Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:33 μ.μ.

0

Αυτός ο τόπος ποιητικού Πολιτισμού και ευαισθησίας δεν έχει περιφράξεις για κανέναν.
___________________________________________

 Η (εικοστή) ανανέωση ύλης της ιστοσελίδας ολοκληρώθηκε στις 31 Δεκέμβρη 2014. Η επόμενη ανανέωση θα γίνει στις 30 Απρίλη 2015.
 Το συνολικό περιεχόμενο υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα που, στο σύνολό τους, ανήκουν στους δημιουργούς.
 Οι καταχωρήσεις ήταν και θα παραμείνουν πάντοτε απολύτως αφιλοκερδείς.
 Ειδικοί κωδικοί πρόσθετης πνευματικής κατοχύρωσης: RE298927563 και RE298927564.

ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ, ΕΝΑΣ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΟΣ ΑΝΕΜΟΣ / ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΑΚΗΣ ΚΡΗΣ, Ο (ΑΟΡΑΤΟΣ) ΤΡΕΛΟΣ / ΤΑΣΟΣ ΔΕΝΕΓΡΗΣ, ΟΙ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΧΩΝ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:30 μ.μ.

0

Τάσος Πορφύρης

Ένας απαρηγόρητος άνεμος

Όλο κι όλο είν' ένας ανεπαίσθητος άνεμος
που έρχεται από τη βορινή κάμαρη του επάνω πατώματος
ούτε λόγος πως δε μπορεί να κρυολογήσει κανείς
ούτε να χτυπήσουν οι πόρτες και τα παράθυρα με πάταγο
τα παιδιά συνεχίζουν το παιχνίδι τους
ο παππούς αλλάζει σελίδα. έχει κιόλας ξεχάσει
και μοιάζει ευτυχισμένος παρακολουθώντας το Χρηματιστήριο Αξιών
Μονάχα η μάνα αφήνει για μια στιγμή τη δουλειά της
σαν ν' αφουγκράζεται από πολύ μακριά:
"Φυσάει απ' τον παλιό καιρό", ούτε που το ψιθυρίζει
και ξανασκύβει στο πλεκτό
Κι εκείνος είν' εδώ ανάμεσά μας
και δεν ξέρει 
πού να βάλει τα χέρια του
πού ν' ακουμπήσει το φορτίο της μνήμης
που του κουράζει τα μάτια
Και φαίνεται αδικαιολόγητο που βγαίνουμε τρέχοντας απ' το σπίτι
ρίχνοντας ικετευτικές ματιές 
στο κήπο
στα κάγκελα
στ' αναρριχώμενα του φράχτη
εκβιάζοντας το χρόνο ανώφελα
γιατί αυτός είναι μέσα και κάνει το ίδιο
δένοντας τάχα τα κορδόνια των παπουτσιών του
Έτσι ξημέρωσε και τούτ' η μέρα
κρατώντας απ' το χέρι έναν απαρηγόρητο άνεμο.

______


Γιώργος Τσακιράκης Κρης

Ο (αόρατος) τρελός

…και φαινόταν τότε αιωρούμενο
εκείνο το λευκό σεντόνι που
(ασώματα) τον τύλιγε στις αόρατες
περιπλανήσεις του, κρυμμένος
καθώς ήταν μέσα στην ατομική
του συγκατάβαση.

(οι παρακαθήμενοι δεν καταλάβαιναν
τίποτε απ’ την καλπάζουσα σιωπή του)

Κι εκείνος έβαζε κι έβγαζε
διαρκώς τα δάχτυλα απ’ τ’  αφτιά του
για ν’ ακούσει αλλιώς τους ήχους,
μ’ έναν αντίλαλο που ξεπερνούσε
το δαιμόνιο του περίγυρου. Κι ύστερα
ησύχαζε μέσα στο περίβλημά του
από στοές, κινώντας το κεφάλι
με κατάφαση στον κοσμικό του λόγο,
που φαινομενικά δεν κοίταζε κανένα
έξω απ’ το δικό του κενό.

Ποτέ πριν δεν είχα βρεθεί μόνος
μαζί του. Κι ήμουν εκεί σαν να
τον περίμενα στην άκρη του δικού
μου συμπαγούς λογικού χρόνου.
Σαν να τον περίμενα να σηκώσει
ξαφνικά τ’ αριστερό του χέρι
πιέζοντας ζωηρά νότες πάνω
σε άφαντο τάστο, που τις τραβούσε
κοντά του και τις έσφιγγε
τρυφερά σαν ιερό νιογέννητο
μωρό από αγνό γάλα.

Με το δεξί του έβγαλε και μου
πέταξε απαλά ένα περίγυρο-
όμοια αόρατο καπέλλο, λες και
το πετούσε με ασίκικη κίνηση
σαν ένα είδος ανέμελης πρόκλησης
στο μέλλον, όπως ο χαρτοπαίκτης
το βαλέ παράλληλα στην πράσινη
τσόχα πριν απ’ τη νευρική του έκρηξη.

