ΕΥΡΙΠΙΔΗ, ΕΚΑΒΗ, ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 10:43 μ.μ.

0

 Η ΕΚΑΒΗ του Ευριπίδη


Η τραγωδία μελετά και διαλογίζεται πάνω στην ανθρώπινη φύση. Θεματική της είναι οι πράξεις,τα βαθύτερα αίτια και οι συνέπειες αυτών των πράξεων. Πώς ένα πάθος, απογειωμένο ως τα έσχατα της υπερβολής, οδηγεί σε φριχτές ενέργειες, που προκαλούν τη λυτρωτική ταραχή στην ψυχή μας, "τον έλεον και τον φόβον", κατά την εύστοχη ρήση του Αριστοτέλη.
Πρέπει να θυμίσω ότι κατά τον Ευριπίδη δεν επαρκούν εντελώς  οι Αριστοτελικές ταξινομήσεις, γιατί κάθε φορά προσπαθεί ν' ανιχνεύσει από διαφορετική οπτική γωνιά τα έγκατα της ανθρώπινης συνείδησης. Διαρθρώνει λοιπόν το υλικό του με τέτοιον τρόπο, ώστε να φωτιστεί όσο γίνεται περισσότερο η ιδέα του, ο συγκεκριμένος του στόχος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου τρόπου είναι η Εκάβη. Η υπόθεσή της  συνυφαίνεται από δύο διαφορετικούς μύθους, που έχουν κοινό παρονομαστή την πολύπαθη γριά βασίλισσα της Τροίας: τη θυσία της κόρης της Πολυξένης, και τη σκληρή τιμωρία του άτιμου Πολυμήστορα. Τα δύο αυτά γεγονότα δεν έχουν μεταξύ τους αιτιώδη σχέση. Το ένα δεν παράγει το άλλο ή δεν επακολουθεί ως αναγκαία, αναπόφευκτη αλληλουχία. Απλώς συμβαίνουν παρατακτικά. Η βαθύτερη όμως σχέση τους ενδιαφέρει τον Ευριπίδη, γιατί του χρειάζεται για να δείξει και να δικαιολογήσει τη μεταμόρφωση της Εκάβης. Πώς από αξιολύπητο, αδρανές θύμα που μόνο πάσχει, μεταβάλλεται σε θηριώδη και αδυσώπητο θύτη. Σ' αυτό ακριβώς το πρόβλημα έχουμε την πρόταση του ποιητή: το τραγικό πάθος δεν ανήκει μόνο ως πυρηνικό ιδίωμα του χαρακτήρα του, στον τραγικό ήρωα, αλλά μπορεί να παραχθεί εκ των έξω, από τη συσσώρευση εξωτερικών πιέσεων, οδύνης και δυστυχίας.
Δύο είναι τα σημαντικότερα στοιχεία στο έργο. Ο αντιπολεμικός του χαρακτήρας και η εξαθλίωση της ανθρωπιάς που επιφέρει ο πόλεμος. Αυτή η εξαθλίωση φτάνει ως το έσχατο σημείο της. Αποτέλεσμα η ψυχική παραμόρφωση και η αποθηρίωση. Όχημα για την ανάγλυφη εξιστόρηση αυτών των στοιχείων, η Εκάβη. Συνοψίζει την υπέρτατη δυστυχία. Από μεγάλη βασίλισσα, γίνεται σκλάβα, αφού έχασε, σφαγμένο, τον άντρα της και πλήθος γιους και θυγατέρες. Τώρα, σε μια ανήκουστη ανθρωποθυσία χάνει και την Πολυξένη. (Σαφής η αναφορά και η αναλογία με τις ολοένα αυξανόμενες αγριότητες του Πελοποννησιακού πολέμου). Είναι το αντιπροσωπευτικό θύμα που υφίσταται παθητικά την ανθρώπινη σκληρότητα. Πάσχει, χωρίς να υπάρχει από μέρους του εμφανής αμαρτία ή πταίσμα. Το πάθος εδώ είναι εξωτερικό, προέρχεται από τους άλλους, δεν κατάγεται ως ιδιότητα από τον χαρακτήρα της Εκάβης. Πρόκειται για τραγικό ήρωα, που διαμορφώνεται καθ' οδόν από το μέγα άλγος που του προκαλούν οι άλλοι. Ενώ θα περιμέναμε εύλογα την πλήρη εξουθένωση, αντικρίζουμε την αφύπνιση - ποιος ξέρει από τι αβυσσαλέα βάθη - μιας σκοτεινής μανίας. Με περισσή πανουργία καταστρώνει το σχέδιο εκδίκησης και το εκτελεί με σπάνια αγριότητα. Η μεταμόρφωση που κρυφόκαιγε αθέατη, έχει συντελεστεί. Η Εκάβη άθυρμα ανήμπορο και πανάθλιο από το ασήκωτο βάρος της δυστυχίας, μεταμορφώνεται σε θηριώδες, αποτρόπαιο ον - όσο κι αν συλλογιζόμαστε πως άξιζε την τιμωρία του ο Πολυμήστορας - που μας προκαλεί σχεδόν μόνο φρίκη. Αναρωτιόμαστε περιδεείς. Είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο; Ο Ντοστογιέφσκι μας έχει ήδη δώσει την απάντηση. Αλλά πολύ πριν απ' αυτόν ο Ευριπίδης. Δεν είναι συμπτωματικό που ο Πολυμήστορας της προφητεύει ένα παράδοξο τέλος:

"Σκύλα θα γίνεις με ματιά σα φλόγα"

