ΓΙΑΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ / Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ / Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗΣ.., Νύξεις για το Ποίημα, τον Ποιητή και την Ποίηση

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:33 μ.μ.

0

Γιατί η Ποίηση (και ο Ποιητής) λοιπόν;

Νίκος Εγγονόπουλους

γιατί: μέσα στο δάσος
εκεί όπου ανάμεσ’ απ’ τα
πυκνά κλαργιά
φτάνει λίγο φως
κάθεται ένα πουλί.

γιατί: ο δρόμος προς την αγάπη
είναι νυχτερινός.

γιατί: αρέσει στον ποιητή
ν’ απομονώνεται
σε μιαν υπερήφανη
-και γαλάζια- μοναξιά.

γιατί: εκεί γίνεται η
σκέψις
μια φλογισμένη ρόδα
που κυλάει στον ορίζοντα.

γιατί: μόλις σημάνουν τα μεσάνυχτα, ο ώόου, το μέγα αυτόματον, λέει υπερήφανα κι αργά τις λέξεις τις αιώνιες και τις απατηλές, τις τόσο μάταιες, αλλά και τις τόσο λυσιτελείς, για τ’ ατλαζένια μάτια που αγαπούσαμε, θυμάστε;

γιατί: μακρυά ταξιδεύουν του βραδιού οι στερνές αναμνήσεις – πώς αλλιώς να ιστορηθούν τα κρυφά του αγέρα τραγούδια.

γιατί: πρέπει να έχει
ο στρατιώτης το τσιγάρο του
το μικρό παιδί την κούνια του
κι ο ποιητής τη ροκάνα του.

(για την αντιγραφή, Γιώργος Κασαπίδης)

***

«Ο ποιητής κάνει τον εαυτό του οραματιστή μέσα από μια μακριά, απεριόριστη και συστηματική αποδιοργάνωση όλων των αισθήσεων. Όλες οι μορφές έρωτα, πόνου, τρέλας. Διερευνά τον εαυτό του, εξαντλεί μέσα του όλα τα δηλητήρια και διατηρεί την πεμπτουσία τους. Δοκιμασία ακατανόμαστη, όπου θα χρειαστεί τη μεγαλύτερη πίστη, την υπεράνθρωπη δύναμη, όπου θα γίνει αυτός μέσα απ’ όλους ο μέγας σακάτης, ο μέγας αφορισμένος και ο υπέρτατος επιστήμων. Γιατί φτάνει το ΑΓΝΩΣΤΟ! Έτσι λοιπόν, τι κι αν καταστραφεί στην εκστατική πτήση από πράγματα πρωτάκουστα, ακατανόμαστα;»
Ρεμπώ