Μόνο που σ’ αυτόν η έκρηξη δεν
ερχόταν ποτέ. Μόνο ήρεμες συλλαβές
σ’ έναν κώδικα που δυσκολευόσουν
να προφέρεις, που ξαναγύριζαν με
την άκρη του στυλό μέσα του.

Κι εκείνος σταύρωνε τους αγκώνες
και χαμογελούσε αόρατα, ψιθυρίζοντας
ξανά και ξανά: «το ανθρώπινο είδος».

(κι οι παρακαθήμενοι δεν καταλάβαιναν
τίποτε απ’ το χαμόγελό του)!

_____

Τάσος Δενέγρης

Οι στρατηγοί

Στη σκοτεινή βεράντα σκεπασμένη με ξύλινη στέγη
που στηριζόταν σε πράσινα υποστύλια
Οι στρατηγοί περίμεναν σιωπηλοί
Κι ακούστηκε η φωνή του γκιόνη
Ένας πετάχτηκε στο εσωτερικό του πράσινου σπιτιού
Όλοι φαντάστηκαν πως χτύπησε το ασύρματο τηλέφωνο
Ή κάποια σπουδαία ιδέα στο μυαλό του
σχετικά με τα στρατεύματα που δίναν μάχη
πίσω απ'το βουνό
Ο στρατηγός επέστρεψε μ' ένα φλυτζάνι καφέ.
Το τοπίο έμοιαζε  Άπω Ανατολή
Περίχωρα της Οσάκα
Καθώς οι ανθισμένες αμυγδαλιές  που ήταν στην είσοδο
Κι ένας στρατηγός νόμισε πως είδε να 'ρχεται τρέχοντας
απ' τη μεριά του βουνού
Με καινούριο φόρεμα λευκό ή μπεζ πραλίνας
η κόρη του διευθυντού οικοτροφείου
Φαίνεται όμως πως κι άλλοι στρατηγοί είχαν οράματα
Γιατί αδιαφορούσαν για τη μάχη
Πετρωμένοι κοιτάζοντας το Βουνό και το λαμπρό ηλιοβασίλεμα.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:29 μ.μ.

0





- Α: Όλο και περισσότερο ξεμακραίνεις από 
        τους ζωντανούς. γρήγορα θα σε σβήσουν 
        από τους καταλόγους τους!

- Β:  Μόνο μ' αυτό το μέσον έχεις κι εσύ το
προνόμιο των νεκρών.

- Γ: Ποιο προνόμιο;

- Δ: Να μην πεθάνεις πια!

Φρειδερίκος Νίτσε

  *

Μίλτος Σαχτούρης, 1919-2005

Η συννεφιά

            (στον Θάνο)


Αυτός ο αράπης πλάι στην αστραφτερή γυναίκα
έχει μια καρδιά τόσο πονετική
όσο δεν έχουν οι λευκοί με τα εβένινα παπούτσια
περνούν
γελάνε
χαιρετούν
κι ο φίλος γύρισε από την Ελβετία τόσο ταπεινός
τόσο θλιμμένος για τους γυμνούς στα κεραμίδια
κι όμως δεν υπάρχει ούτε ένα γλύκισμα της προκοπής
υπάρχουν όμως άπειρες γλυκές γυναίκες
μόνο που κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο
που όσο πάει και μαυρίζει
κι ο κόσμος ξέχασε τ' αδιάβροχα και τις ομπρέλες του
το σύννεφο σηκώνει το μαύρο δάχτυλό του
- Δεν είμαστε για σας 
  ταπεινοί
φωνάζουν οι γλυκές γυναίκες
πού θα κρυφτείτε πλανόδιοι πουλητές;
μασώντας στο στόμα σας μαστίχα
ή μια βλαστήμια
όλοι κοιτάζουν έκπληχτοι
στους δρόμους των τοίχων κρεμασμένους
πίνακες ζωγραφικής
χρώματα χτυπητά κόκκινο και πράσινο
κι η βροχή αργεί να 'ρθει
κι η χαρά αργεί να 'ρθει
όλοι κρατιούνται από τα χέρια με γλυκές ματιές
όμως το ξέρουν πως έπεσε κιόλας

ο πρώτος κεραυνός.

*

Ο σωτήρας

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ' ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μια χαραμάδα φως
δίχως μια αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ' το βούρκο πάλι και τ' άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά

Ξέχασαν τα δικά μου  σ ά ρ κ ι ν α  χέρια πού κοπήκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

