Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 11:40 π.μ.

0

Αυτός ο τόπος ποιητικού Πολιτισμού και ευαισθησίας δεν έχει περιφράξεις για κανέναν.
___________________________________________

Η (εικοστή πέμπτη) ανανέωση ύλης της ιστοσελίδας ολοκληρώθηκε. Η επόμενη ανανέωση θα γίνει στις 30 Γενάρη 2017.
  
Το συνολικό περιεχόμενο υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα που, στο σύνολό τους, ανήκουν στους δημιουργούς, και έχουν κατοχυρωθεί σύμφωνα με την Ελληνική και Διεθνή νομοθεσία, καθώς και με την κατάθεση σε Ελληνικούς και Διεθνείς Οργανισμούς.

Οι καταχωρήσεις ήταν και θα παραμείνουν πάντοτε απολύτως αφιλοκερδείς.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, ΑΠΟ ΤΟΝ "ΟΔΥΣΣΕΑ" / ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ, ΓΥΜΝΑ ΣΩΜΑΤΑ / ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΑΚΗΣ ΚΡΗΣ, ΟΡΚΟΙ ΝΕΡΟΥ ΒΑΘΕΟΣ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΧΩΝ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 11:28 π.μ.

0

Νίκος Καζαντζάκης

Από τον «Οδυσσέα»

… Δυο μήνες πάνε πια στης πλούσιας Πύλος
τ’ αμμουδερά ακρογιάλια που περνούσα∙
νοτιάς φυσούσε, ξέσπασεν η μπόρα
κι από τα μαύρα νέφελα χυνόταν
βαρειά νεροποντή – κι ολούθε ο μέγας
μας τρογυρνούσε κεραυνός του Δία…
Στο φως μιας αστραπής βιγλίζω αναπάντεχα
στη μέση του πελάγου το Δυσσέα
γαλήνιος να κρατάη σφιχτά το δοιάκι,
κατάματα στυλώνοντας τη μπόρα!
«- Δυσσέα!, του κράζω, «πας για την πατρίδα;..
πια μες στης θεάς την κλίνη δε χωρούσες;»
Μ’ αυτός, με το τιμόνι στην παλάμη
και τ’ αρμυρά δαγκάνοντας μουστάκια,
τήραε μπροστά, σκυφτός, και δεν εστράφη.

***

Νίκος Καλλέργης

Τα γυμνά σώματα

XIV

Προσευχήθηκα εις την θεότητα,
την ανύπαρκτον,
και εζήτησα εις την τελείωσιν
την γραμμήν του πάθους
και την έξαρσιν
από της εξαϋλώσεως
εις την διάρκειαν.
Αλλ’ ανύπαρκτος η διάρκεια
και αθέατος∙
και η πίστις: ο ατέλευτος κύκλος
χωρίς την απάντησιν…



 XXXXI

Δεν είχεν ανθίσει ο μικρός κλώνος
και τον ερωτεύθην!
Έτσι, ως γυμνόν μικρόν ξύλον!..
Επί πόσον παρέμεινα αθέατος
εραστής του;
Και η ωριμότης έφθασε
και εγέμισεν άνθη
ο γυμνός κλώνος –
κλήσις δια την αιωνιότητα.

***

Γιώργος Τσακιράκης Κρης

Όρκοι νερού βαθέος

          (σε μια γυναίκα που ανα-βίωνε μόνη)

Αισθανόταν υπέροχα μόνη
χαμογελώντας το «αμήν» και το
«αλληλούια» με μονόλογες παραισθήσεις,
μέσα σε καταιγισμό προσωπικών θαυμάτων.

Και ζούσε από καιρό στα μονοπάτια
που διέρχονται οι απόντες, με το λευκό της
επίγειο λησμονημένο,
αντεπιστέλλουσα σύζυγος ενός θεού
με ανεπίδοτες απαντήσεις και ερωτήματα.

Ήταν αθώα η αλήθεια ή η πεπεισμένη της
παραπλάνηση, που μέσα της υποσχόταν
και αναζητούσε ατέλειωτες αναβαπτίσεις
στις όχθες μακρινών ποταμών, με
όρκους νερού βαθέος.

Μια Ελένη της αφοσίωσης σε διαλόγους μοίρας
με την αμφιδρομία της σωτηρίας και της
απώλειας στο σταυροδρόμι δυο (κι ενός ακόμα
αμνημόνευτου) ποιητών και του ξεγελασμένου
αιώνιου.

