 μ.μ.

0


Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα
(αυτοπροσωπογραφία, τμήμα του έργου)
*


 Ιωάννης Αλταμούρας
(Το λιμάνι της Κοπεγχάγης, 1874, 
Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου).
*


 Φραντσέσκο Σαβέριο Αλταμούρα
(αυτοπροσωπογραφία)



Η Ελένη Μπούκουρα ή Μπούκουρη-Αλταμούρα υπήρξε κορυφαία ζωγράφος του 19ου αιώνα, της οποίας η ζωή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μυθιστορηματική, περιπετειώδης και, συνάμα, τραγική. Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1821. Ήταν κόρη του Ιωάννη Γ. Μπούκουρη, τολμηρού θαλασσοπόρου και γενναιόδωρου πατριώτη, και της Μαρίας. Ο πατέρας της υπήρξε πολύτιμος αρωγός στις προσπάθειές της, καθώς ήταν ευαίσθητος άνθρωπος, με καλλιτεχνικές ευαισθησίες, ευρύτητα και ανεξαρτησία πνεύματος.
Εκείνος ήταν που προσέλαβε το Raffaelo Ceccoli, ο οποίος βρισκόταν από το 1843 στην Αθήνα, για να κάνει μαθήματα ζωγραφικής στην Ελένη. Η διδασκαλία του Ceccoli, αν και συστηματική, δεν άφηνε αρκετά περιθώρια προσωπικής έκφρασης και δημιουργίας, εξαιτίας του ακαδημαϊκού προσανατολισμού της. Η καλλιτέχνις, που επιθυμούσε διακαώς να πραγματοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το όνειρό της, αποφάσισε, με τη συγκατάθεση του πατέρα της, να σπουδάσει ζωγραφική στην Ιταλία. Η δύναμη της θέλησής της έγινε ακόμη περισσότερο εμφανής όταν, προκειμένου να ξεπεράσει το σοβαρό εμπόδιο που έθεταν οι Ακαδημίες Τέχνης της Ιταλίας απαγορεύοντας τη φοίτηση στις γυναίκες, δε δίστασε να μεταμφιεστεί σε νεαρό σπουδαστή με το όνομα Χρυσίνης Μπούκουρης. Η απόφαση αυτή της έδωσε τη δυνατότητα να φοιτήσει στην Καλλιτεχνική Ακαδημία της Ρώμης, ειδικότερα στις τάξεις του γυμνού και της ανατομίας. Ανάλογες συνθήκες βέβαια επικρατούσαν και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου πολλές γυναίκες έπαιρναν ανδρικό ψευδώνυμο για να προβάλλουν τα έργα τους, όπως η δούκισσα Castiglionecello.
Με αυτή τη μεταμφίεση έζησε πάνω από τέσσερα χρόνια , διάστημα κατά το οποίο είχε την ευκαιρία να ταξιδέψει σε διάφορες περιοχές της Ιταλίας, όπου κρατούσε με συνέπεια σχεδιαστικές σημειώσεις. Τα σχέδια αυτά συγκεντρώθηκαν από την ίδια σε λευκώματα, όπως αυτό που επέγραφε "Studi fatti a Perugia e da Assisi", μέσα στο οποίο περιέχονταν αντιγραφές από τα έργα του Giotto, του Perugino, του AndreadelSarto και άλλων, αλλά και αρχιτεκτονικά σχέδια, σχέδια αγγείων και νομισμάτων. Μετά τη Ρώμη, η Μπούκουρα φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Νάπολης. Εκεί, ανάμεσα σε αυτήν και τον καθηγητή της Saverio Altamura αναπτύχθηκε μια θερμή φιλία, η οποία μετά την αποκάλυψη της ταυτότητάς της, μετατράπηκε σε έρωτα και, τελικώς, σε γάμο, το 1852. Με τον Altamura απέκτησε τρία παιδιά, τον Ιωάννη (1852-1878), μετέπειτα περίφημο θαλασσογράφο, τη Σοφία (1854) και τον Αλέξανδρο(1855). Δυστυχώς, το 1857 ο σύζυγός της την εγκατέλειψε κι έφυγε με την ερωμένη του, την Αγγλίδα φίλη της ζωγράφο Τζέιν Χέυ, παίρνοντας μαζί του το μικρότερο γιο τους. Η Ελένη επέστρεψε τότε στην Ελλάδα με τα άλλα δύο παιδιά της, τον Ιωάννη και τη Σοφία.