*

Ο εφιάλτης

Τ' όνομά της ήταν  Α κ τ ή  και Κ υ ρ ι α κ ή. Είχε μαύρα 
μάτια μαύρα μαλλιά μαύρα φορέματα μαύρα μεσοφόρια κι 
ένα άλογο κατάμαυρο. Όμως τη λέγαν  Α κ τ ή  και Κ υ ρ ι α -
κ ή. Το σπίτι της ήταν σ' ένα νησί κι ήταν γεμάτο πιστόλια
πορφύρες σημαίες άστρα  στα δίχτυα πολυβόλα σκάφανδρα
αγκίστρια κιβώτια με όνειρα, κιβώτια με σφαίρες νησιώτικες
φορεσιές λάμπες γυαλιά χρωματιστά κι ένα παλιό σκου-
ριασμένο κανόνι. Σα βράδιαζε στο παράθυρο άναβε ένα φα-
νάρι. Άναβε-έσβηνε άναβε-έσβηνε κι αμέσως μια έρημη 
βάρκα άραζε πλάι στη σιδερένια πόρτα του σπιτιού κι ένας
-ένας πέντε άντρες γλιστρούσαν μέσα στο σπίτι. Σε λίγο από 
ένα κρυφό πορτόνι σκεπασμένο από τ' αθάνατα ο Πρώτος
άντρας έβγαινε νεκρός. Ο Δεύτερος με το πρόσωπο γεμάτο 
αίματα κρατώντας ένα πεντάμορφο βρέφος σφιχτά στην αγ-
καλιά του. Ο Τρίτος κι αυτός γεμάτος αίματα κρατώντας 
ένα αυτόματο σφιχτά στην αγκαλιά του. Ο Τέταρτος σερνά-
μενος τυλιγμένος από την κορφή ως τα νύχια σ' ένα βαρύ 
σκούρο πράσινο ύφασμα. Ο Πέμπτος κι αυτός νεκρός. Ό-
μως η πιο εξαίσια νεκρή ήταν η κοπέλα μέσα στο κάτασπρό
της φόρεμα κατάχαμα ξαπλωμένη στη μέση του δωματίου
πλάι στο σκοτωμένο μαύρο άλογό της πλημμυρισμένη κι αυ-
τή στο αίμα τα χέρια σταυρωτά ψηλά στο στήθος και μ' ένα
χαμόγελο και μ' ένα πράσινο κλωνί στο στόμα ενώ οι πέντε
γερμανοί αδύναμοι μπροστά της χαιρετιούνταν σε στάση
προσοχής.**

**Το τι δηλοί ο ποιητικός μύθος είναι σαφές. Μία εστία αντιστάσεως εξαρθρώνεται κατά τη διάρκεια της κατοχής, με αποτέλεσμα τον πλήρη εξανδραποδισμό των μελών της. Η "Ακτή και Κυριακή" συμβολίζει την κορύφωση και το αυθεντικό νόημα του αγώνα, ενώ οι πέντε Γερμανοί αναλαμβάνουν διπλό ρόλο: του εκτελεστή και του εκτελεσμένου. Είναι ακόμη φανερό ότι η θυσία έχει ηθική-αισθητική αξία. Ο θάνατος εξομοιώνεται με το Ωραίο όταν εκφράζει την ελευθερία του δικαίου.

_____

Υπερρεαλισμός και παράλογο: αυτές είναι οι κύριες ειδολογικές συντεταγμένες επί τη βάσει των οποίων πολιτογραφήθηκε - και καθιερώθηκε - στη νεώτερη ελληνική ποίηση ο Μίλτος Σαχτούρης, καταλαμβάνοντας μια μάλλον τυπική θέση δίπλα στους υπόλοιπους ομοτράπεζους της γενιάς του. Και λέω "τυπική θέση" όχι μόνο διότι το έργο του απέχει παρασάγγας από το δικό τους (άλλωστε και οι ίδιοι πολύ λίγο μοιάζουν μεταξύ τους) αλλά και επειδή ο τρόπος γενικά με τον οποίο αφομοιώνει τόσο την ευρωπαϊκή όσο και την επιτόπια υπερρεαλιστική παράδοση είναι - για να χρησιμοποιήσω ένα οξύμωρο προκειμένου περί υπερρεαλισμού και υπερρεαλιστών  σχήμα - ανορθόδοξος.  Όπως ανορθόδοξες είναι και οι σχέσεις του Σαχτούρη με το παράλογο. Και στις δύο περιπτώσεις το είδος παραμένει  στο επίπεδο της πρόφασης. Ο ποιητής εκμεταλλεύεται  τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του για να αναχθεί σε ένα εσωτερικό, καθαρά προσωπικό σύστημα - και σύμπαν - που υπογείως (και πάντως χωρίς να προδίδει εύκολα τα στοιχεία της καταγωγής του) επικοινωνεί με ένα άλλο, ισχυρότερο από την άποψη του εγγεγραμμένου αποτελέσματος, ρεύμα.