Με πλήθος παλαιών χιτώνων ωραία,
οδηγούσε ακέραιη την ολόκορμη σκυφτή της
υπερηφάνεια, εξακοντίζοντας ρομφαίες
για μικροάγγελους και μικροδαίμονες
σε διχασμένα πλέγματα ουράνιων ορίων.

Ελένη των τεσσάρων κοινών μας ανέμων,
στους ιερωμένους σου κήπους υπάρχουν τουλάχιστο
κέρινα αλωνάκια τίμια αγωνιζόμενων
αλλά μονόκοσμων στοχασμών, με τα
μειδιώντα σου βήματα μετέωρα μπρος
στις παρυφές των ίσως ανερχόμενων λόφων.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 11:21 π.μ.

0


Γεώργιος Σουρής, 1853, Ερμούπολη Σύρου-1919, Αθήνα

Άρτι μεν έπαυσα φοιτών...

...Άρτι μεν έπαυσα φοιτών εις τα διδασκαλεία,
και πούλησα τα λεξικά και τ' άλλα μου βιβλία ,
και φόρτωσα τα γράμματα στον πετεινό απάνω 
σκεπτόμενος νυχθημερόν τι δαίμονα να κάνω.

Κ' ενώ το μέλλον έβλεπα εμπρός μου μελανόν,
εφάνησαν στον ύπνον μου δυο άνδρες σκεπτικοί,
καθώς εφάνησαν ποτέ εις τον Λουκιανόν
η των Γραμμάτων άνασσα κ' η Ερμογλυφική.

Ο εις εκ τούτων έλεγε πως είναι ο Απόλλων,
ο της Ποιήσεως πατήρ - με βλέμ' ακτινοβόλον! -
ο δ' άλλος ήτον ο Ερμής, μ' εμπορικά τεφτέρια,
με πήχες, μέτρα και σταθμά, και ρόζους εις τα χέρια!

Λοιπόν, με παίρνει ο Ερμής με τρόπο κατά μέρος
"κ' έλα να γίνης έμπορος" μου λέγει ιδιαιτέρως
κι αφού μου είπε αρκετά, με τον γνωστόν του δόλον,
με πιάνει από το γιακά ο κύριος Απόλλων
και ποιητής να βαπτισθώ κρυφίως με προτρέπει,
"γιατί να γίνω έμπορος καθόλου δεν μου πρέπει!"

Ταύτα ειπόντες έφυγαν κ' οι δύο με ορμήν -
κι αμέσως με πυρέσσουσαν ηγέρθην φαντασίαν
αλλ' όμως απεφάσισα ν' ακούσω τον Ερμήν,
και ως εκ τούτου έφυγα και πήγα εις Ρωσίαν!
(Το τι ετράβηξα εκεί στης ξενιτειάς τον δρόμο
το περιγράφω εκτενώς στον πρώτον μου τον τόμον...)

Επανελθών στην πάτριον αμέσως ενθυμήθην
πως είχε μέγα δίκαιον ο κύριος Απόλλων
και τότε το εμπόριον παρέδωσα εις λήθην
και προς τα Μούσας έστρεψα τον έρωτά μου όλον!

Μακράν της τύρβης των πολλών, μακράν των επιγείων,
ερρέμβαζα εις τους αγρούς και εις τας ερημίας,
το πρώτον μου δε ποίημα υπήρξεν ελεγείον
εις άνδρα βελτιώσαντα τα της Αστυνομίας!
Κι αυτό εν μέσω φίλων του κι ολίγων συγγενών του
ο ίδιος το απήγγειλα εις το μνημόσυνόν του,
μ' ένα σακκάκι μπλε-μαρέν και άσπρο παντελόνι -
και ο ιδών το μαρτυρεί και σας το βεβαιώνει.

Κατόπιν τούτου έγραψα και άλλα ελεγεία -
και πάντοτε ανάπαυσις, ραχάτι και αργία!
Όταν κανείς τα τίναζε, το είχα για χαρά μου,
και όλο έψαχνα να βρω κανένα κελεπούρι -
και ο Ερμής, ερχόμενος συχνά στα όνειρά μου,
μου έδινε φτυσίματα και φάσκελα στη μούρη!