Εγκαταστάθηκε αμέσως στην Πλάκα, όπου άσκησε επαγγελματικά πια τη ζωγραφική και έγινε δεκτή από την ανώτερη κοινωνία της Αθήνας. Το 1859 και το 1870 εξελέγη, μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα, μέλος της επιτροπής των Ολυμπίων και μέλος της εξεταστικής επιτροπής του Καλλιτεχνικού Τμήματος του Πολυτεχνείου με τους Αλέξανδρο Ραγκαβή, Γεώργιο Μαργαρίτη, Ερνέστο Τσίλλερ και Γεράσιμο Μαυρογιάννη. Κατά το διάστημα 1863-1865, δίδαξε, επίσης, ζωγραφική στις εξωτερικές μαθήτριες του Αρσακείου, ενώ ο κύκλος των μαθητριών της είχε αρκετά διευρυνθεί περιλαμβάνοντας και τη νεαρή βασίλισσα Όλγα. Οικονομικά ανεξάρτητη, ασκώντας την τέχνη της ως επάγγελμα και απολαμβάνοντας τη γενική εκτίμηση, η Ελένη Αλταμούρα έζησε επί είκοσι χρόνια μια ζωή που ελάχιστες γυναίκες της εποχής της είχαν τη δυνατότητα να γνωρίσουν. Οι πίνακές της πωλούνταν έναντι σεβαστού ποσού και συνεργαζόταν με γνωστούς ζωγράφους της εποχής.
Παράλληλα με την επαγγελματική της επιτυχία, η Μπούκουρα ήταν μία αφοσιωμένη μητέρα που παρακολουθούσε με περηφάνεια τη σταδιοδρομία των παιδιών της. Ο γιος της Ιωάννης, μετά από σπουδές στο Σχολείο των Τεχνών και στην Ακαδημία της Κοπεγχάγης, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα (1874) παρουσιάζοντας εξαιρετικά δείγματα της τέχνης του, που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους που ασχολήθηκαν με τη θαλασσογραφία.
Οι όμορφες μέρες για την Ελένη είχαν αρχίσει εκείνο το διάστημα να τελειώνουν, καθώς το 1872 η κόρη της αρρώστησε από φυματίωση και, με την ελπίδα διαβίωσης σε πιο υγιές κλίμα, οι δύο γυναίκες μετακόμισαν στο πατρικό σπίτι των Σπετσών. Τελικά, η Σοφία πέθανε το 1874, σε ηλικία μόλις 20 ετών. Εκεί εγκαταστάθηκε λίγο μετά την επιστροφή του από την Κοπεγχάγη και ο Ιωάννης, όπου πέθανε και αυτός προσβεβλημένος από την ίδια αρρώστια, το 1878.
Η επίδραση των αλλεπάλληλων θανάτων των παιδιών της υπήρξε κυριολεκτικά συντριπτική για τη ζωή και το έργο της καλλιτέχνιδος. Η κορύφωση του δράματος συντελέστηκε, όταν σε μία τρομακτική έκρηξη της μητρικής οδύνης, έκαψε τα καλύτερά της έργα στην αυλή του σπιτιού της. Έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της σαν ερημίτης και η γενικά ιδιόρρυθμη συμπεριφορά της τροφοδοτούσε ποικίλα σχόλια στη μικρή κοινωνία του νησιού, η οποία συνοδευόταν με διάφορες σχετικές διηγήσεις.