Ο Σαχτούρης ανακατασκευάζει εν συνόλω την καθημερινή εμπειρία: Δεν την διαλύει ούτε την μεταμφιέζει. Δυνάμει μιας φαντασίας που ο Κόλεριτζ θα ονόμαζε γενετική, την κάνει δυσπρόσιτη, ορισμένες φορές δυσνόητη και, κάποτε, παρανοϊκή. Η ποιητική του εδράζεται σε τρία δεδομένα: αμφισβήτηση του έλλογου, έκπτωση της φύσης, αποσύνδεση θεού και ποιητή. Ο ποιητής για τον Σαχτούρη μπορεί να είναι όλο κι όλο "άγιος και τρελός" και ο θεός έχει από καιρό πεθάνει: και δεν έχει καμιά σχέση με το όραμα της εξέγερσης που έθρεψε για μεγάλο διάστημα τους συγγραφείς του παραλόγου. Αποποιείται ευγενικά τόσο το αρνητικό όσο και το θετικό σκέλος του προγράμματος με το οποίο τους χρέωσε ο Μάρτιν Έσσλιν: δεν σατυρίζει τον ανέντιμο κόσμο που τον περιβάλλει και δεν μας παροτρύνει - έμμεσα ή άμεσα - να προκρίνουμε μιά - οποιαδήποτε - στάση που να δικαιολογεί την ύπαρξή μας. Πάνω απ' όλα τον ενδιαφέρει να δείξει - φαινόμενα, εικόνες, πράγματα. Ξέρει ότι αυτά που δείχνει εφάπτονται με το παράλογο (ας μη ξεχνάμε ότι ο Κάφκα διατρέχει είτε ως σύμβολο είτε ως ποιητικός ήρωας αρκετές σελίδες των βιβλίων του ), δεν μπαίνει, ωστόσο, ποτέ και με τα δύο πόδια στην άνυδρη για την ιδιοσυγκρασία του περιοχή του. Προτιμά την περιφέρεια: ένα φλερτ εξ αποστάσεως που θα τον απαλλάξει από ανοικονόμητες συμβάσεις και περιττές υποχρεώσεις. Ασφαλώς οι οφειλές του Σαχτούρη στον υπερρεαλισμό είναι περισσότερες και μεγαλύτερες από τα χρεωστούμενα στο παράλογο...Η διπλοτυπία της μεταφοράς (ο αδρός χαρακτήρας της εικόνας και ο αναδιπλασιασμένος κόσμος της γλώσσας) οδηγεί το Σαχτούρη σε μια γόνιμη συνομιλία με την παράδοση του εξπρεσιονισμού.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

*

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ποιητική δημιουργία με εξαιρετικά κλειστή νομοτέλεια και δομή που έκοψε και τελετουργικά τις γέφυρες με τη θεσμοθετημένη σύμβαση των ανθρώπινων σχέσεων. Είναι πραγματικά ένας ποιητής θεληματικά αταξίδευτος. Πιο πολύ ένας ποιητής του κλειστού χώρου, ακόμη πιο πολύ  ε κ ε ί  μοναχικός. Τον Σαχτούρη το ρεύμα των περιστάσεων τον τοποθέτησε στις συντεταγμένες του ιδιωτικού χώρου και της ατομικής περιπέτειας. Και άρα το ρεύμα της εποχής δεν τον σήκωσε δεν αφέθηκε να τον σηκώσει - στην επιφάνεια και τη φορά του κυκλώνα της αλλά μοιάζει  σα να τον περιόρισε πιο πολύ στην περιοχή και την αυτοανάλυση του προσωπικού του μικρόκοσμου. Ο Σαχτούρης τονίστηκε καταχρηστικά πως είναι ποιητής υπαρξιακής αγωνίας και υπερρεαλιστικής γραφής. Έτσι, μ' αυτή τη δασκαλίστικη  διάζευξη. Και οι δύο ισχυρισμοί χρειάζονται ριζική επανεξέταση: γιατί ο υπερτονισμός τους αυτός έγινε και για να αποκλειστεί ακριβώς ο άλλος συντελεστής, του κοινωνικού προβληματισμού και των ιστορικών προσδιορισμών στην ποίησή του.

Ο Σαχτούρης βγαίνει και δε βγαίνει απ' τη ζύμωση. Η στάση του δεν είναι ούτε υπέρβαση ούτε ταύτιση με τη γύρω πραγματικότητα. Υποχωρεί απλώς κάτω από την πίεση του υλικού βάρους και την επιθετικότητά της. Όχι προς την αφηρημένη του ύπαρξη, όπου κατά το παράδειγμα των υπαρξιακών της γενιάς του, θα "περιπτωσιολογήσει" ή θα φιλοσοφήσει. Και μάλιστα μέσα από ένα πανόραμα μύθων και ιδεών της αέναης Ιστορίας, όπως εκείνοι.
Υποχωρεί προς την προσωπική μοίρα και την ψυχολογική φωλιά του, που είναι το στίγμα του ατομικού χώρου και του στενού του περιβάλλοντος. Είναι τα παρατηρητήριά του. Απ' όπου, αυτός ο αμέτοχος αλλά διόλου αναχωρητής, ούτε στιγμή δε στρέφει τα νώτα και δε χάνει απ' τη θέα του την αγωνία και τον αγώνα του δρόμου. Παρά, συσπειρωμένος εκεί, με τα μάτια διεσταλμένα και τη γενική του αίσθηση εκτεταμένη - μ' αυτήν δουλεύει η ποίηση του Σαχτούρη - παγιδεύει, εικόνα την εικόνα, το κατακρεούργημα της εποχής. Οικογενειακά, κοινωνικά και τώρα υπαρξιακά άστεγος καθώς έμεινε, ο δρόμος και η εποχή είναι, θαρρείς, ο μόνος ομφάλιος λώρος που συγκρατεί την ύπαρξη και τροφοδοτεί την ποίησή του.