Η επιλογή αυτής της μυθολογικής εκδοχής για το τέλος της ζωής της Εκάβης, τονίζει, από τη διάσταση του Μύθου, την τερατοποίηση ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του πάθους. Οι τόσες μεταμορφώσεις ανθρώπων σε μη ανθρώπινα όντα που κατοικούν στη μυθολογία, μήπως σημαίνουν, μήπως διδάσκουν στο βάθος, ότι αυτό είναι το σκληρό αντίτιμο της υπέρβασης και της υπερβολής; Ότι όταν ο άνθρωπος παρασυρθεί, μια για πάντα, στις φοβερές φλόγες του πάθους, αλλάζει οριστικά την υπόστασή του; Καθίσταται "δαίμων", μη άνθρωπος; Ότι έχει ξεφύγει από τα όριά του, από τα μέτρα του; Ότι δεν είναι "φύσις" πλέον αλλά "ον παρά φύσιν"; Ο Ευριπίδης απεικονίζοντας έτσι τη γενική αντίληψη των αρχαίων για την ψυχοβόρα επενέργεια του πάθους, επισημαίνει ταυτόχρονα και κάτι άλλο, πάντα επίκαιρο και φριχτό: τον πόλεμο που εξαρθρώνει την κατεξοχήν ανθρώπινη ιδιότητα, που ευτελίζει, μηδενίζει την ανθρωπιά μας και, από ένα σημείο και πέρα, μας μεταμορφώνει όλους σε τέρατα. Και θύτες και θύματα. 

Η υπόθεση του έργου

Βρισκόμαστε στη θρακική Χερσόνησο, τη χώρα του βασιλιά Πολυμήστορα. Οι Έλληνες, επιστρέφοντας μετά την κατάκτηση της Τροίας, άραξαν εδώ με τις Τρωαδίτισσες σκλάβες τους, έτοιμοι να κάνουν και πάλι πανιά. Εμφανίζεται και προλογίζει το είδωλο του Πολύδωρου, του μικρότερου γιου της Εκάβης, που γι' ασφάλεια τον είχε στείλει ο Πρίαμος στο φίλο του Πολυμήστορα. Αυτός όμως, μόλις έπεσε η Τροία, σκότωσε άσπλαχνα το νεαρό φιλοξενούμενό του, για να του αρπάξει τους θησαυρούς που είχε μαζί του. Το πτώμα του θα το βρούνε στ' ακρογιάλι. Στην αλαφιασμένη από σκοτεινά προαισθήματα Εκάβη, ο χορός - αιχμάλωτες γυναίκες της Τροίας - αναγγέλλει πως οι Έλληνες αποφάσισαν να θυσιάσουν την κόρη της, Πολυξένη, στον τάφο του Αχιλλέα. Σε λίγο φτάνει ο Οδυσσέας, για να την οδηγήσει στη θυσία. Ακολουθεί ο γνωστός ευριπίδειος αγώνας λόγων ανάμεσα σ' αυτόν και την Εκάβη. Του υπενθυμίζει την παλιά του υποχρέωση, όταν κάποτε μες στην Τροία του έσωσε τη ζωή. Εκείνος είναι πρόθυμος να ελευθερώσει την ίδια, αλλά δεν μπορεί να σώσει την κόρη της. Η Εκάβη προσπαθεί να πείσει την Πολυξένη να τον παρακαλέσει για τη ζωή της. Η Πολυξένη αρνείται κ' ακολουθεί μ' αξιοπρέπεια τον Οδυσσέα στο θάνατο. Μετά το στάσιμο, έρχεται ο Ταλθύβιος, που εξιστορεί με θαυμασμό και συμπάθεια, το ηρωικό τέλος της Πολυξένης. Η Εκάβη στέλνει μια σκλάβα να φέρει νερό απ' τη θάλασσα, για να λούσει τη σφαγμένη κόρη της. Η σκλάβα γυρίζει φέρνοντας το ξεβρασμένο κουφάρι του Πολύδωρου. Η δύστυχη μάνα του καταλαβαίνει αμέσως ποιος είναι ο φονιάς, και η ως τότε παθητική οδύνη της μετατρέπεται σε απελπισμένη πανουργία. Καλεί τον Αγαμέμνονα και τον παρακαλεί να μην ανακατευτεί στην τιμωρία που σχεδιάζει για τον άπιστο και προδότη Πολυμήστορα. Ο Αγαμέμνονας, ύστερα από πολιτικούς δισταγμούς, συγκατανεύει. Ο βάρβαρος Θρακιώτης έρχεται σε λίγο με τους δυο μικρούς του γιους, παρασύρεται μέσα στη σκηνή της Εκάβης, όπου αυτή και οι συναιχμάλωτες Τρωαδίτισσες τον τυφλώνουν, σκοτώνοντας και τα παιδιά του. Στις γοερές κραυγές του φτάνει ο Αγαμέμνονας και παρίσταται ως κριτής στη διαμάχη των δύο. Έχουμε πάλι αγώνα λόγων ανάμεσα στην Εκάβη και το βάρβαρο βασιλιά. Ο Αγαμέμνονας κρίνει πως η Εκάβη έπραξε δίκαια. Ο Πολυμήστορας, με προφητική έκσταση, προμαντεύει το φόνο της Κασσάνδρας και του Ατρείδη και τη μεταμόρφωση της Εκάβης σε φριχτή σκύλα. Η τραγωδία τελειώνει με την ετοιμασία των Ελλήνων να ξεκινήσουν, αφού άρχισε να φυσάει ούριος άνεμος.

Τάσος Ρούσσος     

ΕΛΕΝΗ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΟ ΑΛΤΑΜΟΥΡΑ, ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ...ΙΣΩΣ ΣΑΝ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 9:18 μ.μ.