___________________


Γιώργος Τσακιράκης

Η βιογραφία του Ποιήματος


Το ποίημα είναι ένας μικρός άγγελος από δέντρο κι από στάρι. Η μοναξιά του είναι ένας κόκκινος βυθός που ανατείνεται αθόρυβα στο γαλάζιο, για ταξίδια σε γλυκές, μυστικές συμπληγάδες, όπου φυτρώνουν αρχιπέλαγα σ’ όλο το μήκος του γιαλού.
Μπορεί να το συναντήσεις σ’ ένα νέγρικο στενό να συνθέτει ψαλμούς χωρίς θρησκεία, με ήχους από αρχαίο αυλό. Ή μέσα στα γυναικεία στήθια να ζωγραφίζει την αγωνία της προσμονής ατελεύτητων εραστών.
Σημαίνει βασανιστικά κάθε που ξημερώνει και ησυχάζει σαν ξυπνήσεις και το πάρεις στα χέρια σου. Είναι η στιγμή που σε τριγυρίζει ένα ακαταμάχητο λευκό κι ανατριχιάζεις. Που εγκλωβίζεσαι μαζί του σε παρόδους με στενή ηδονική διέξοδο.
Μια βραδιά, το άκουσα ν’ αναζητάει με αγωνία ένα τραγούδι στο βιβλίο των σταχυών και της ίριδας. Ή μια μοναχική πεταλούδα να πετάει σ’ ανοιχτό πέλαγος. Έπρεπε, μου είπε, να βγω στα κύματα. Κι αυτό, με κοιτούσε πίσω απ’ το τζάμι σημαδεύοντας (αγονιμοποίητες) οπτασίες. Το πρωί, έκπληκτος, το βρήκα να παλεύει με μια ερωτευμένη θηλή που είχε σκαρφαλώσει στον αυχένα του.
Δεν ξέρεις ακριβώς ποια είναι η Μούσα του. Μερικές φορές κοιτάζει, θαρρείς, πίσω απ’ τον ώμο σου κι εσύ γυρίζεις και δεν βλέπεις κανέναν. Μόνο τον καθρέφτη να σου χαμογελάει.
Είναι αδύνατο να φανταστείς πόσο ορθάνοιχτες είναι οι αισθήσεις του, με πόση δύναμη σπάει κι ανασυνθέτει τα κρύσταλλα, χωρίς να φαίνεται καμιά ρωγμή.
Τις προάλλες το συνάντησα μέρα μεσημέρι ολόγυμνο, να φοράει μόνο μια ριγέ γραβάτα. Με κοίταξε εχέμυθα και βγήκε. Ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος για τις μεταπτώσεις του. Νομίζεις πως ξεκίνησε για φτηνούς έρωτες κι αυτό κοιμάται μέσα σε μια βιολέτα ή σε μιαν ανοιχτή πληγή που την κλείνει με δάκρυα ή ταξιδεύει με όρκους στα νερά της Στύγας.
Αιμορραγεί και την ίδια στιγμή κάνει νοήματα στη Θάλασσα και στην Άνοιξη, που δεν ξέρουν ποτέ τι θα τους γράψει.
Σε χλευάζει που δεν έχεις πυγμή και σε κάνει ό τι θέλει κι ύστερα σε παρακαλάει να το βοηθήσεις ν’ ανέβει στο λόφο ν’ απολαύσει την Πανσέληνο ή ν’ αγιάσει μια τραγική θυσία.
Κι εσύ συλλογίζεσαι. Ματώνεις τα πόδια να το ακολουθείς και δε σε λυπάται. Σε σέρνει πάνω στα συρματοπλέγματα, σκίζει τις σάρκες σου και σε αποκαλεί ανθρώπινο κτήνος που το γέννησες να σ’ αγαπάει τόσο κι ύστερα, αποκαμωμένο, κάνει υπέροχο έρωτα μαζί σου και κοιμάται. Και σ’ αφήνει, ευχαριστημένο, να κλαις και να κοιτάς την ψυχή σου που βλέπει όνειρα, να την παίρνεις αγκαλιά και να περιμένεις να σε ξυπνήσει πάλι το πρωί, για να ξαναπαίξεις στην αμμουδιά μαζί του ή να ξαναματώσεις.
Στις λίγες περιπτώσεις που τόλμησα να του κάνω τον ατζέντη με παραμέρισε ευγενικά και αυτοπαρουσιάστηκε, φορώντας ένδυμα και χαρακτήρα ανάλογο με τα ταξίδια του. Κι εγώ που είχα κρατήσει με κόπο τις σημειώσεις μου έμεινα στο περιθώριο, αστείος κι αταίριαστος.
Καμιά φορά, νομίζω πως είναι ένας παλιάτσος που μπαίνει λαθραία στη σκηνή, γιατί λείπει το γέλιο. Στην τελευταία όμως παράσταση τα’ κανε όλα γυαλιά καρφιά με το πρώτο μειδίαμα και βγήκε στο δρόμο να ζητιανέψει δάκρυα.
Όταν έχει τις καλές του, μπορεί να σου δώσει το χέρι να το πας βόλτα, με αντάλλαγμα να κρατάει, σαν πορτοκάλι, την ψυχή σου στα χέρια του. Στην επιστρέφει πάντα γεμάτη ηδονή ή κουρέλι και σε υποχρεώνει να το απαγγείλεις μπροστά σε νοητό κοινό που σε χλευάζει.
Νομίζεις πως το ξεπερνάς σε πάθος κι ανακαλύπτεις με δέος πως έχει πάρει μέρος σε χίλιες επαναστάσεις, σε χίλια μοιρολόγια, σε χίλια τραγούδια, σε χίλιους οργασμούς απ’ τις πρώτες κιόλας λέξεις. Κι είναι χαριτωμένο όταν παριστάνει το «ελευθέριον ήθος», ακουμπώντας την πλάτη και το αριστερό του πόδι λυγισμένο σ’ έναν αμαρτωλό τοίχο.
Σε μια ειλικρινή του εξομολόγηση, μου αποκάλυψε πως είχε καλά μελετήσει τις τρεις συλλαβές του πριν γεννηθεί. Αλλιώς θα έμενε αγέννητο.
Τόσα χρόνια συγκάτοικοι και δεν έμαθα ακόμα το άσμα των ασμάτων του. Αγνοώ αν το ’χει φυλάξει σε επιφάνειες ή βυθούς, αν και υποψιάζομαι ότι είναι ακόμα καρφωμένο πάνω στο σταυρό, έτοιμο, μ’ ένα φραγγέλιο στο χέρι.
Δεν πήγε στην τελευταία Ανάσταση. Είναι απασχολημένο. Διαδηλώνει συχνά έξω απ’ τη Βουλή των Ονείρων, για μια αγάπη ανθρώπινη, κρατώντας αγκαζέ τον Ερωτόκριτο κι ένα ποτήρι με σπονδές στο χέρι.
Τις νύχτες παραμιλάει. Δεν ανησυχώ. Το συνήθισα. Θα μου λείψει αν σταματήσει. Ιδίως αν σταματήσει να συλλαβίζει εκείνα τα παράξενα ή συνηθισμένα (δεν έχει σημασία) ονόματα- Σύλβιο, Μαρία, Γουσταύο, Γκασπάρ κι άλλα- που θυμίζουν μνημόσυνο και δικτατορίες και βωμούς απ’ όπου ξεκινούν οι ψυχές των μαρτύρων, που καταλήγουν στο κενοτάφιο με τα λιγνά ζαχαροκάλαμα.
Κλαις ποίημα; Το ρωτώ. Και δεν μου απαντάει. Μου δείχνει μόνο την πλώρη της «Τοκομέλας» και τα θολά του μάτια μού λένε «πρόσεχε. Εκεί». Κι εγώ κοιτάζω μπροστά να καταλάβω πού με οδηγεί.
Σ’ ένα ποτήρι, στάζει μια σταγόνα πίκρα, μια σταγόνα θυμό, μια σταγόνα άι σιχτίρ και βάζει φωτιά στο κελί του. Φιμώνει τους φρουρούς, κορδώνεται, στέλνει στο διάολο την είσοδο και φεύγει.
Έχω προσέξει πως σέβεται τ΄απομνημονεύματά του αλλά μελετάει πόντο πόντο τη διαθήκη του. Αν την αντιληφθεί να κάθεται, τη σηκώνει επιτιμητικά. Δεν την αφήνει να κοιμηθεί ποτέ παρά τόσο μόνο, όσο είναι αρκετό για να μένουν καθαρές οι γραμμές της.
Αναρωτιέμαι. Άραγε είναι ευτυχισμένο; Και τολμώ να του το πω. Σκάει στα γέλια, φοράει τη σκελετωμένη πανοπλία που μου μοιάζει και μου δίνει μια σύντομη συνέντευξη.
«Μου αρκεί που είμαι απλά μια υπόσχεση. Μια ακραία ψυχή σε ακριβό τοπίο». Παρατηρώ πως έχει κιόλας χάσει το γέλιο του. Και αποσύρομαι. Βγαίνει κι εκείνο ήρεμα απ’ την πανοπλία για να βρεθεί στο καθημερινό πλάνο. Δε βιάζεται να τελειώσει την υπόσχεση ούτε την ακρότητά του.
Τα δειλινά εδώ είναι φανταστικά. Διαβάζω στο ημερολόγιό του πως τα θεωρεί τη θετική επιφάνεια ενός αρνητικού φιλμ κι ας νυχτώνει. Δεν καταλαβαίνω τη λογική του. Μου λέει πως έχει προσωπική αντίληψη για το θετικό και το αρνητικό ενός φιλμ, όπως ακριβώς και για το φως και για το σκοτάδι, για τη μέρα και για τη νύχτα. Το αφήνω ήσυχο. Θεωρώ την προσωπική άποψη ιερή, όπως και τα προσωπικά δεδομένα.
Σήμερα φυσούσε πολύ. Μου είπε να προσέχω τα δέντρα… Γιατί; «Γιατί απ’ τους κορμούς τους βγαίνουν παιδιά. Το ξέχασες; Δεν πρέπει να χτυπήσουν. Και δεν πρέπει να φοβηθούν, ούτε να μεγαλώσουν μονομιάς, γιατί δεν θα έχουν ρίζα. Κι είναι και μερικά που μόλις βγουν κάτι οσμίζονται και κοιτάζουν πίσω». Δεν το περίμενα πως θα μπορούσε να κάνει τέτοια πρόβλεψη. Το σημείωσα.
Εκείνο, έβγαλε τα παπούτσια του πάνω στα χαλίκια. Ήθελε τα πέλματά του πληγωμένα. Έτσι στέριωνε καλύτερα τους όρκους. Πάνω στη φωτιά περπατούσε καλύτερα ξυπόλυτο γιατί την ένιωθε κι έμενε ξύπνιο. Να πολεμάει το εφήμερο και τους φράχτες. Να μη χαίρεται.
«Όμορφα που ανεβαίνει η κορυφή!», άκουσα. Τινάχτηκα. Είχε κιόλας αναληφθεί γεμάτο τιμιότητα.