Γιάννης Δάλλας


ΦΑΟΥΣΤ, ΓΚΑΙΤΕ, ΟΨΕΙΣ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:28 μ.μ.

0




"Φάουστ", Γιόχαν Βόλφγκαγκ Γκαίτε, 1749-1832, Γερμανία

*
"Αχ, μέσα μου φωλιάζουν δυο ψυχές.
Η μια θέλει την άλλη να χωρίσει".

Φάουστ, στ. 1112-13
_____

 (αποσπάσματα) 


(Πρόλογος στον ουρανό, Ο Κύριος, οι ουράνιες φάλαγγες, μετά ο Μεφιστοφελής)
..............................................................

MEPHISTOFHELES

Da du, o Herr, dich einmal wieder nahst
und fragst, wie alles sich bei uns befinde,
und du mich sonst gewohnlich  gerne sahst:
so siehst du mich auch unter  dem Gesinde.
Veirzeih, ich kann nicht hohe Worte machen,
und wenn mich auch der ganze Kreis verhohnt;
Mein pathos brachte dich gewiss zum Lachen,
Hatt' st du dir nicht das Lachen abgewohnt.
Von Sonn' und Welten weib ich nichts zu sagen,
ich sehe nur, wie sich die Menschen  plagen.
.....................................................................

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ

Επειδή, Κύριε, ξανά με πλησιάζεις
και ρωτάς πώς πάμε στη δευτέρα παρουσία
και ξέρω πως χαίρεσαι να με κοιτάζεις
σου λέω: ακόμα υπηρετώ την εξουσία.
Συγνώμη, που δεν ξέρω παχιά λόγια να λέω
κι ο κύκλος σου μ' εμέ θέλει να διασκεδάσει,
το πάθος μου θα σου 'δινε ξανά το γέλιο
αν το γέλιο δεν είχες πια ξεχάσει.
Δεν ξέρω να μιλάω για γη και πλανήτες
των ανθρώπων βλέπω μοναχά τις ήττες.
...............................................................

Ο ΚΥΡΙΟΣ

Άλλο τίποτα δεν έχεις να μου πεις; 
Έρχεσαι μόνο για να κατηγορείς;
Το 'να σου βρομάει και τ' άλλο σου ξινίζει;

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ

Ναι, Κύριε, στραβά βλέπω τον κόσμο ν' αρμενίζει.
Ο άνθρωπος κατάντησε πηγή των στεναγμών,
τόσο που να τον βασανίσω ουδόλως μ' ερεθίζει.

Ο ΚΥΡΙΟΣ

Ξέρεις τον Φάουστ;

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ

Τον δόκτορα;

Ο ΚΥΡΙΟΣ

Τον δούλο ημών.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ

Τι να σας πω! Ωραία σας υπηρετεί!
Ποτό δεν πίνει, ούτε χορταίνει με τροφή!
Ο άνθρωπος έχει τρικυμία στο κρανίο.
Την τρέλα του έστω κι αν τη συγκρατεί,
Τη μια ψάχνει στο ουράνιο πρυτανείο
την άλλη επίγειες χαρές αναζητεί.
Το πιάνει από δω. το φέρνει από κει 
μα συγκίνηση στο στήθος του δεν κατοικεί.

Ο ΚΥΡΙΟΣ

Έστω κι αν με υπηρετεί συγκεχυμένα
θα τον οδηγήσω σε δρόμο λαμπερό.
Ο κηπουρός που βλέπει τα δέντρα ανθισμένα
ξέρει πως βρίσκεται σε κόσμο καρπερό.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ

Πάτε στοίχημα; Μα το 'χετε χαμένο.
Αν την έγκρισή σας εξασφαλίσω
στο μονοπάτι μου τον παρασέρνω.
....................................................

Ο ΚΥΡΙΟΣ

Σύμφωνοι, λοιπόν, πάει καλά!
Από τη ρίζα ξύλωσε το πνεύμα
κι αν τα καταφέρεις, κρυφά ή φανερά,
πήγαινέ το στα δικά σου τα νερά,
έστω κι αν με ντροπή παραδεχτείς στο τέρμα
πως ο καλός ο άνθρωπος, όσο κι αν σκοτιστεί
ποτέ δεν ξεγλιστράει απ' την αρετή.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ

Έχει καλώς, σύντομα λοιπόν θα δράσω.
Το στοίχημα δεν πρόκειται να χάσω.
Κι όταν πετύχω το σκοπό μου
επιτρέψτε, θα χαρώ το θρίαμβό μου.
Τη γη θα τρώει και θα χαίρεται
όπως ο θείος μου, ο όφις, που τον ξέρετε!

____

(μέρος πρώτο, νύχτα)

(Ο Φάουστ στο Σπουδαστήριο, ξεφυλλίζει το βιβλίο του Νοστράδαμου, προσπαθώντας να επικοινωνήσει με τα πνεύματα)
.......................................................
Ανώφελες μου είστε, στείρες σκέψεις
τα ιερά σημάδια να μου εξηγήστε
Σεις, πνεύματα, που γύρω μου αιωρείστε
αν με ακούτε απαντήστε με προβλέψεις.