0


Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα
(αυτοπροσωπογραφία, τμήμα του έργου)
*


 Ιωάννης Αλταμούρας
(Το λιμάνι της Κοπεγχάγης, 1874, 
Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου).
*


 Φραντσέσκο Σαβέριο Αλταμούρα
(αυτοπροσωπογραφία)



Η Ελένη Μπούκουρα ή Μπούκουρη-Αλταμούρα υπήρξε κορυφαία ζωγράφος του 19ου αιώνα, της οποίας η ζωή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μυθιστορηματική, περιπετειώδης και, συνάμα, τραγική. Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1821. Ήταν κόρη του Ιωάννη Γ. Μπούκουρη, τολμηρού θαλασσοπόρου και γενναιόδωρου πατριώτη, και της Μαρίας. Ο πατέρας της υπήρξε πολύτιμος αρωγός στις προσπάθειές της, καθώς ήταν ευαίσθητος άνθρωπος, με καλλιτεχνικές ευαισθησίες, ευρύτητα και ανεξαρτησία πνεύματος.
Εκείνος ήταν που προσέλαβε το Raffaelo Ceccoli, ο οποίος βρισκόταν από το 1843 στην Αθήνα, για να κάνει μαθήματα ζωγραφικής στην Ελένη. Η διδασκαλία του Ceccoli, αν και συστηματική, δεν άφηνε αρκετά περιθώρια προσωπικής έκφρασης και δημιουργίας, εξαιτίας του ακαδημαϊκού προσανατολισμού της. Η καλλιτέχνις, που επιθυμούσε διακαώς να πραγματοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το όνειρό της, αποφάσισε, με τη συγκατάθεση του πατέρα της, να σπουδάσει ζωγραφική στην Ιταλία. Η δύναμη της θέλησής της έγινε ακόμη περισσότερο εμφανής όταν, προκειμένου να ξεπεράσει το σοβαρό εμπόδιο που έθεταν οι Ακαδημίες Τέχνης της Ιταλίας απαγορεύοντας τη φοίτηση στις γυναίκες, δε δίστασε να μεταμφιεστεί σε νεαρό σπουδαστή με το όνομα Χρυσίνης Μπούκουρης. Η απόφαση αυτή της έδωσε τη δυνατότητα να φοιτήσει στην Καλλιτεχνική Ακαδημία της Ρώμης, ειδικότερα στις τάξεις του γυμνού και της ανατομίας. Ανάλογες συνθήκες βέβαια επικρατούσαν και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου πολλές γυναίκες έπαιρναν ανδρικό ψευδώνυμο για να προβάλλουν τα έργα τους, όπως η δούκισσα Castiglionecello.
Με αυτή τη μεταμφίεση έζησε πάνω από τέσσερα χρόνια , διάστημα κατά το οποίο είχε την ευκαιρία να ταξιδέψει σε διάφορες περιοχές της Ιταλίας, όπου κρατούσε με συνέπεια σχεδιαστικές σημειώσεις. Τα σχέδια αυτά συγκεντρώθηκαν από την ίδια σε λευκώματα, όπως αυτό που επέγραφε "Studi fatti a Perugia e da Assisi", μέσα στο οποίο περιέχονταν αντιγραφές από τα έργα του Giotto, του Perugino, του AndreadelSarto και άλλων, αλλά και αρχιτεκτονικά σχέδια, σχέδια αγγείων και νομισμάτων. Μετά τη Ρώμη, η Μπούκουρα φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Νάπολης. Εκεί, ανάμεσα σε αυτήν και τον καθηγητή της Saverio Altamura αναπτύχθηκε μια θερμή φιλία, η οποία μετά την αποκάλυψη της ταυτότητάς της, μετατράπηκε σε έρωτα και, τελικώς, σε γάμο, το 1852. Με τον Altamura απέκτησε τρία παιδιά, τον Ιωάννη (1852-1878), μετέπειτα περίφημο θαλασσογράφο, τη Σοφία (1854) και τον Αλέξανδρο(1855). Δυστυχώς, το 1857 ο σύζυγός της την εγκατέλειψε κι έφυγε με την ερωμένη του, την Αγγλίδα φίλη της ζωγράφο Τζέιν Χέυ, παίρνοντας μαζί του το μικρότερο γιο τους. Η Ελένη επέστρεψε τότε στην Ελλάδα με τα άλλα δύο παιδιά της, τον Ιωάννη και τη Σοφία.
Εγκαταστάθηκε αμέσως στην Πλάκα, όπου άσκησε επαγγελματικά πια τη ζωγραφική και έγινε δεκτή από την ανώτερη κοινωνία της Αθήνας. Το 1859 και το 1870 εξελέγη, μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα, μέλος της επιτροπής των Ολυμπίων και μέλος της εξεταστικής επιτροπής του Καλλιτεχνικού Τμήματος του Πολυτεχνείου με τους Αλέξανδρο Ραγκαβή, Γεώργιο Μαργαρίτη, Ερνέστο Τσίλλερ και Γεράσιμο Μαυρογιάννη. Κατά το διάστημα 1863-1865, δίδαξε, επίσης, ζωγραφική στις εξωτερικές μαθήτριες του Αρσακείου, ενώ ο κύκλος των μαθητριών της είχε αρκετά διευρυνθεί περιλαμβάνοντας και τη νεαρή βασίλισσα Όλγα. Οικονομικά ανεξάρτητη, ασκώντας την τέχνη της ως επάγγελμα και απολαμβάνοντας τη γενική εκτίμηση, η Ελένη Αλταμούρα έζησε επί είκοσι χρόνια μια ζωή που ελάχιστες γυναίκες της εποχής της είχαν τη δυνατότητα να γνωρίσουν. Οι πίνακές της πωλούνταν έναντι σεβαστού ποσού και συνεργαζόταν με γνωστούς ζωγράφους της εποχής.