 *
Αναζήτηση της ποίησης


Κάρλος Ντραμόντ ντε Αντράλε  (απόσπασμα)

...Αν χάθηκε, ποίηση δεν ήτανε.

Αν έσπασε, κρύσταλλο δεν ήταν.

Μπες υπόκωφα στο βασίλειο των λέξεων

Εκεί βρίσκονται τα ποιήματα που περιμένουν να γραφτούν
Έχουν παράλυση, αλλά δεν χρειάζεται να απελπίζεσαι, υπάρχει ησυχία και δροσιά στην άθικτη επιφάνεια.

Εκεί βρίσκονται μόνα και άλαλα, σε κατάσταση λεξικού.
Ζήσε με τα ποιήματα, προτού τα γράψεις
Να τους έχεις υπομονή αν είναι σκοτεινά. Ηρεμία, αν σε προκαλούν. Να περιμένεις να
πραγματοποιηθεί και να τελειώσει κάθε ένα τους
με τη δικιά σου δύναμη λόγου
και τη δικιά σου δύναμη σιωπής.

Μην αναγκάζεις το ποίημα να ξεκολλήσει απ' το καθαρτήριο.

Μη σηκώνεις από κάτω το ποίημα που χάθηκε.
Μην εκθειάζεις το ποίημα.
Δέξου το όπως εκείνο θα δεχθεί την οριστική και συμπυκνωμένη μορφή του στο διάστημα.

Πλησίασε κι άλλο και παρατήρησε τις λέξεις.

Κάθε μια τους
έχει χίλιες δυο μυστικές πλευρές κάτω από την ουδέτερη πλευρά
Και σε ρωτά, χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον για την απάντηση
φτωχή ή τρομερή που θα του δώσεις:
Έφερες το κλειδί;

*

Ένα

Ξέρω πως την περιφρονείς αυτή την τέχνη. Δεν έχεις

κι άδικο. Λέξεις, η μια μετά την άλλη, και στο τέλος
μια ομοιοκαταληξία. Σπουδαίο πράμα... "Να προσέχεις",
λένε οι φιλόλογοι, "τους δεκαπεντασύλλαβους, το μέλος

κι - όταν μπορείς - και τον ρυθμό". Μα τότε μένει η ποίηση

απλά μια τεχνική...Γι' αυτό σου λέω, Μικρή Αλεπού, 
φέρε τον χρόνο και τη διάθεση να γίνει μες στην κίνηση
εικόνα το γραπτό, να αποτυπωθεί σαν όραμα αλλού,

σε κάποιον τοίχο ή σκοτεινή αίθουσα...ίσως ακόμη μες

στο θερινό της επαρχίας, με τα ζευγάρια που αγκαλιά
κοιτάνε το πανί, και λεν "καλά, το έργο είναι μεγάλο".

Βέβαια, να πώς να το πω, δήθεν μου έλειψες προχτές

και σκάρωσα αυτό εδώ, για να σου δείξω μια 
περίπτωση σονέτου! Ας πάω τώρα να κάνω κάτι άλλο.