 Αχ, η θέα αυτή πώς με αγαλλιάζει
και τις αισθήσεις μου γεμίζει μ' ηδονή
Νιώθω την ιερή χαρά να μ' αγκαλιάζει 
και πυρωμένη να κυλάει στο κορμί.
Είναι γραμμένα απ' του Θεού το χέρι
τα σημάδια που μου σιγούν την ταραχή,
με ορμή και μια μυστηριώδη χάρη
σπρώχνουν την καρδιά μου τη φτωχή.
Τις δυνάμεις της μου ξεδιπλών' η φύση;
Είμαι Θεός; Νιώθω σα να πετώ!
.....................................................

σε νιώθω γύρω μου πνεύμα της ικεσίας μου

Φανερώσου!
Αχ, πώς συνεπαίρνει την καρδιά μου
σ' αισθήματα γεμάτα από αγνότητα!
Όλες οι αισθήσεις μου είναι σ' ετοιμότητα!
Σ' εσέ νιώθω ταγμένη την ψυχή μου!
Φανερώσου κι ας χάσω τη ζωή μου.

ΠΝΕΥΜΑ

Ποιος με καλεί;

ΦΑΟΥΣΤ

(αποστρέφει το βλέμμα)

Απαίσια οπτασία!

ΠΝΕΥΜΑ

Εσύ με κάλεσες να 'ρθω,
ζήτησες στη σφαίρα σου να μπω
...και τώρα...

ΦΑΟΥΣΤ

Δεν θέλω τέτοια παρουσία!

ΠΝΕΥΜΑ

Πρώτα μ΄εκλιπαρείς να σου φανερωθώ,
να μ' ακούσεις, να δεις ποιον έχεις κράξει.
Σ' ακούω και δεν μπορώ να κρατηθώ
κι ο υπεράνθρωπος ξαφνικά έχει λουφάξει
 ...........................................................
 Πού'ναι ο Φάουστ, που η φωνή του με καλούσε
Είσαι συ, που τρέμει του το φυλλοκάρδι
όταν με της πνοής μου θωπεύεται το χάδι;
Ένα φοβισμένο τρισάθλιο σκουλήκι;

ΦΑΟΥΣΤ

Να φοβηθώ της φωτιάς την οπτασία;
Είμαι φτιαγμένος απ' τη δική σου την ουσία!
 ...........................................................

ΦΑΟΥΣΤ

Εσύ π' αδιάκοπα τον κόσμο αλωνίζεις,
πνεύμα εργατικό, πόσο μοιάζω σ' εσένα!

ΠΝΕΥΜΑ

Μοιάζεις με το πνεύμα που γνωρίζεις
κι όχι με μένα! 

(το πνεύμα εξαφανίζεται)

ΦΑΟΥΣΤ 

(συντετριμμένος)

Όχι μ' εσένα;
Με ποιον, τότε;
Εγώ, εικόνα του Θεού!
Δε μοιάζω ούτε με σένα;

(χτύπημα στην πόρτα)

Ανάθεμα! Ο μαθητής μου θα' ναι!
Την ευτυχία μου ήρθε να καταστρέψει!
Τόσα οράματα χαμένα πάνε,
στείρος υποκριτής θα τα παιδέψει!

(μπαίνει ο φοιτητής του Βάγκνερ με νυχτικό και σκουφί)
........................................................

(στο Σπουδαστήριο)

ΦΑΟΥΣΤ

Και όμως, αχ! Παρ' όλη την επιθυμία
δεν βρίσκω ικανοποίηση καμία.
Γιατί τόσο γρήγορα στερεύει η πηγή
και διψασμένος μένω πάλι σαν τη γη;
.......................................................
Έχω απ' αυτά μεγάλη εμπειρία
εύκολα διορθώνεται το κακό... 
......................................................
Μούργο, σταμάτα να γρυλλίζεις,
Σταμάτα να γαυγίζεις!
Σύντροφο τόσο ενοχλητικό
δεν σκοπεύω να κρατήσω.
Ένας από μας θα κάνει πίσω
και θα φύγει απ' αυτό το σπιτικό.
....................................................
Μα τι βλέπω εδώ μπροστά μου;
Λες να με γελά η ματιά μου;
Είναι πραγματικότητα; Σκιά;
Ο μούργος παίρνει όψη μακριά!
..............................................
Τώρα με ιπποπόταμο μου μοιάζει,
με δόντια φοβερά, μάτια φλογισμένα.
..............................................
Σ' αυτό της κόλασης το σπέρμα
η σολομωνική θα βάλει τέρμα.

ΠΝΕΥΜΑΤΑ

Κάποιος είν' φυλακισμένος!
Μην μπείτε, κάνετε τον βλάκα!
Σαν τον ποντικό στη φάκα 
πιάστηκε ο κολασμένος.
Αλλά, δώστε προσοχή!
Αν αρχίστε να πετάτε,
πάνω κάτω να γυρνάτε,
με τη πρώτη θα λυθεί.
......................................