Παράλληλα με την επαγγελματική της επιτυχία, η Μπούκουρα ήταν μία αφοσιωμένη μητέρα που παρακολουθούσε με περηφάνεια τη σταδιοδρομία των παιδιών της. Ο γιος της Ιωάννης, μετά από σπουδές στο Σχολείο των Τεχνών και στην Ακαδημία της Κοπεγχάγης, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα (1874) παρουσιάζοντας εξαιρετικά δείγματα της τέχνης του, που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους που ασχολήθηκαν με τη θαλασσογραφία.
Οι όμορφες μέρες για την Ελένη είχαν αρχίσει εκείνο το διάστημα να τελειώνουν, καθώς το 1872 η κόρη της αρρώστησε από φυματίωση και, με την ελπίδα διαβίωσης σε πιο υγιές κλίμα, οι δύο γυναίκες μετακόμισαν στο πατρικό σπίτι των Σπετσών. Τελικά, η Σοφία πέθανε το 1874, σε ηλικία μόλις 20 ετών. Εκεί εγκαταστάθηκε λίγο μετά την επιστροφή του από την Κοπεγχάγη και ο Ιωάννης, όπου πέθανε και αυτός προσβεβλημένος από την ίδια αρρώστια, το 1878.
Η επίδραση των αλλεπάλληλων θανάτων των παιδιών της υπήρξε κυριολεκτικά συντριπτική για τη ζωή και το έργο της καλλιτέχνιδος. Η κορύφωση του δράματος συντελέστηκε, όταν σε μία τρομακτική έκρηξη της μητρικής οδύνης, έκαψε τα καλύτερά της έργα στην αυλή του σπιτιού της. Έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της σαν ερημίτης και η γενικά ιδιόρρυθμη συμπεριφορά της τροφοδοτούσε ποικίλα σχόλια στη μικρή κοινωνία του νησιού, η οποία συνοδευόταν με διάφορες σχετικές διηγήσεις.
Το 1890, η διευθύντρια της Εφημερίδος των Κυριών, Καλλιρρόη Παρρέν, διέκοψε την απομόνωσή της όταν την επισκέφθηκε για να της πάρει συνέντευξη και την πήρε για λίγες μέρες μαζί της στην Αθήνα. Πέθανε σχεδόν άγνωστη στις 19 Μαρτίου 1900 και κηδεύτηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Άννας των Σπετσών.
Η Ελένη Αλταμούρα υπήρξε, ίσως, η πρώτη γυναίκα της νεώτερης Ελλάδας που ξεπέρασε με τόλμη τις δυσκολίες ενός κατεστημένου και βρέθηκε αντιμέτωπη με τον «πόθο» της δημιουργίας. Η τραγική ζωή της έγινε το θέμα ενός μυθιστορήματος: «Ελένη ή ο κανένας» της Ρέας Γαλανάκη, Εκδόσεις Άγρα, 1998, κι ενός θεατρικού έργου: «Ελένη Αλταμούρα» του Κώστα Ασημακόπουλου, Εκδόσεις Δωδώνη, 2005.
Παρά τις λεπτομερείς βιογραφικές πληροφορίες για τη ζωγράφο, που διέσωσαν η Καλλιρόη Παρρέν και η Αθηνά Ταρσούλη, το ζωγραφικό της έργο παραμένει άγνωστο, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Ανάμεσα σε αυτές είναι η Απελπισία με το οποίο η ζωγράφος, με το όνομα Χρυσίνης Μπούκουρης, πήρε μέρος στο διαγωνισμό της σχολής που φοιτούσε στην Ιταλία. Αναφέρεται ότι για το συγκεκριμένο έργο της προτάθηκε υψηλή αμοιβή, εκείνη, όμως, προτίμησε να το στείλει στον πατέρα της με ιδιόχειρη αφιέρωση. Αν και πρόκειται για πρώιμη προσπάθεια, αποκαλύπτει ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία της καλλιτεχνικής προσωπικότητας και των αναζητήσεών της. Ο συμβολισμός της απελπισίας, δείγμα ρομαντικής διάθεσης, αποδίδεται με νεοκλασική αντίληψη. Η κλειστή, συσπειρωμένη σχεδόν γύρω από τον άξονά της φόρμα του γυναικείου σώματος και το στυλιζάρισμα των ανεμισμένων μαλλιών και των πτυχώσεων του χιτώνα, αποπνέουν μία ελεγχόμενη δραματικότητα και αποκαλύπτουν μία σειρά από συναισθηματικές καταστάσεις που κυμαίνονται ανάμεσα στην εγκαρτέρηση, τη θλίψη και τον τρόμο.
Στην ίδια περίοδο αποδίδεται και το έργο Αυτοπροσωπογραφία. Εικονίζεται η ίδια με σκούρο φόρεμα να ζωγραφίζει αφοσιωμένη μπροστά στο καβαλέτο. Χαρακτηριστική είναι η συγκρατημένη έκφραση, χωρίς ίχνος θεατρικής πόζας, καθώς και η λιτότητα στο σχέδιο.
Δυστυχώς, οι πληροφορίες που έχουμε για τα έργα που ακολούθησαν είναι εξαιρετικά ελάχιστες και, ως ένα βαθμό, έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα· ειδικότερα της περιόδου 1857-1874 κατά την οποία η καλλιτέχνις έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα. Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να υπογραμμίσουμε πως κινήθηκε στα πλαίσια των νεοκλασικών κατευθύνσεων που διδάχθηκε στην Ιταλία χρησιμοποιώντας, παράλληλα, το ρομαντικό στοιχείο στη σύλληψη των έργων, τα οποία, τελικώς, φέρουν έντονη τη σφραγίδα του προσωπικού της δράματος. 