Θοδωρής Ρακόπουλος


*


Ποίηση είναι αυτό που χάνεται κατά τη μετάφραση, Φροστ


*

Κρέμασα το ποίημά μου

Κρέμασα το ποίημά μου σ' ένα ψηλό κλαδί.

Κοίτα το που χτυπιέται με τον άνεμο.
Ξεκρέμασέ το, μου είπες, σταμάτα το μαρτύριό του.

Ξαφνιασμένοι οι διαβάτες, το βλέπουν τόση ώρα!

Το δέντρο χαιρετά, κουνώντας το ποίημά του.
Δεν υπάρχει τίποτα για απάντηση. Πρέπει να φύγουμε.

Θα το απαρνηθείς;


Μάλλον. Μα μη φοβάσαι, αύριο ένα άλλο θα 'χει την ίδια τύχη.
Θα 'πρεπε να ξοδεύομαι σε τέτοια παιχνίδια;
Ένα ποίημα δεν βαραίνει πολύ το κλαδί ενός δέντρου.
Θα γράψω για σένανε όσα θελήσεις, τόσους στίχους 
όσα και δέντρα υπάρχουν.
Κι ύστερα τι θ' απογίνει με μας τους δυο;
Ίσως όλα αυτά να τα ξεχάσουμε πολύ γρήγορα;
Όχι.
Λίγο να μας πιάσει η κούραση στο δρόμο
και θα μπορέσουμε να ξαναδούμε
το μέρος.
Το δέντρο χαιρετά,
κουνώντας το ποίημά του.

Τότε θα ξανά 'ρθει το χαμόγελό μας.


- Πάμε!


Γεβγένι Γεφτουσένκο


_____


μετάφραση, Ανδρέας Καραντώνης

*
Κριτική του αισθήματος

Δεν υπάρχει ποιητική κρίση, μόνο μερικά χαμένα φώτα
στις πεδιάδες, όπου τα κοράκια πηγαίνουν να αμαυρώσουν τα σημάδια.
Δε θ' αφήσω, ωστόσο, τη σκέψη να καταστρέψει το τοπίο
ή τις λέξεις να ταπετσάρουν με τριαντάφυλλα το γκρεμό.
Στην ποίηση, είναι αλήθεια, δεν υπάρχουν αισθήματα,
μόνο τρένα που περνούν και που η βραδύτητά τους
διακόπτει τη συζήτηση. Στο βαθούλωμα του κύματος,
ξαναπέφτοντας στο κέντρο του, ο ωκεανός αντικαθιστά τη λέξη
που σχίζει το πεπρωμένο.
Γιατί δεν υπάρχουν νόμοι για το πάθος
και όποιος το αποδείξει, μαθαίνει
πόσο ανώνυμο είναι το αίσθημα. Γι' αυτό,
το αίσθημα στην ποίηση, δεν είναι μια διακοπή
του τοπίου, ούτε συγχέεται με τη φύση.
Πιο εσωτερικό, έχει να κάνει με τη μορφή
όπως οι ερωδιοί, που χάνονται στον ορίζοντα,
τρελαίνοντας με τις φωνές τους το πέταγμα του Μέλλοντος.

Φερνάντο Γκουερέιρο


*
Miroslav Holub
Παρ’ όλον ότι ένα ποίημα γεννιέται όταν δεν μένει τίποτ’ άλλο να γίνει, παρ’ όλον ότι ένα ποίημα είναι μια τελευταία προσπάθεια να μπει κάποια τάξη όταν δεν μπορεί κανείς να υποφέρει άλλο την αταξία,
παρ’ όλον ότι χρειαζόμαστε τους ποιητές πιο πολύ όταν χρειαζόμαστε επίσης πιο πολύ την ελευθερία, την βιταμίνη C, τις επικοινωνίες, τους νόμους και τη θεραπεία της υπέρτασης,
παρ’ όλον ότι το να ’σαι καλλιτέχνης σημαίνει αποτυχία, και τέχνη σημαίνει αφοσίωση στην αποτυχία, όπως λέει ο Σάμουελ Μπέκετ,
ένα ποίημα δεν είναι απ’ τα τελευταία αλλά από τα πρώτα πράγματα του ανθρώπου…είναι το μοναδικό σπαθί κι ασπίδα:
γιατί σαν αρχή και σαν ουσία δεν στρέφεται εναντίον τυράννων, εναντίον αυτοκινήτων, εναντίον της παραφροσύνης και του καρκίνου και των πυλών του θανάτου αλλά εναντίον εκείνου που υπάρχει ανέκαθεν μέσα κι έξω, ανέκαθεν μπροστά, πίσω κι ανάμεσα, ανέκαθεν μαζί μας και εναντίον μας.
Στρέφεται εναντίον του κενού. Ένα ποίημα είναι ύπαρξη ενάντια στο κενό. Σ’ αντίθεση προς το πρωταρχικό και το δευτερογενές κενό…
Και το κενό είναι μέγιστο εκεί που υπήρξε μάλλον παρά εκεί που δεν υπήρξε ποτέ ο άνθρωπος. Το αστρικό διάστημα δεν είναι κενό, δεν υπάρχει όμως χειρότερο κενό από ένα ερειπωμένο σπίτι.
Ή μια σκέψη που δεν κατάληξε πουθενά.
Παρατηρώντας τ’ αστέρια νιώθουμε ένα κενό που δεν είναι δικό τους.