*

 Θρίαμβος του Δον Ζουάν (αποσπάσματα)

Β'

Ο Δον Ζουάν βαρέθηκε της Ριαρώ τα χάδια
και δεν εφαίνετο ζεστός καθώς τα πρώτα βράδια.
Ο άνδρας της την άφηνε στο σπίτι νοικοκύρη,
χωρίς ποτέ να του ελθεί το γούστο να τον δείρει,
κι εκείνος εμπαινόβγαινε με σηκωμένη μύτη,
που νόμιζες πως έμπαινε μες το δικό του σπίτι.
Δι' ότι κι αν συνέβαινε αυτός αδιαφόρει
και του συζύγου κάποτε τα νυχτικά εφόρει,
και ολοένα χωρατά και ολοένα γλέντι,
κι οι δούλοι  τον εγνώριζαν για τον σωστό αφέντη.

Οπόταν ένας σύζυγος τα πάντα επιτρέπει
όταν σφαλά τα μάτια του και κάνει πως δεν βλέπει,
οπόταν με τον εραστήν συζεί ως ένας φίλος,
μαραίνεται ογρήγορα του εραστού ο ζήλος,
διότι έρως εύκολος και άνευ δυσκολίας
δεν έχει γόητρα ποσώς, δεν έχει ποικιλίας
κι ο Δον Ζουάν δεν ήθελε πεζότητα τοιαύτην,
αλλ' ούτε ήρμοζε ζωή τοσαύτης νηνεμίας
εις ύπαρξιν πολυπαθή κι εις ποντοπόρον ναύτην,
ιδόντα τόσους κλύδωνας και τόσας τρικυμίας.
Δεν ήθελε αντίζηλον να έχει τέτοιον μπούφο,
που να φορεί τη ρόμπα του και της νυχτός τον σκούφο,
εκείνος δε να κάθεται και να τον καμαρώνει
χωρίς ποτέ την όψιν του θυμός να πορφυρώνει.
Ήθελε σύζυγον κακόν ζηλότυπον, οργίλον,
ψυχρόν προς πάσαν έκφρασιν ειλικρινούς φιλίας,
με όπλον εις τας χείρας του, με σπάθην ή με ξύλον,
καθώς και τον Δον Άλφονσον της Δόνας Ιουλίας.

Κι εκείνος να τον απατά κι αυτός να τ'αγνοεί,
οπόταν δε το βήμα του από μακράν αντήχει,
του Δον Ζουάν να πιάνεται αμέσως η πνοή
και να τρυπώνει έντρομος εις όποιο μέρος τύχει,
να φεύγει δε ημίγυμνος εις τάφρους και εις φράχτας
και τοίχους να πηδά ψηλούς καθώς και καταρράκτας,
κι οπίσω του ο σύζυγος να τρέχει μ' ορυγμόν,
ν' ακούει τρίξιμο σπαθιού και σφαίρας συριγμόν,
να είναι σύζυγος σωστός και όχι κουκουβάγια, 
να σου πληγώνει κάποτε τα πισινά με σκάγια,
και ν' ανταλλάσει μετ' αυτού ο Δον Ζουάν σπαθιές,
ή μερικούς πιστολισμούς, ή κάμποσες γροθιές, 
προς χάριν της φιλτάτης του, προς χάριν της κυρίας,
ως ήρως τις ρωμαντικός αρχαίας ιστορίας.

..............................................................
μα πάντα εγνωρίζετο για την κακή του τύχη
με τας κυρίας αγαθών και μαλακών συζύγων
και μ' όποιαν και αν έμπλεξε και όπου κι αν εμβήκε,
συζύγους ως τον σύζυγον της Ριαρώ ευρήκε.

..............................................................
ήτο γυναίκα κι η Μαριώ, κι αυτό θαρρώ του φθάνει.
Η δε κουζίνα κι εις αυτόν θερμώς αντεπεκρίθη
κι επάνω εις το στήθος του πολλάκις εκοιμήθη,
διότι την κυρίαν της καθ' όλα εμιμείτο
και πάντοτ' ευπροσήγορος στους καβαλιέρους ήτο.

Αλλά ενώ τηγάνιζεν η Μάρω ένα βράδι
για το τραπέζι της κυράς σηκώτια με το λάδι
και όπισθέν της ίπταντο του Δον Ζουάν οι πόθοι,
ιδού! ηκούσθη πάτημα βαρύ του πυροσβέστου,
και η Μαριώ τα έχασε κι ευθύς απελιθώθη,
ως να επλήγη έξαφνα με κεραυνόν Ηφαίστου.