Μαρία Μποϊλέ


"Χρυσίνης Μπούκουρης", Απελπισία

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ, ΚΛΑΣΙΚΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 9:52 μ.μ.

0



Ο Επίκουρος στέλνει στον Μενοικέα τον χαιρετισμό του!

[122] Δεν πρέπει κανείς ούτε όταν είναι νέος να διστάζει να φιλοσοφεί, ούτε πάλι σαν είναι γέροντας να βαριεστίζει και να μη φιλοσοφεί. Κανένας δεν είναι άγουρος ακόμη, και για κανέναν δεν είναι πια πολύ αργά να φροντίσει για την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει ότι δεν ήρθε ακόμη ο καιρός να φιλοσοφήσει ή ότι ο καιρός αυτός έχει περάσει πια, μοιάζει σ᾽ εκείνον ο οποίος λέει ότι δεν έχει έρθει ακόμη ο καιρός για την ευτυχία ή ότι δεν είναι πια καιρός γι᾽ αυτήν. Πρέπει, επομένως, και ο γέροντας να φιλοσοφεί και ο νέος: ο ένας για να μείνει, κι όταν γερνά, νέος χάρη στα όμορφα πράγματα, καθώς με χαρά θα ανατρέχει στα περασμένα, ο άλλος για να ᾽ναι και ως νέος συνάμα γέροντας, καθώς δεν θα τον κυριεύσει φόβος για τα μελλούμενα.1 Είναι λοιπόν ανάγκη να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευτυχία, αφού όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε τα πάντα, ενώ όταν αυτή λείπει κάνουμε τα πάντα για να την έχουμε.
[123] Τα πράγματα, που συνεχώς σου συνιστούσα, να τα πράττεις και να τα στοχάζεσαι ξεχωρίζοντάς τα ως θεμελιώδεις αρχές της ευτυχισμένης ζωής. Πρώτ᾽ απ᾽ όλα, πιστεύοντας ότι ο θεός είναι ον ζωντανό, αθάνατο και ευτυχισμένο, σύμφωνα με την παράσταση του θεού που έχει αποτυπωθεί στον νου των ανθρώπων, να μην αποδίδεις σ᾽ αυτόν τίποτε ξένο προς την αφθαρσία του, τίποτε αταίριαστο στη μακαριότητά του· απεναντίας, να πιστεύεις γι᾽ αυτόν οτιδήποτε είναι ικανό να διαφυλάξει τη μακαριότητά του, τη διαπλεγμένη με αθανασία. Οι θεοί υπάρχουν· πρόδηλη είναι η γνώση γι᾽ αυτούς. Ωστόσο δεν είναι, οι θεοί, όπως τους πιστεύει ο πολύς κόσμος· γιατί δεν υπάρχει λογική συνοχή σε όσα πρεσβεύει ο πολύς κόσμος γι᾽ αυτούς. Και ασεβής δεν είναι όποιος αρνείται τους θεούς των πολλών ανθρώπων αλλά όποιος [124] αποδίδει στους θεούς όσα οι πολλοί πιστεύουν γι᾽ αυτούς. Γιατί δεν είναι στέρεες παραστάσεις όσα οι πολλοί λένε για τους θεούς αλλά εικασίες δίχως αλήθεια -ότι δηλαδή οι μεγαλύτερες συμφορές και τα μεγαλύτερα ωφελήματα προέρχονται από τους θεούς. Γιατί οι άνθρωποι, εξοικειωμένοι πέρα για πέρα με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται μόνο τους όμοιούς τους, θεωρώντας ξένο ό,τι δεν είναι τέτοιας υφής.
Να συνηθίζεις στην ιδέα ότι ο θάνατος είναι για μας ένα τίποτα· γιατί κάθε καλό και κάθε κακό έγκειται στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αισθητό -και ο θάνατος είναι στέρηση της αίσθησης. Η επίγνωση, έτσι, ότι ο θάνατος είναι για μας ένα τίποτα μας κάνει ευχάριστη τη θνητή ζωή μας, όχι γιατί προσθέτει άπειρο χρόνο σ᾽ αυτήν αλλά [125] γιατί αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας. Γιατί τίποτε μέσα στη ζωή δεν είναι φοβερό για όποιον έχει στ᾽ αλήθεια κατανοήσει ότι τίποτε φοβερό δεν υπάρχει στο να μη ζει κανείς. Είναι ως εκ τούτου ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται τον θάνατο όχι επειδή θα υποφέρει σαν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή του είναι δυσάρεστη η ιδέα ότι πρόκειται νά ᾽ρθει ο θάνατος. Γιατί αδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ένα πράγμα που σαν το ᾽χουμε δίπλα μας δεν ενοχλεί. Το πιο φρικτό λοιπόν απ᾽ όλα τα άσχημα πράγματα, ο θάνατος, είναι για μας ένα τίποτε, ακριβώς γιατί όταν εμείς υπάρχουμε ο θάνατος δεν είναι κοντά μας, κι όταν πάλι έρθει ο θάνατος δίπλα μας, τότε πια δεν υπάρχουμε εμείς. Ούτε τους ζωντανούς λοιπόν αφορά ο θάνατος ούτε τους πεθαμένους, αφού για εκείνους δεν υπάρχει, ενώ αυτοί οι τελευταίοι δεν έχουν πια υπόσταση. Βέβαια, οι πολλοί από τη μια πασχίζουν να αποφύγουν τον θάνατο ως την πιο μεγάλη, κατ᾽ αυτούς, συμφορά, κι από την άλλη τον αναζητούν ως ανάπαυση από τα δεινοπαθήματα [126] της ζωής. Ωστόσο ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί ούτε αποτελεί γι᾽ αυτόν ενόχληση το ότι ζει ούτε πάλι νομίζει ότι είναι κακό να μη ζει κανείς. Κι όπως στο φαγητό δεν προτιμά με κανέναν τρόπο τη μεγαλύτερη ποσότητα αλλά το πιο εύγευστο, όμοια κι εδώ δεν απολαμβάνει τον διαρκέστερο χρόνο αλλά τον όσο το δυνατόν πιο ευχάριστο. Κι αυτός2 πάλι που προτρέπει τον νέο να ζει όμορφα και τον γέροντα να δώσει όμορφο τέλος στη ζωή του είναι ανόητος, όχι μόνο επειδή η ζωή είναι κάτι επιθυμητό αλλά και επειδή το να ζει κανείς όμορφα και να πεθαίνει όμορφα είναι ένα και το αυτό εγχείρημα. Πολύ χειρότερος όμως είναι αυτός που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθεί κανείς.
κι άμα γεννηθεί, γοργά
τις πύλες του Άδη να διαβεί.3
[127] Αν το λέει από πεποίθηση, γιατί δεν φεύγει από τη ζωή; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν αυτό αποτελεί εδραία πεποίθησή του. Αν πάλι το λέει έτσι στ᾽ αστεία, δείχνει ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν το σηκώνουν.
Κι ακόμη πρέπει να θυμόμαστε ότι το μέλλον δεν είναι εντελώς δικό μας αλλά ούτε κι εντελώς όχι δικό μας, ώστε μήτε να το προσμένουμε ως εντελώς βέβαιο μήτε πάλι να απελπιζόμαστε πως δεν πρόκειται νά ᾽ρθει ποτέ!
Ας αναλογιστούμε ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές κι άλλες χωρίς ουσία, και ότι από τις φυσικές επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες κι άλλες απλώς φυσικές· από τις αναγκαίες, τέλος, επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες για την ευδαιμονία, άλλες για την αποφυγή [128] σωματικών ενοχλήσεων, και άλλες για την ίδια τη ζωή. Η σωστή θεώρηση αυτών των πραγμάτων ξέρει να ανάγει καθετί που επιλέγουμε και καθετί που αποφεύγουμε στην υγεία του σώματος και την ηρεμία της ψυχής, αφούσε τούτο συνίσταται ο σκοπός της ευτυχισμένης ζωής. Για χάρη αυτού του στόχου κάνουμε ό,τι κάνουμε: για να μην αισθανόμαστε πόνο και να μη μας κυριεύει ο φόβος. Κι όταν κάποια στιγμή το κατορθώσουμε αυτό, αμέσως καταλαγιάζει όλη η θύελλα της ψυχής, αφού το ζωντανό πλάσμα δεν έχει πια ανάγκη να κατευθύνει τα βήματά του σε κάτι που του λείπει και να αναζητήσει κάτι με το οποίο θα ολοκληρώσει το καλό της ψυχής και του σώματος. Την ηδονή, βλέπεις, την χρειαζόμαστε όταν η στέρησή της μας προξενεί πόνο· όταν δεν αισθανόμαστε πόνο, δεν χρειαζόμαστε πια την ηδονή.

(μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)

ΑΙΣΩΠΟΣ, ΘΕΟΓΝΙΣ, ΣΟΦΟΚΛΗΣ, ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ, ΑΠΟΛΛΩΝΙΔΗΣ ΠΕΡΙ ΘΝΗΤΟΤΗΤΑΣ, ΚΛΑΣΙΚΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 5:44 μ.μ.

0


ΠΩΣ ΤΙΣ ΑΝΕΥ ΘΑΝΑΤΟΥ  ΣΕ ΦΥΓΟΙ ΒΙΕ ΜΥΡΙΑ ΓΑΡ ΣΕΥ
ΛΥΓΡΑ ΚΑΙ ΟΥΤΕ ΦΥΓΕΙΝ ΕΥΜΑΡΕΣ ΟΥΤΕ ΦΕΡΕΙΝ
ΗΔΕΑ ΜΕΝ ΓΑΡ ΣΟΥ ΤΑ ΦΥΣΕΙ ΚΑΛΑ ΓΑΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ
ΑΣΤΡΑ ΣΕΛΗΝΑΙΗΣ ΚΥΚΛΑ ΚΑΙ ΗΕΛΙΟΥ
ΤΑΛΛΑ ΔΕ ΠΑΝΤΑ ΦΟΒΟΙ ΤΕ ΚΑΙ ΑΛΓΕΑ ΚΗΝ ΤΙ ΠΑΘΗΙ ΤΙΣ
ΕΣΘΛΟΝ ΑΜΟΙΒΑΙΗΝ ΕΚΔΕΧΕΤΑΙ ΝΕΜΕΣΙΝ


Πώς κάποιος θα μπορούσε να ξεφύγει από σένα ζωή χωρίς θάνατο,
αφού είν' ατέλειωτες οι πίκρες που δίνεις και δύσκολα να τις
αποφύγεις μπορείς αλλά και να τις αντέξεις. Όμορφες είναι 
οι φυσικές ομορφάδες σου, η γη, η θάλασσα, τα άστρα, ο κύκλος
της Σελήνης και του Ήλιου. Τ' άλλα όμως όλα φόβοι και οδύνες
κι αν κάποιος καλοτυχίσει σε κάτι όμορφο, ακολουθεί ο πόνος
και θα το σβήσει. 

(Αίσωπος, Χ 123)

___

ΠΑΝΤΩΝ ΜΕΝ ΜΗ ΦΥΝΑΙ ΕΠΙΧΘΟΝΙΟΙΣΙΝ ΑΡΙΣΤΟΝ
ΜΗΔ' ΕΣΟΡΑΝ ΑΥΓΑΣ ΟΞΕΟΣ ΗΛΙΟΥ
ΦΥΝΤΑ Δ' ΟΠΩΣ ΩΚΙΣΤΑ ΠΥΛΑΣ ΑΪΔΑΟ ΠΕΡΗΣΑΙ.

Το λαμπερό του ήλιου το φως είν' το καλύτερο
για τους θνητούς να μη το ιδούν, μ' αν κάποιος  τύχει 
και γεννηθεί, το ταχύτερο να περάσει
τις πύλες του Άδη.   

(Θέογνις, Ελεγειών Α 425-428)

 ___

Παρόμοια είναι και η άποψη του Σοφοκλή στον "Οιδίποδα επί Κολωνώ", στ. 1225-1227:

ΜΗ ΦΥΝΑΙ  ΤΟΝ ΑΠΑΝΤΑ ΝΙΚΑ ΛΟΓΟΝ ΤΟ Δ' ΕΠΕΙ ΦΑΝΗΙ
ΒΗΝΑΙ ΚΕΙΘΕΝ ΟΘΕΝ ΠΕΡ ΗΚΕΙ
ΠΟΛΥ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΩΣ ΤΑΧΙΣΤΑ

Ο πιο δυνατός λόγος είναι να μη γεννηθείς 
ποτέ. Μ' αν φανείς στη ζωή να διαβείς μετά
εκεί απ' όπου ήλθες το συντομότερο.

 Κι ο Ευριπίδης (στον Κλήμη τον Αλεξανδρέα, "Στρωματείς" 3.3) λέει πως θα 'πρεπε να θρηνούμε αυτόν που γεννιέται για όσες δυστυχίες θα βρει, ενώ αυτόν που πεθαίνει "και πόνων πεπαυμένον" θα 'πρεπε χαίροντας να τον καλοτυχίζουμε την ώρα της εκφοράς.  