*
Αν δεν μου ’δινες την ποίηση Κύριε
Αν δε μου ’δινες την ποίηση, Κύριε,
δε θα ’χα τίποτα για να ζήσω.
Αυτά τα χωράφια δε θάταν δικά μου.
Ενώ τώρα ευτύχησα να έχω μηλιές,
να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,
να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο,
η έρημός μου λαό,
τα περιβόλια μου αηδόνια.
Νικηφόρος Βρεττάκος
*
Μήνυμα από το Ποίημα
"Ώρα να ορκιστείς, διαγράφοντας με τ' αριστερό σου χέρι έναν αόριστο κύκλο, χωρίς να ορίσεις πουθενά την παρουσία σαφών ορίων, καταφάσκοντας στον Κοσμικό μου Λόγο. Σαν πρώτη ανταμοιβή, θα φυτρώσεις στη χλόη, με μιαν αφύπνιση γεμάτη άσφαλτο, μέσα στα λασπόνερα και στο πετρέλαιο. Είναι το τοπίο που σου ταιριάζει. Που ταιριάζει στον Ποιητή...Μη ζητάς περισσότερα".
Ορκίστηκα στον Άναρχο και Ατελεύτητο Λόγο.
Με κοίταξε βαθιά σαν να το περίμενε...
Γιώργος Τσακιράκης

*


ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΑΚΗΣ


Άλλαζα συνεχώς μολύβια

Σήμερα, άλλαζα συνεχώς μολύβια,
χωρίς να μπορώ να καταλήξω
σ’ ένα πιο λεπτό, σ’ ένα πιο ζωηρό,
σ’ ένα πιο σοβαρό, σ’ ένα πιο
χαρούμενο, σ’ ένα πιο αέρινο, σ’ ένα
πιο θλιμμένο ή σ’ ένα πιο ελπιδοφόρο
γράψιμο. Έβλεπα μόνο καθαρά το
ύψος να μεγαλώνει.
*
YVES BONNEFOY, ΥΒ ΜΠΟΝΦΟΥΑ
Ο αναγνώστης της ποίησης δεν αναλύει, ορκίζεται στον συγγραφέα, στον πλησίον του, να παραμείνει εντός της έντασης…Ξαναβρήκε μια ελπίδα…Τουλάχιστο οι ποιητές φέρουν μέσα τους μια άλλη ιδέα αυτού που αξίζει ή αυτού που υπάρχει, από εκείνη που φωτίζεται σήμερα από την έρευνα του σημειολόγου…ασφαλώς μεταβατικά αλλά ανά πάσα στιγμή απόλυτα. Λέξεις ενός ιερού, λέξεις που μας υποδέχονται σε μια γη! Το είναι δεν υπάρχει παρά μόνο από τη βούλησή μας να υπάρχει είναι…Στους ποιητές…όποιες κι αν είναι οι παρεκκλίσεις του σημείου, τα προφανή του τίποτα, το να πουν «εγώ» παραμένει γι’ αυτούς αυτή καθαυτή η πραγματικότητα και ένα συγκεκριμένο καθήκον: να ξανασυγκεντρώσουν τις λέξεις που υπερβαίνουν τα όρια του ονείρου, σε σχέση με το άλλο η οποία αποτελεί την απαρχή του είναι…Και σ’ αυτή τη σωτήρια οδό τα ποιήματα, τα μεγάλα ποιήματα τουλάχιστο, συνιστούν παραδείγματα κι ακόμα περισσότερο:τη φωνή που μας ενθαρρύνει κι όχι τη σιωπή ενός κειμένου…Η ποίηση, στην αιχμή της ανησυχίας της, δεν είναι τίποτε άλλο από μια πράξη γνώσης. Και όσο σ’ αυτή τη σταθερή σκόπευση θα διαθέτει νέους τρόπους στα χρόνια που έρχονται, μου φαίνεται ότι θα μπορούσε να είναι μια πράξη γνώσης με πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα…Ποτέ το «εγώ» δεν θα υπήρξε καλύτερα οπλισμένο για τον αγώνα κάθε στιγμής…Εάν, επομένως, αληθεύει ότι η υποκειμενικότητα μπορεί σήμερα να ραγίσει και ότι η ποίηση και η επιστήμη των σημείων μπορούν να συμμαχήσουν για μια νέα σχέση του «εγώ» που υπάρχει και του «εγώ» που ονειρεύεται, τι απρόβλεπτη, αίφνης, απλοχωριά ελπίδας! Την ώρα που συσσωρεύεται τόσο σκοτάδι, θα βρεθούμε άραγε στο χείλος του αληθινού φωτός;…Δεν πιστεύω πως υπάρχει αληθινή ποίηση που να μην αναζητάει σήμερα, και να μην θέλει ν’ αναζητήσει μέχρι την τελευταία πνοή ,τη θεμελίωση μιας νέας ελπίδας… Αυτή η ποίηση λησμονεί το θάνατο…Τελικά η ποιητική συνείδηση…εξορισμένη απ’ τον γενέθλιο τόπο όπου σε άλλες εποχές υποδεχόταν τόσο τις διαισθητικές γνώσεις όσο και πιο συγκεχυμένες ορμές-που είχαν όμως αίσθηση των αναλογιών-είναι σε θέση, εξαιτίας αυτής της ίδιας ανεπάρκειας, να επωφεληθεί από την «υπέρτατη αναλογία», εκείνη που μέχρι τώρα της είχαν αρνηθεί…Ακόμα κι αυτή η σύγκρουση απόψεων σχετικά με την πράξη της ποίησης, στην πραγματικότητα θα έπρεπε…να αποδειχτεί μια δύναμη…Οδηγημένη στο πρωταρχικό από το σκίσιμο των ονείρων της, θα μιλήσει…για κείνο που θα έπρεπε να υπάρχει… Εκείνο που γνωρίζω, όσο τουλάχιστο με αφορά, είναι ότι η ποίηση επανέρχεται ακατάβλητη…Αυτή την επιμονή, που ουδέποτε ως τώρα δικαιολογήθηκε αλλά ούτε και ποτέ την αποκηρύξαμε, θα ήθελα απόψε να επαναλάβω...