ΦΑΟΥΣΤ 

Από των τεσσάρων το ρητό θ' αρχίσω
το θεριό για να νικήσω.
......................................

(έχοντας ολοκληρώσει την προσπάθεια εξορκισμού)

Κανένα γνώριμο στοιχειό
δε φωλιάζει στο θεριό.
Μου χαμογελά, θα σκάσω
δεν μπορώ να το δαμάσω.
..........................................
Πίσω απ' το τζάκι έχει χωθεί,
σαν ελέφαντας φουσκώνει,
το δωμάτιο κυκλώνει.
..................................
Σ' άγια φλόγα θα πνιγείς.
Μη σε κάψει,
της Αγίας τριάδος λάμψη!
Μη σε κάψει
της μαγικής μου τέχνης η ορμή.

(η μαγεία που εφαρμόζει για να εξορκίσει το όραμα αποτυγχάνει, φέρνοντας το αντίθετο αποτέλεσμα. Άλλωστε τίθεται σε εφαρμογή η συμφωνία Κυρίου και Μεφιστοφελή, που εμφανίζεται)

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ

(μπαίνει, ενώ πέφτει η ομίχλη, πίσω απ' το τζάκι, ντυμένος σαν ταξιδιώτης φοιτητής)

Προς τι η φασαρία; Ο κύριος τι επιθυμεί;

ΦΑΟΥΣΤ

Αυτό ήταν στο μούργο το ψητό!
Ένας φοιτητής; Δεν μπορώ καν να θυμώσω.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ

Σοφέ μου κύριε, ταπεινά σε χαιρετρώ!
Μ' έκανες με την ψυχή μου να ιδρώσω.

ΦΑΟΥΣΤ

Πώς λέγεσαι;

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ

Ερώτηση με λίγη σημασία,
για κάποιον που το Λόγο υποτιμά
και τα φαινόμενα ουδολως εκτιμά, 
μα εμβαθύνει στων όντων την ουσία.

ΦΑΟΥΣΤ

Ειδικά για το δικό σου ον
το όνομά σου είναι αρκετόν,
Γιατί σ' αποκαλύπτει με σαφήνεια θαυμαστή
ω βελζεβούλη κοσμοχαλαστή.
Ποιος είσαι;
.............................................

(Ο Φάουστ, προβαίνει σε μερική αναγνώριση του δεύτερου, μετά από αυτό του Κυρίου, πνεύματος που επιδιώκει και επικαλείται. Και το ακολουθεί προχωρώντας και πάλι επιστρέφοντας, με μια δραματική επαναγέννηση αλλά και  επαναθάνατο, μέχρι το τέλος, μέσα από έξοχα δραματικά-με την έννοια και της τραγικής κωμωδίας-στοιχεία).

 (υπολείπονται άλλοι 10.777 στίχοι, εκτός των παραλειφθέντων. θα ήταν ευγενές, ηδονικό και εντυπωσιακό έργο η ανάγνωσή τους).

_____

Ο Γκαίτε χαρακτηρίζει τον Φάουστ "τραγωδία". Και όμως, αυτή η πρώτη εντύπωση θα είναι εν μέρει απατηλή. Γιατί το κωμικό στοιχείο εισβάλλει από την αρχή στον Φάουστ, πολύ νωρίτερα από τις τραγικές σκηνές και τα τραγικά επεισόδια και διεκδικεί μιαν ισοτιμία στην ανάπτυξη του έργου. ο "Φάουστ" ετοιμάζει το έδαφος για το μοντέρνο θέατρο του τέλους του 19ου αιώνα, όπου οι καθαρές μορφές της κλασικής δραματικής τέχνης υποχωρούν σταδιακά, για ν΄ανοίξουν το δρόμο στη μίξη των δυο κλασικών μορφών του θεάτρου: της τραγωδίας και της κωμωδίας. Αν μάλιστα επιχειρήσει κανείς ένα βήμα παραπέρα, ίσως βρει στον Φάουστ τον προπομπό του νατουραλιστικού θεάτρου, που περίπου μισό αιώνα μετά την ολοκλήρωση του Φάουστ θα κατακτήσει τις ευρωπαϊκές σκηνές. Γιατί δυο ψυχές ζουν και μέσα στην κυρία Άλβιγκ στους Βρυκόλακες του Ίψεν ή στη Νόρα στο Κουκλόσπιτο και κυρίως στη Δεσποινίδα Τζούλια του Στρίντμπεργκ.