...ενώ στον "Εύδημο" ή "Περί ψυχής" του Αριστοτέλη  εκφράζονται παρεμφερείς απόψεις.


Ας απαλύνουμε όμως την εντύπωση:

- Ένδοξος ο Ιωάννης.  - Αλλά θνητός.
- Αυτοκράτειρας γαμπρός. - Όμως θνητός.
- Της γενιάς του Αναστασίου το λουλούδι. - Κι αυτός θνητός.
- Δίκαιος όσο ζούσε. - Να μη το λες θνητό αυτό. Οι αρετές 
είναι δυνατότερες απ' το θάνατο .

(Ιουλιανός από υπάρχων, VII 590)

___

Καθεύδεις φίλε. Μ' αυτό το κύπελο σου φωνάζει.
Ξύπνα και μη ικανοποιείσαι μελετώντας το θάνατο.
Μη φείδεσαι Διόδωρε. Λάβρος βυθίσου μέσα στο Βάκχο
μέχρι να λυθούν τα γόνατά σου. Θα 'ρθει καιρός ατέλειωτος
που δεν θα πίνουμε. Μα έλα, βιάσου τώρα. Οι κρόταφοι άρχισαν 
να βάφονται από τη φρονιμάδα.

(Απολλωνίδης, XI 25)


__

μετάφραση, Γιώργος Τσακιράκης Κρης





 

CLAUDIO MONTEVERDI, L' ORFEO, Μ' ΕΝΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ, ΜΟΥΣΙΚΗ Ή ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 1:14 μ.μ.

0



Είναι πασιφανές ότι η ελληνική μυθολογία έχει τροφοδοτήσει άπειρες φορές όλες τις μορφές τέχνης στο πέρασμα των αιώνων. Μερικοί μύθοι όμως έχουν μια ξεχωριστή απήχηση στον μουσικό χώρο και καταφέρνουν με διάφορες παραλλαγές να προκαλούν το ενδιαφέρον των φίλων της μουσικής που ανήκουν σε εντελώς διαφορετικό χώρο. Ο μύθος του Ορφέα και της Ευρυδίκης είναι σίγουρα ένας από αυτούς, αφού τον συναντάμε στον χώρο της όπερας, στο σύγχρονο ροκ, στην ελληνική μουσική και σε αρκετά ακόμα μουσικά είδη. Η απήχηση που έχει βέβαια ο μύθος του Ορφέα στη μουσική κρίνεται απόλυτα φυσιολογική αν λάβουμε υπ' όψιν ότι ο Πίνδαρος (522-442 π.Χ.) αναφέρεται σ' αυτόν ως «ο πατέρας των τραγουδιών». Ο Ορφέας ήταν η κύρια εκπροσώπηση της τραγουδιστικής τέχνης και της λύρας, της οποίας θεωρείται και ο εφευρέτης ή αυτός που την τελειοποίησε. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ορφέας γεννήθηκε στο χωριό Πιμπλεία, δίπλα στον Ολυμπο, και ήταν βασιλιάς των Κικόνων, μητέρα του ήταν η μούσα Καλλιόπη. Ο μυθογράφος Κόνων γράφει ότι ήταν και Βασιλιάς των Μακεδόνων. Παράλληλα, από τον 6ο αιώνα π.Χ., ο Ορφέας θεωρήθηκε ένας από τους βασικούς ποιητές και μουσικούς της αρχαιότητας. Με τη δύναμη της μουσικής και των τραγουδιών του μπορούσε να γοητεύσει τα άγρια ζώα, να διεγείρει τα δένδρα και τους βράχους σε χορό, ακόμα και να σταματάει τη ροή των ποταμών. Το όνομά του δεν απαντά στον Ομηρο και τον Ησίοδο, γι' αυτό ο Αριστοτέλης αμφισβητούσε την ύπαρξή του. Η νύμφη με το όνομα Ευρυδίκη ήταν σύζυγος του Ορφέα. Σύμφωνα με τον μύθο, ενώ δραπέτευσε από τον Αρισταίο, δαγκώθηκε από ένα ερπετό και πέθανε. Αλλόφρων, ο Ορφέας έπαιξε τόσο λυπητερά τραγούδια και τραγούδησε τόσο θρηνητικά, ώστε όλοι οι θεοί και οι νύμφες δάκρυσαν και τον συμβούλευσαν. Ο Ορφέας κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο και με τη μουσική του απάλυνε την καρδιά του Αδη και της Περσεφόνης -ήταν ο μόνος που τα κατάφερε ποτέ-, οι οποίοι συμφώνησαν να επιτρέψουν στην Ευρυδίκη να επιστρέψει μαζί του στη γη. Αλλά η συμφωνία που συνόδευε την απόφαση ήταν πως έπρεπε να περπατά μπροστά από αυτή και να μην κοιτάξει πίσω μέχρι να φτάσει στον πάνω κόσμο. Μέσα στην αγωνία του αθέτησε την υπόσχεση και η Ευρυδίκη εξαφανίστηκε πάλι από τη θέασή του. Αρκετοί αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Πλάτωνας, ο Αισχύλος, ο Οβίδιος και ο Βιργίλιος, ασχολήθηκαν με την επίσκεψη του Ορφέα στον Κάτω Κόσμο δίνοντας διάφορες εκδοχές. Φαίνεται ότι στους κλασικούς χρόνους υπήρχε κι άλλη εκδοχή του μύθου, όπου ο Ορφέας πετυχαίνει να πάρει τη γυναίκα του από τον Άδη. Ο Ευριπίδης, στην τραγωδία του Άλκηστη, αναφέρει ότι ο Ορφέας νίκησε το θάνατο: Αν είχα τη φωνή και το τραγούδι του Ορφέα για να μπορώ να γοητεύσω την Περσεφόνη και τον Άδη και να σε κλέψω απ' την κόλαση, θα κατέβαινα, και ούτε σκύλος του Άδη ούτε ο Χάρος πάνω στο κουπί του θα μπορούσαν να με σταματήσουν. Θα σ' έφερνα ζωντανή στο φως. (Άλκηστη, στ. 357-362) Σύμφωνα με τον Πλάτωνα οι καταχθόνιοι θεοί δεν έδωσαν στον Ορφέα την ίδια την Ευρυδίκη αλλά τον ίσκιο της. Από το μύθο στη σύγχρονη τέχνη........ Το έργο του Claudio Monteverdi, L' Orfeo, με Λιμπρέτο του Alessandro Striggio, βασίζεται και αυτό στον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης και είναι από τα πρώτα που χαρακτηρίζονται σαν όπερα. Παίχτηκε για πρώτη φορά το 1608 στο ετήσιο Καρναβάλι στην πόλη της Μάντοβα. Ο Ορφέας και η Ευρυδίκη, νιόπαντροι, εμφανίζονται σε ένα ειδυλλιακό τοπίο με νύμφες και βοσκούς. Μετά το θάνατο της Ευρυδίκης, που τον αφηγείται σπαρακτικά ο αγγελιοφόρος, ο Ορφέας περιπλανιέται στον Κάτω Κόσμο με στόχο να οδηγήσει την αγαπημένη του στον Πάνω Κόσμο. Εξαιτίας του έρωτα του παραβιάζει την εντολή να μη γυρίσει να δει την Ευρυδίκη κατά την επιστροφή τους. Η αγαπημένη του καταδικάζεται έτσι να παραμείνει στον Αδη. Οι πρώιμες όπερες όμως έτειναν να αντικαθιστούν το τραγικό τέλος με αίσιο τέλος και ο Ορφέας δεν αποτελεί εξαίρεση: ο Απόλλων εμφανίζεται ως από μηχανής θεός και οδηγεί τον Ορφέα στον Παράδεισο, όπου θα ενωθεί για πάντα με την Ευρυδίκη. Οι βοσκοί θα πανηγυρίσουν την αποθέωση του Ορφέα με ένα χορό.