Αλλάζει χίλια χρώματα, κραυγήν εκβάλλει φρίκης,
κι ο πυροσβέστης ανασπά το ξίφος εκ της θήκης
και κυνηγά τον Δον Ζουάν με το σπαθί στο χέρι
καθώς και ο Δον Άλφονσος της Δόνας Ιουλίας,
κι εκείνος χάνεται, πετά και φεύγει σαν ξεφτέρι,
ακούων πίσω του κι εμπρός δαιμόνων συναυλίας.
........................................................................

Ο Δον Ζουάν ησύχασε ολίγον από τότε,
δεν τ' άρεσε να ρίχνεται και εις τα δουλικά,
διότ' οι ερωμένοι των, εάν και στρατιώται,
δεν ήσαν υποκείμενα πολύ ευγενικά.
Και κίνδυνον ο Δον Ζουάν διέτρεχε σπουδαίον
από κανέναν εραστήν στη μέση να κοπεί,
και τούτο του εφαίνετο αγροίκον και χυδαίον,
κι αν ούτω πως εκόπτετο, θα ήτον εντροπή.

*

Ο Φασουλής φιλόσοφος (αποσπάσματα)

μέρος πρώτον

Ιδού λοιπόν ο Φασουλής, που οίστρους κατεβάζει,
καθώς ο Βούδας των Ινδών υπό συκήν ρεμβάζει,
και τον καφέ τον θεριακλή της Υεμένης πίνων,
φιλοσοφεί ακάματος επί των ανθρωπίνων.

..........................................................

4

Βρε Φασουλή καημένε δεν κάθεσαι στ' αυγά σου,
τους ψωροφιλοσόφους  στον διάβολο δεν στέλλεις;
Δεν σε αρκεί να χάσκεις στη ράχη του Πηγάσου,
μα και φιλοσοφίες αρχίζεις να μου θέλεις;

Όπως κι αν διεπλάσθη το Σύμπαν τι σε μέλλει;
Κι αν εξ αυτής παρήχθη της μάζης ή εκείνης,
κι αν ήτο πρώτα χάος ή μια φωτονεφέλη,
εσύ μπορείς με τούτο καλλίτερος να γίνεις;

...........................................................

Θαρρείς το άτομόν σου δεν θάναι όπως είναι,
πως ασθενές σαρκίον ως τώρα δεν θα μένει,
πως δεν θα το μαραίνουν οι πόθοι κι αι οδύναι,
κι ουδέ θα παίζει λόρδα  και η παραδαρμένη;

..................................................................

μέρος δεύτερον

(ενώ καπνίζει νωχελώς ο τάλας Φασουλής
εξαίφνης εμφανίζεται ο Μεφιστοφελής
με κάτι κέρατα μικρά, με μαύρην προσωπίδα,
και με μανδύαν ερυθρόν και κοφτεράν λεπίδα).

Φασουλής

Καλώς τον...τι μου γίνεσαι;

Μεφιστοφελής

Καλά...κι εσύ;

Φασουλής

Επίσης...
μα σαν τον Φάουστ μη θαρρείς κι εμέ πως θ' απατήσεις
μ' 'ονειρ' ακατάληπτα, με νύχτας Βαλπουργίας,
με δαίμονας, τελώνια και στυγεράς μαγείας.
Το πνεύμα μας δεν το πλανά καμμία πλάνη πλέον,
αι δε μαγείαι μαγισσών και μάγων ψωραλέων
δυνάμεις απεδείχθησαν της φύσεως μεγάλαι
υπάρχουσαι στον άνθρωπον, καθώς και τόσαι άλλαι.

Μεφιστοφελής

Υπνωτισμός, μαγνητισμός, τηλαίσθησις και άλλα.