*
ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
«Όλο και περισσότερο η ανθρωπότητα θα ανακαλύπτει ότι πρέπει να στραφούμε στην ποίηση προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε τη ζωή για λογαριασμό μας, για να βρίσκουμε παρηγοριά, για να επιβιώνουμε. Χωρίς την ποίηση η επιστήμη θα μας φαίνεται ότι έχει ελλείψεις και πολλά απ’ όσα πιστεύουμε τώρα ότι είναι θρησκεία και φιλοσοφία θα θεωρούμε ότι ανήκουν πλέον στην ποίηση».
(Μάθιου Άρνολντ, Σπουδή στην Ποίηση, 1880)
Αυτή ήταν μια πρόβλεψη του Άγγλου ποιητή Μάθιου Άρνολντ, πολέμιου της βικτωριανής νοοτροπίας, γνωστού και από το έργο του «Κουλτούρα και αναρχία». Το καταπληκτικό είναι ότι γράφτηκαν στη «Σπουδή στην ποίηση» η οποία εμφανίστηκε το 1880! Και έρχονται σήμερα, έναν αιώνα μετά και παραπάνω, άλλοι συμπατριώτες του Άρνολντ να θέσουν το ερώτημα: «Τη στιγμή που μία σταγόνα συναντά την ήρεμη επιφάνεια του νερού, δημιουργώντας χίλιους κυματισμούς γύρω της, τον λόγο έχει η ποίηση ή μήπως η επιστήμη;
Η Αν Όσμπορν, μια συμπατριώτισσα του Μάθιου Άρνολντ, βιολόγος με ειδικότητα στις έρευνες γύρω από τις ασθένειες των φυτών αλλά ασχολούμενη και η ίδια με το να γράφει ποιήματα, σκέφτηκε να συνδέσει επιστήμη, ζωγραφική και ποίηση στο πλαίσιο ενός εκτεταμένου πειράματος με παιδιά. Γράφτηκε σε μια σχολή Δημιουργικής συγγραφής για να μπορεί να βρει καλύτερους τρόπους ως προς το πώς η επιστήμη θα μπορούσε να εμπλουτίσει τη ζωή των ανθρώπων, ακόμα και τη γλώσσα τους…Όπως γράφει κάπου «τα ποιήματα είναι κάψουλες με δυναμική ενέργεια μερικές φορές τόση όση υπάρχει και σε μία μαύρη τρύπα»…
Και τελικά η…φωτιά άναψε τόσο καλά που όχι μόνο τώρα στην Αγγλία δεκάδες σχολεία ακολουθούν το μονοπάτι που χάραξε εκείνη, αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενθουσιασμένοι από τα πρώτα αποτελέσματα, άρχισαν να εκπαιδεύουν δασκάλους να κάνουν το ίδιο.
Α. Γαλδαδάς

*
Γιάννης Λειβαδάς,

Η Ποίηση και η Κατάσταση (καίρια αποσπάσματα)


Η ποίηση είναι προνόμιο. Η γλώσσα φιλοξενεί τον ποιητή. Ο ποιητής οφείλει την αποθέωση. Την εκπαρθένευση δηλαδή κάθε πρόσφατης τεκμηρίωσης. Και αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος βρίσκεται πάντοτε λίγο, ή πολύ, πιο μπροστά από την πιο πρόσφατη ερμηνεία του…

Όταν οι ποιητές έχουν εν πολλοίς καταθέσει το ιδίωμα μίας λαβωματιάς από το αγκάθι του ρόδου που έκοψαν, δεν σημαίνει επουδενί πως έχουν δημιουργήσει δική τους ποιητική γλώσσα, πως έγραψαν δηλαδή καινούργια ποίηση. Κι αυτό διότι απλώς επανήλθαν σε προηγούμενες ποιητικές επινοήσεις, ανακυκλώνοντας κάθε περιούσια, ή μη, τυπολατρία. Το πρόβλημα σήμερα εντοπίζεται στο γεγονός πως δεν παράγεται προσωπικό ιδίωμα. Μία γλώσσα δηλαδή μέσα στην οποία ο ποιητής ποντάρει στο ακατόρθωτο…

Και επ’ αυτού ο ρόλος του ιδεολογικού και του εθνικού βάρους είναι καίριος. Πολύ απλά, ο ποιητής δεν μπορεί παρά να διαθέτει μία και μόνη ιδεολογία, την Προσωπική Γλώσσα, και δεν μπορεί παρά να υποστεί την επικράτεια μίας παγκοσμιότητας, τίποτε πιο μικρό ή περιορισμένο. Στην ποίηση η μέγιστη εγγύτητα κατακτάται με το πιο ατέρμονο βλέμμα. Αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση…

Διαβάζοντας κανείς έργα νεότερων ποιητών ή και φύλλα δοκιμιακού χαρακτήρα που δημοσιεύουν, διακρίνει το εξής φαινόμενο: η ποίηση αντιμετωπίζεται σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον, που είναι. Η ποίηση όμως είναι πριν και πάνω απ’ όλα μια ειδική σχέση με τη ζωή, με τα πράγματα, είναι μία κατάσταση απόλυτης έκθεσης στο Άλλο. Καθαρή μεταφυσική...Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται μία πρώτη απόδειξη τέχνης ή αποδεικνύεται η απουσία της. Αν η αποτυχία του ποιητή καθώς και η επιστροφή του κρίνονται με βάση κάποια στατική επίγνωση, τότε μάλλον δεν παράγεται ποίηση. Εξάλλου κάθε στατική επίγνωση, ως τέκνο της συνείδησης, η οποία είναι μία εκ γενετής ψευδαίσθηση, διαθέτει πολύ μικρό σχήμα για να χωρέσει την τέχνη… Το πιθανό bonus δηλαδή της επιτυχίας όταν η ακίδα σταματήσει τον τροχό στο «Τα παίρνεις όλα» υφίσταται μόνον στην αρρωστημένη φαντασία ορισμένων…