Πέτρος Μάρκαρης

*

Ο Φάουστ του Γκαίτε υποβαστάζεται από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα και τη γενική αναταραχή των πνευμάτων που έφερε στη Γερμανία η θρησκευτική μεταρρύθμιση του Λούθηρου. Ο μύθος λοιπόν για τον Φάουστ εγεννήθηκε δύο αιώνες πριν γεννηθεί ο Γκαίτε. Η παράδοση αυτή συγκεντρώθηκε από έναν Λουθηρανό του 16ου αι.στη λεγόμενη "λαϊκή φυλλάδα για τον δόκτορα Φάουστ", η οποία δημοσιεύτηκε στην Φρανγκφούρτη το 1587. Τον αιώνα ακριβώς αυτόν έζησε και ο παράξενος άνθρωπος που λεγόταν δόκτωρ Φάουστ. Ο μύθος για τον Φάουστ όπως και οι μύθοι για τον Χάμλετ , τον Δον Κιχώτη,  τον αιώνιο Ιουδαίο και τον Δον Ζουάν, ανήκουν στην κατηγορία εκείνων των μύθων που ονομάζονται μύθοι της ψυχής. Οι μύθοι αυτοί παρουσιάζουν ανθρώπινες μορφές: πραγματικές, μεταπλασμένες όμως πλούσια από την ποιητική φαντασία σε σύμβολα, όπου μέσα η ανθρώπινη ψυχή έβαλε τα αινίγματά της, τα αμαρτήματά της, τα κατορθώματά της και γενικώς τα μεγάλα μεταφυσικά προβλήματα. Είναι μυθολογήματα με κοσμοπλαστική σημασία. Για να γίνει όμως μια ανθρώπινη μορφή σύμβολο των  μεγάλων προβλημάτων που συγκλονίζουν κάθε άνθρωπο, πρέπει να είναι προικισμένη με εξαίρετα χαρίσματα και με δυνάμεις αιώνιες, που διεγείρουν τη φαντασία του λαού η οποία μεταπλάθει τη συγκεκριμένη μορφή σε σύμβολο.

Ο Φάουστ, είναι το έργο της ζωής του ποιητού που η δημιουργία του και το εσωτερικό του ωρίμασμα εχρειάσθηκαν κατά βάθος τα εξήντα ώριμα χρόνια της ζωής του Γκαίτε...Το γεγονός ότι η παράδοση αυτή εσυγκλόνισε την ψυχή του νέου Γκαίτε και ότι από την επαφή της με την ύλην αυτήν ανεπήδησε μέσα του η πηγή για την ποιητική του δημιουργία που λέγεται Φάουστ, σημαίνει πως ο ποιητής εταύτισε τη μοίρα του με την φαουστική μοίρα... Ως μόνιμος ένοικος της ψυχής του ποιητού ο μύθος αυτός του Φάουστ ενσαρκώνει τον τύπο του ανθρώπου που επήγασε από το μεγάλο πνευματικό κίνημα της Αναγεννήσεως και της Μεταρρυθμίσεως. Με το κίνημα τούτο εχωρίσθηκε ο νέος άνθρωπος από τον μεσαιωνικό, τον οποίο απαθανάτισε ο Δάντης με την Θεία Κωμωδία. Όμως υπάρχει ένα κοινό γνώρισμα και στους δύο αυτούς τύπους ανθρώπου. Και ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία και ο Γκαίτε στον Φάουστ παρουσιάζουν τον δρόμο της ψυχής, ο οποίος οδηγεί δια μέσου της κολάσεως και του κακού προς την καθαρότητα του αγαθού, προς την κάθαρση του ανθρώπου. Υπάρχει όμως διαχωριστικό γνώρισμα των δύο αυτών αριστουργημάτων του πνεύματος. Η ψυχή του Δάντη είναι στερεά ριζωμένη στην πίστη και την εσωτερική επιβεβαίωση και η πορεία την οποίαν η ψυχή διατρέχει εδώ οδηγεί δια μέσου ενός κόσμου σταθερού και αποκρυσταλλωμένου, ενώ ο άνθρωπος τον οποίον συμβολίζει ο Φάουστ είναι κατά βάθος άπιστος και σε απόγνωση. Ολοένα και καινούρια ερωτήματα ανοίγονται μέσα στην ψυχή αυτού του ανθρώπου, ο οποίος διαψευσμένος οδηγείται από πλάνη σε πλάνη από πόθο σε πόθο. Ο δρόμος τον οποίον έχει ν' ανοίξει η ψυχή του Φάουστ είναι αδιόρατος. Η μία, καθολική πίστη τώρα δεν υπάρχει πια, ο Φάουστ δεν είναι ούτε καθολικός ούτε λουθηρανός, αλλά δεν είναι νοητός δίχως τη διάσπαση της πίστεως και δίχως την Αναγέννηση. Ο άνθρωπος που προέκυψε από αυτήν την καταστροφή  του μεσαιωνικού κόσμου δεν έχει την ασφάλεια και την βεβαιότητα που είχε ο μεσαιωνικός. Η καινούρια επιστήμη και φιλοσοφία, το αισθητό κάλλος του κόσμου και η προχριστιανική ομορφιά, όπως την συμβολίζει η ωραία Ελένη, είναι τώρα τόσο ενδυναμωμένα μέσα στον άνθρωπο, ώστε ο Φάουστ τρέπεται προς αυτά με όλη την δύναμη της ψυχής και του πνεύματός του.

Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος

_____

μετάφραση, Πέτρος Μάρκαρης

 

"Φάουστ", βωβό φίλμ (αποδίδεται τμήμα του έργου). Ο σπουδαστής Βάγκνερ, Φάουστ, Μεφιστοφελής, Μαργαρίτα)