Φασουλής 

Η επιστήμη κάθεται στον σβέρκο μας καβάλλα
κι αι τέχναι της κατήντησαν σωτηριώδεις μάγισσαι
κι εις άλλας σφαίρας φωτεινάς το πνεύμα εσελάγισε.
Εν τούτοις, καλώς ώρισες, βρε Μεφιστοφελή,
αν και η παρουσία σου ποσώς δεν μ' ωφελεί.
Η δύναμίς σου τίποτα, τα μάγια κολοκύθια,
και τώρα ξεφορτώσου με...μα δε μου λες, αλήθεια,
τι θέλουν στο κεφάλι σου αυτά τα σουβλερά;
Μήπως υπήρξες σύζυγος κι εσύ καμμιά φορά;

Μεφιστοφελής

Λοιπόν με διώχνεις;

Φασουλής

Κάθισε, αν αγαπάς ολίγον
κι αν άλλο δεν σ' απασχολεί συμφέρον κατεπείγον.
Συ τώρα δεν παρίστασαι καταστροφής δαιμόνιον,
συ της ερεύνης φαίνεσαι το πνεύμα το αιώνιον,
χωρίς να είναι κίνδυνος η βίδα μας να στρίψει.
αλλ' αν τολμήσεις, Διάβολε, να πας και παραπέρα,
αμέσως άλλος Διάβολος σου παίρνει τον πατέρα.

Μεφιστοφελής

Πολύ αβρόφρων φαίνεσαι και με υποχρεώνεις.

Φασουλής

Α! μπα! δεν είναι τίποτα και μη μου καμαρώνεις.
.................................................................

*

Ο Θεατρώνης (αποσπάσματα)

Φασουλής και Περικλέτος
ο καθένας νέτος σκέτος

Περικλέτος

Βρε καλώς τον Θεατρώνη,
που θιάσους μου σκαρώνει,
και συνθέτει δράματα
τώρα στα γεράματα,
και του κάπνισε να κάνει
πότε τον Αριστοφάνη,
κι άλλοτε τον Μολιέρο...
φτου σου, Θεατρώνη γέρο.
Βρε δεν ντρέπεσαι να βγαίνεις στα σανίδια των Σκηνών  
και να κάνεις υποκλίσεις στο φιλόμουσον κοινόν;
Δεν μου λες, βρε κοκκαλιάρη,
πού την βρήκες τόση χάρη;
πού τα ξέρεις τόσα σκέρτσα, κι έμαθες να χαιρετάς
σαν τους άλλους ποιητάς;
Ποία χάρις και λεπτότης!... τι χαιρετισμός κι εκείνος!...
Πες μου τον "Ρωμηό" θα βγάζεις ή θα γίνεις θεατρίνος;
Δυο δουλειές μαζί να κάνεις δεν είν' εύκολο ποτέ,
κι έπειτα παραπονούνται μερικαί συνδρομηταί
πως αργείς να βγάλεις φύλλο, και κανένας, Θεατρώνη,
τακτικά δεν θα πληρώνει.
Δεν ντρέπεσαι χειρόγραφα να παίρνεις υπό μάλης
σαν λόγιος χαμάλης,
και μέσα στον Νοέμβριο με λάσπες και με κρύα
να πηλαλείς στα θέατρα και βράδυ και πρωί,
να βάζεις τη φαμίλια σου ψηλά στα θεωρεία   
να φαίνεται το θέατρο πως έχει συρροή;
Μα δεν μου λες αληθινά τι λόξα νάναι τούτη,
που πας κι ανακατεύεσαι με τους Θεατρικούς;
Κι αν θέλεις παρασκήνιο και θέατρο, τσιφούτη,
δεν πας να βλέπεις της Βουλής θιάσους νηστικούς;
.............................................................