Γιώργος Βιδάκης


_________________

σημείωση: Τα πνευματικά δικαιώματα δεν ανήκουν στο ιστολόγιο ή στον δημιουργό του αλλά στον δημιουργό του video και στον συγγραφέα. Δεν επιδιώκεται κανένα κέρδος από την προβολή, η οποία γίνεται μόνο για λόγους ικανοποίησης από την Τέχνη και προβολής του Πολιτισμού.

Γιώργος Τσακιράκης Κρης

ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ "ΕΝΔΥΜΑ" ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΜΑ...ΣΠΑΝΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 9:43 μ.μ.

0


Άλαν Μπολντ

Στην εργατική τάξη τα πρόσωπα είναι «κακομούτσουνα»,
μουντά χαρακτηριστικά, μύτες που δεν βγήκαν από τον Βαν Ντάικ·
Τίποτα το κομψό, λείπουν τα ρόδα της Αγγλίας,
κι ελάχιστα θα βρει να τους παινέσει κανείς, όπως
λεπτότητα χαρακτήρος, καθόλου δεν έχουν,
ούτε εντιμότητα άσπιλη – δεν θ’ άξιζε τον κόπο.
Ακόμα κι ο χρωματισμός τους είναι ελλιπής, ο ήλιος
δεν έφτανε να αναπληρώσει την απαίσια
ποιότητα της διατροφής τους. Γι’ αυτό σας λέω:
Λιγάκι Νίτσε δε θα ’τανε καθόλου, μα καθόλου κακό.

____


Νόρμαν Κάμερον

Λοιπόν, αφού σε βλέπω  είσαι από άλλη γειτονιά,
θα σου εξηγήσω πώς τη βγάζω καθαρή από δουλειά.
Στα χημικά εργαστήρια μέσα και τα σχεδιαστήρια
κάνω προσποίηση φορώντας φόρμα μπλε,
δήθεν σταλμένος για δουλειά απ’ το εργοστάσιο.
Οι εργάτες, απ’ την άλλη, για κάποιον των γραφείων με περνάνε.
Τους ενδιάμεσους με τρόπο αφήνω να πιστεύουν
πως κάπως τ’ αφεντικού τις πλάτες έχω.
Κι έτσι, ανάμεσα σε κατσαβίδι και κοντυλοφόρο,
κανείς χαμπάρι δεν μπορεί να πάρει
πως ούτε το ’να ούτε τ’ άλλο πιάνω
κι ότι μισθό τσιμπάω και για τα δυο.

____


Βάσελ Λίντσαϋ

Τα τζάμια των εργοστασίων είναι πάντα σπασμένα.
Όλο και κάποιος πετάει ένα τούβλο,
όλο και κάποιος σηκώνει σκόνη
κάνοντας άσχημα χοντρά αστεία.

Τα τζάμια των εργοστασίων είναι πάντα σπασμένα.
Ενώ τ’ άλλα τζάμια τ’ αφήνουν.
Κανείς δεν σημαδεύει της εκκλησίας τα παράθυρα
με την πικρή, αγριεμένη, κοροϊδευτική του πέτρα.

Τα τζάμια των εργοστασίων είναι πάντα σπασμένα.
Σίγουρα κάτι δεν πάει καλά.
Κάτι είναι σάπιο, νομίζω, στη Δανία.
Τέλος του τραγουδιού για τα τζάμια των εργοστασίων.

____


Μπέρτολντ Μπρεχτ

Μετά την εξέγερση της 17ης Ιουνίου
ο Γραμματέας της Ένωσης Συγγραφέων
έστειλε να μοιράσουν προκηρύξεις στη Λεωφόρο Στάλιν
που έλεγαν πως ο λαός
στάθηκε ανάξιος της εμπιστοσύνης της κυβέρνησης
και ότι μπορούσε να την ξανακερδίσει μόνο
δουλεύοντας διπλά. Μα στην περίπτωση αυτή
δε θα ’ταν άραγε απλούστερο αν η κυβέρνηση
διέλυε το λαό κι
εξέλεγε έναν άλλον;