Κατά βάθος πρόκειται για τον ανείπωτο πόθο της κοινωνίας να σπάσει τα δεσμά της προσπαθώντας να γίνει μία κοινωνία «ποιητών» και όχι μία κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων. Προφανώς διαφεύγει το γεγονός πως ο ποιητής δεν γνωρίζει ούτε την σκλαβιά μα ούτε και την ελευθερία, και πως ο ποιητής είναι το αντίθετο αυτού που ονομάζουμε «κοινωνία». Καμώνονται λοιπόν ορισμένοι πως ποιητές μας είναι οι διαφημιστές των τραυματισμένων πόθων μας. Φευ! Ο ποιητής είναι πάνω απ’ όλα μια στάση ζωής, μια φυσικότητα που διαρκώς αναδεικνύει δίχως να αναδεικνύεται…

Αυτό που πολλοί θεωρούν ποίηση είναι μία άκαμπτη διακόσμηση, δεν συμμετέχει στον ρου της ζωής, δεν αντανακλά στη μνήμη. Δεν είναι λοιπόν ποίηση. Η Ποίηση ανήκει αποκλειστικά στο γίγνεσθαι, όχι στο είναι. Ο ποιητής είναι μία άσωτη διαταραχή ανάμεσα στο ατομικό και το κοσμικό στοιχείο - κι αυτήν τη διαταραχή όντας νομοτελειακά πυρσός της εποχής, πρέπει πάση θυσία να μετακενώσει ζώντας και γράφοντας. Μόνο τότε η δουλειά του ποιητή θα ‘χει πετύχει.

Η Μούσα δεμένη στον βράχο του Προμηθέα. Μιλώ σαφέστατα για την πιο σκοτεινή σκληρότητα που μπορεί να χωνέψει η ανθρώπινη συνείδηση. Ο ποιητής αναμετράται με μια δρακόντεια απαίτηση: εκείνη της γλώσσας της ζωντανής που μιλά με τη σοφία της συγχρονικότητας και της αλλοίωσης. Ποίηση είναι εκείνη που στοιχειώνει τον θάνατο, περιφρονεί την ελπίδα και ζει με το αιώνιο βάσανο…

Η ποίηση δεν αποτελεί μέρος του διακόσμου του ανθρώπινου σύμπαντος, ούτε και είναι η ιέρεια της εξιλέωσης των πληγών του. Είναι η έσχατη προσομοίωση της καταστροφής και της δημιουργίας του. Βασικό εμπόδιο λοιπόν για την επίτευξη αυτής της προσομοίωσης είναι η ατολμία. Και εννοούμε την ατολμία του πνεύματος να συντελέσει στο ξεπέρασμα της διατύπωσης ώστε το ποίημα να είναι ποίηση και όχι αισθητική τακτοποίηση μίας διακήρυξης, να είναι Τέχνη. Γιατί μία απλή «διακήρυξη ελευθερίας» του ποιητή, δεν αποτελεί απόδειξη τόλμης ή γνώσης. Απαιτείται δημιουργική υλοποίηση. Η υλοποίηση αυτή είναι η διαφορά, η οποία όμως υφίσταται μόνο ως υπεροχή και όχι ως υποχώρηση (σύμβαση), όπως διατείνονται έμμεσα ορισμένοι, και ευλογούν οι διακεκριμένοι «πατέρες» της γραφής.

Εκεί λοιπόν που κάποιοι αναγνωρίζουν τον ερχομό μίας νέας ποιητικής γενιάς με αναθεωρημένη προβληματική, υπάρχουν και άλλοι που δεν διακρίνουν παρά καρικατούρες που περιφέρονται με κάποιο «χρίσμα» ικανοποιώντας την ανούσια ματαιοδοξία τους. Βλέπουν τα αποτελέσματα των διατυπώσεων εκείνων που τόσο άστοχα έβαλαν μεγάλο σημάδι στη «γενιά του ’30(;)», άφησαν ένα τεράστιο κενό ανάμεσα, και ξανασημάδεψαν εντελώς αυθαίρετα στη «γενιά του ’80(;)», η οποία έφερε με τη σειρά της στον κόσμο μία φουρνιά νεότερων ποιητών που λογοπαικτούν με το απόκομμα της πρόωρης συνταξιοδότησής τους. Η «νέα γενιά ποιητών» πιστεύω πως δεν είναι υποχρεωτικά αυτή που παρουσιάζεται ως τέτοια. Υπάρχουν σοβαροί ποιητές που δεν έχουν αναγνωριστεί ούτε και εκτιμηθεί επίσημα, βρίσκονται κάπου πιο απόμερα. Εκεί που οι μηχανισμοί τεχνητού φωτός των κριτικών και των ακαδημαϊκών δεν καταφέρνουν να λάμψουν. Ποτέ άλλωστε δεν το κατάφεραν…