_____

Στο Σύνολό του το έργο του Σουρή, αναδημοσιευόμενο στην ολοκληρία του, μπορεί να πιάσει δέκα τόμους μεγάλους των 600 σελίδων. Αν όμως αξιολογηθεί αισθητικά, παρουσιάζει δυο μορφές. Τη δημοσιογραφική και τη δημιουργική. Η δημοσιογραφική σατυρική μορφή των καταχωρημένων στο "Ρωμηό" ποιημάτων και διαλόγων εξυπηρετεί την επικαιρότητα και έχει πολύ μικρή αισθητική αξία. Πολλές φορές είναι έμμετρη δημοσιογραφία, κι ωστόσο υπάρχουν κι εδώ για τον ανθολόγο αμέτρητα ψήγματα χρυσού, άφθαστες λυρικοσατυρικές στιγμές, μοναδικά ξεσπάσματα ποιητικού ρεαλισμού. Αυτό το υλικό αποτελεί ένα σχόλιο, μια γελοιογραφική εικόνα της εποχής και ενδιαφέρει τον ιστορικό, ακόμα και το βιογράφο του Σουρή, που θα ήθελε να εκτιμήσει τον τρόπο, που ο μεγάλος σατυρικός έβλεπε την εποχή του σ' όλα της τα φανερώματα, ιδίως τα πολιτικοκοινωνικά.
Η δημιουργική όμως πλευρά καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του έργου, που μας άφησε ο Σουρής, και έχει, κοντά στην ιστορική, μεγάλη αισθητική αξία, γιατί ανάμεσα στα επίκαιρα και δημοσιογραφικά, υπάρχουν έργα βαθείας σύλληψης και μεγάλης πνοής, έργα που ξεπερνούν την επικαιρότητα και μας δίνουν την αληθινή καλλιτεχνική δημιουργία, την ποίηση, με τις ολοζώντανες μορφές και σκηνές τους.
Έτσι θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ο τίτλος "Άπαντα" με την έννοια της προσφοράς όλων περίπου των αισθητικά αξιόλογων έργων του Σουρή - κωμωδίες, διάλογοι, σατυρικά και λυρικά ποιήματα, ελεγεία, ωδές, θούρια κ.λπ.
Προηγούμενοι εκδότες (Βασιλείου, Δημητράκος) άφησαν απέξω την κατοπινή δημιουργία του Σουρή (μετά το 1887) που αντιπροσωπεύει αισθητικά το έγο της ωριμότητας και της ακμής του, ιστορικά δε την πιο κρίσιμη περίοδο του νέου ελληνισμού...Ο  ελεγειακός Σουρής, ο λυρικός, ο στηλιτευτής, ο βάρδος, ο υμνητής και προπαντός ο διαλογικός Σουρής, ο λαϊκός, ο πτωχοπροδρομικός, ο Λουκιανικός - δηλαδή εκείνη η πλευρά της τέχνης του που συμπληρώνει τη σάτιρά του, έμεινε τόσα χρόνια αγνοημένη και καταδικασμένη στην αφάνεια και την ανυπαρξία. Μια πραγματικά αξιολογική εξαντλητική έκδοση ονειρεύτηκε ήδη από τα 1905 ο Ξενόπουλος, όταν αντιμετωπίζοντας την άρνηση του Ψυχάρη για τον ποιητή, επισήμανε την αξία του σκορπισμένου και απρόσιτου έργου του, τονίζοντας ότι μέσα σ' αυτό, κι όχι μέσα στα γνωστά ποιήματά του, υπάρχει "ο άλλος Σουρής", ο πραγματικός, ο μεγάλος.

Ο Σουρής, ύστερα από το θάνατό του έχασε ένα μεγάλο μέρος της αίγλης του. Οι σύγχρονοί του ομόφωνα τον θεωρήσανε μεγάλο ποιητή και τον αποθεώσανε...Μέσα στις απότομες αλλαγές και αισθητικές ανακατατάξεις του Μεσοπολέμου, ο Σουρής παραμερίστηκε. Το έργο του, η κοινωνική και πνευματική προσφορά του στα νεοελληνικά γράμματα ξεχάστηκε και η γραμματολογική του θέση, αντί να εδραιωθεί ιστορικά, και να εκτιμηθεί μέσα στη χρονική απόσταση, πήρε ένα χαρακτήρα εκχυδαϊσμού της προσωπικότητάς του, ώστε να παραμεριστούν όλες οι γόνιμες και βιώσιμες πλευρές του έργου του και να περιπέσει σ' ένα επίπεδο ευθηνής ευθυμογραφίας. Η κριτική, και πολύ περισσότερο η γραμματολογική, δεν μπόρεσε να αποκαταστήσει τις πραγματικές διαστάσεις του Σουρή. 
Αν εξετάσει κανείς τους λόγους της μεταθανάτιας παραγνώρισης του Σουρή, θα διαπιστώσει, ότι ο Σουρής ξεχάστηκε και υποτιμήθηκε, όχι μόνο από τη γενική αδυναμία της κριτικής να εκτιμήσει και ν' αξιοποιήσει τις νεοελληνικές αξίες, αλλά και για ένα άλλο λόγο: τη λειψή και μονόπλευρη εκδοτική παράδοση του έργου του. Η δίτομη έκδοση του Ζερβού, με την οποία πλησίασαν οι μεταπολεμικές γενιές το έργο του, παραλείπει το πιο ζωντανό, το πιο προοδευτικό και αξιόλογο μέρος του έργου του. Αυτό αποτελείται από τη μεγάλη σειρά των διαλόγων, των λυρικών ποιημάτων, των ελεγείων και των ωδών. Και αυτό ακριβώς το έργο, που προβάλλει τον διαφωτιστή και εκπολιτιστή, το λυρικό και ανατόμο της εποχής του, τον αφυπνιστή και παράλληλα τον ανυψωτή της πνευματικής στάθμης των συγχρόνων του οφείλει να προσφέρει στις καλλίτερες μορφές του η έκδοση των "Απάντων" του.