Το 1890, η διευθύντρια της Εφημερίδος των Κυριών, Καλλιρρόη Παρρέν, διέκοψε την απομόνωσή της όταν την επισκέφθηκε για να της πάρει συνέντευξη και την πήρε για λίγες μέρες μαζί της στην Αθήνα. Πέθανε σχεδόν άγνωστη στις 19 Μαρτίου 1900 και κηδεύτηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Άννας των Σπετσών.
Η Ελένη Αλταμούρα υπήρξε, ίσως, η πρώτη γυναίκα της νεώτερης Ελλάδας που ξεπέρασε με τόλμη τις δυσκολίες ενός κατεστημένου και βρέθηκε αντιμέτωπη με τον «πόθο» της δημιουργίας. Η τραγική ζωή της έγινε το θέμα ενός μυθιστορήματος: «Ελένη ή ο κανένας» της Ρέας Γαλανάκη, Εκδόσεις Άγρα, 1998, κι ενός θεατρικού έργου: «Ελένη Αλταμούρα» του Κώστα Ασημακόπουλου, Εκδόσεις Δωδώνη, 2005.
Παρά τις λεπτομερείς βιογραφικές πληροφορίες για τη ζωγράφο, που διέσωσαν η Καλλιρόη Παρρέν και η Αθηνά Ταρσούλη, το ζωγραφικό της έργο παραμένει άγνωστο, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Ανάμεσα σε αυτές είναι η Απελπισία με το οποίο η ζωγράφος, με το όνομα Χρυσίνης Μπούκουρης, πήρε μέρος στο διαγωνισμό της σχολής που φοιτούσε στην Ιταλία. Αναφέρεται ότι για το συγκεκριμένο έργο της προτάθηκε υψηλή αμοιβή, εκείνη, όμως, προτίμησε να το στείλει στον πατέρα της με ιδιόχειρη αφιέρωση. Αν και πρόκειται για πρώιμη προσπάθεια, αποκαλύπτει ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία της καλλιτεχνικής προσωπικότητας και των αναζητήσεών της. Ο συμβολισμός της απελπισίας, δείγμα ρομαντικής διάθεσης, αποδίδεται με νεοκλασική αντίληψη. Η κλειστή, συσπειρωμένη σχεδόν γύρω από τον άξονά της φόρμα του γυναικείου σώματος και το στυλιζάρισμα των ανεμισμένων μαλλιών και των πτυχώσεων του χιτώνα, αποπνέουν μία ελεγχόμενη δραματικότητα και αποκαλύπτουν μία σειρά από συναισθηματικές καταστάσεις που κυμαίνονται ανάμεσα στην εγκαρτέρηση, τη θλίψη και τον τρόμο.
Στην ίδια περίοδο αποδίδεται και το έργο Αυτοπροσωπογραφία. Εικονίζεται η ίδια με σκούρο φόρεμα να ζωγραφίζει αφοσιωμένη μπροστά στο καβαλέτο. Χαρακτηριστική είναι η συγκρατημένη έκφραση, χωρίς ίχνος θεατρικής πόζας, καθώς και η λιτότητα στο σχέδιο.
Δυστυχώς, οι πληροφορίες που έχουμε για τα έργα που ακολούθησαν είναι εξαιρετικά ελάχιστες και, ως ένα βαθμό, έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα· ειδικότερα της περιόδου 1857-1874 κατά την οποία η καλλιτέχνις έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα. Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να υπογραμμίσουμε πως κινήθηκε στα πλαίσια των νεοκλασικών κατευθύνσεων που διδάχθηκε στην Ιταλία χρησιμοποιώντας, παράλληλα, το ρομαντικό στοιχείο στη σύλληψη των έργων, τα οποία, τελικώς, φέρουν έντονη τη σφραγίδα του προσωπικού της δράματος. 

Μαρία Μποϊλέ


"Χρυσίνης Μπούκουρης", Απελπισία