Πριν πλησιάσω το έργο του Σουρή στο σύνολό του, είχα κι εγώ διαφορετική γνώμη για το έργο του, όχι βέβαια την τόσο υποτιμητική, που έχουν οι σημερινοί  γραμματολόγοι και κριτικοί του. Τη γνώμη μου εκείνη διατύπωσα στα 1932 με το διεξοδικό άρθρο μου στη "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" του Πυρσού. Τώρα που αναστήλωσα το έργο του, βλέπω ότι βγαίνει απ' την αφάνεια και την παραγνώριση ένα μεγάλος ποιητής, που το έργο του, όπως είπε προφητικά ο Γρ. Ξενόπουλος "ξανατυπωμένο, ξανανιωμένο θα χαίρεται τη ζωή την αθάνατη" πάνω από τις αισθητικές προκαταλήψεις των μεταγενεστέρων...
Ο Ροΐδης, ο Παλαμάς, ο Πολίτης, ο Μητσάκης, ο Ξενόπουλος, ο Δημ. Βερναρδάκης, όλοι (σχεδόν, σ.σ.) οι σύγχρονοί του, κι απ' τον κόσμο των γραμμάτων κι απ' τον κόσμο της πολιτικής, είδαν, το Σουρή ένα μεγάλο ποιητή... Απ' την πλευρά των ξένων των νεώτερων χρόνων η αναγνώρισή του στάθηκε πιο πλατειά, πιο ανεπιφύλακτη. Ο Μαξ Νορντάου τον πρότεινε για το βραβείο Νόμπελ (όπως άλλωστε και η Ελληνική Βουλή, σ.σ.) και ευχαριστώντας στο ευχαριστήριο του Ποιητή, του υπενθύμισε, ότι ένα Νόμπελ δεν μπορεί να καλύψει την τεράστια αξία του....Πιο κατηγορηματικός στάθηκε ο μεγαλύτερος και δυσκολώτερος Γερμανός φιλόλογος όλων των χρόνων, ο Βιλλαμόβιτς, όταν στα 1910 έγραφε κατηγορηματικά, ότι "μέσα στη σύγχρονη φιλολογία, δύσκολα μπορεί να βρεθεί ποιητής, που να μοιάζει με το Σουρή, το νεώτερο Αριστοφάνη".  

Γεώργιος Βαλέτας (στην πεντάτομη έκδοση των Απάντων του Γεωργίου Σουρή)

*

Υπάρχουν όμως και διαφοροποιημένες απόψεις, άδικες νομίζω σε κάποια σημεία. Στο video της ΕΤ1, παραγωγής 1999-2000, συμπεριλαμβάνονται κάποιες από αυτές.
 


***

Στον ιστότοπο του Νίκου Σαραντάκου (www.sarantakos.com) αναφέρεται με αρκετή πληρότητα: Η σύγκρουση του Γεωργίου Σουρή με τον Γιάννη Ψυχάρη και τους "μαλλιαρούς" στις αρχές του 20ου αιώνα. Έχει ενδιαφέρον να διαβάσετε το άρθρο.

_____

Τα αποσπάσματα από το έργο του Σουρή που παρουσιάστηκαν εδώ, περιορισμένα κατ' ανάγκη, δεν είναι επαρκή για να καταλήξει κανείς σε τεκμηριωμένα προσωπικά συμπεράσματα. Το έργο του είναι τεράστιο κι αν θέλει κάποιος να "επαίρεται" ότι έχει σαφή και εδραζόμενη γνώμη οφείλει να μελετήσει ολόκληρα και πολλά έργα του.

γ.τ.κ