Οι πραγματικοί ποιητές γνωρίζουν πως αυτό που εξακολουθεί είναι ένα και απαράλλακτο, η διερώτηση μίας Απολύτου Υπάρξεως, το ζήτημα της πίστης στο Ιερό. Κάθε διαφοροποίηση αυτού του φαινομένου είναι κι ένας μανδύας του αδιαφοροποίητου. Όλες οι πτώσεις των μανδυών είναι η ιστορία της ποίησης· γραμμένη από όσους επιδόθηκαν στην έκδυση, στην κορύφωση. Κορυφαίο είναι το εντελώς απρόβλεπτο που προκύπτει από την εσκεμμένη απαλλαγή του ποιητικού λόγου από την προφανή ισορροπία και την φαινομενική στρατηγική του. Μα εδώ τα χέρια ιδρώνουν και ο ίσκιος χάνεται κάτω απ’ τα πόδια, διότι: με τι καταγίνεται κανείς όταν λέει πως είναι ποιητής; Με την προγύμναση μπροστά στην επερχόμενη εξαφάνιση ή με την έσχατη επιβεβαίωση; Πρόκειται για λαχτάρα «άλλων κόσμων», για «εξαγνισμένη λησμονιά», για απόθεση κορώνας σε κάποιο υψηλό μέλημα;

Ας ακουστεί κι αυτή η άποψη λοιπόν: ο ποιητής λειτουργεί ως αυθέντης, ως διάνοια που διαβλέπει και συνιστά· φέρνει τον κόσμο σε μία νέα αφετηρία της οποίας τα στοιχεία τα κατέχει και τα εξουσιάζει σαν «μονάρχης ιδίω δικαίω» όπως θα έλεγε και ο Έμερσον. Προτείνει στον κόσμο νέες αντιληπτικές εμπειρίες και κρίνει πως ο άνθρωπος οφείλει να αποκαλυφθεί, πως ο άνθρωπος έχει μείνει τραγικά πίσω, και πως ακόμη και αν ο ποιητής στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, που τον θέλουν από νομοτελειακή ανάγκη πυρσό της εποχής του, ο άνθρωπος έχει επικίνδυνα αδυνατίσει στο εσωτερικό του για να δεχθεί τη δική του συνδρομή. Και για αυτό ευθύνη του ποιητή είναι να μεταβάλλει τον κόσμο και όχι να πορεύεται σύμφωνα με την συντονισμένη πρόσληψη. Ο ποιητής καταφέρνει να μην υποταχτεί στην ανθρωπότητα, αναλαμβάνοντας το βάρος της συλλογικής της πτώσης. Είναι ο ερχόμενος άνθρωπος, όχι το ανθρωπάριο που υποτιμά την ύπαρξη (και «γράφοντας» και «δια ζώσης»), το οποίο ζυγίζεται μεταξύ της προσπάθειας αυτο-προσδιορισμού και του κοινωνικού φαίνεσθαι…

Η ποίηση ακριβώς επειδή είναι (μετα)φύση, δεν είναι άλλο από μία διαρκής παρουσία. Νόημά της είναι η ίδια της η ύπαρξη. Η ποίηση ασχολείται με κάτι που δεν γίνεται διανοητικά να ολοκληρωθεί. Το Κενό. Την άληκτη διερώτηση για την κεντρική αλήθεια των πραγμάτων και των ορίων που υποβάλλονται για να καταργούνται. Η ποίηση δρα αδιάφορα ή ενάντια στις γενικές δυνατότητες, είναι εξαιρετική ειδίκευση, αποτελεί δε μέρος του απόλυτου υπερ-Αντικειμένου και δεν προβληματίζεται με τη θέση της διότι είναι η απόλυτη έκφραση εκείνου. Προβληματίζεται όμως με τις εκδοχές του. Για αυτό λοιπόν, ο ποιητής δεν γράφει με το ταλέντο (το ξεπερνά), γράφει με την απώθηση της ευκολίας και της επισήμανσης. Ο ποιητής βαδίζει στο πουθενά. Το ποιητικό έργο ορίζεται από την ποιητική σύσταση του δημιουργού, από την ποιητική δύναμη που τον καθιστά ποιητή. …

 

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, ΕΛΥΤΗΣ..., ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΜΑ....ΣΠΑΝΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:07 μ.μ.

0

…Τ’ αστερόεντα δέντρα με την ευδοκία
η παρασημαντική ενός άλλου κόσμου

η παλιά δοξασία ότι υπάρχει πάντα
το
πολύ σιμά κι όμως αόρατο


Η σκιά που τα γέρνει με το πλάι στο χώμα

ένα κάτι του κίτρινου στη θύμησή τους
η αρχαία τους όρχηση πάνω απ’ τους τάφους

η σοφία τους η αδιατίμητη

Η Ελέα, η Ροδιά, η Ροδακινιά
το πεύκο,
η Λεύκα, ο Πλάτανος
ο Δρυς, η Οξιά,
το Κυπαρίσσι.


(Απόσπασμα απ’ το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη)

ΜΑΤΣΟΥΟ ΜΠΑΣΟ, ΙΑΠΩΝΙΑ..., ΟΨΕΙΣ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 10:36 μ.μ.

0

Ιαπωνία, Ματσούο Μπασό (1644-1694),


Πέντε χαϊκού

Ένα κοράκι στο γυμνό κλαδί.
Πέφτει το λυκόφως
του Φθινοπώρου.
__________

Βουνίσιο μονοπάτι.
Άρωμα από άνθη δαμασκηνιάς.
Ξαφνικά ο Ήλιος ανατέλλει.
__________

Ο Ματσούο Μπασό
Θεέ βουνίσιε, θα’ σουν καλός
αν θωρούσα το πρόσωπό σου
μές απ’ τ’ άνθη της αυγής.
___________

Μάταιοι θνητοί.
Και στων λουλουδιών την πόλη
φτάνει ο άνεμος του Φθινοπώρου.
____________

Φούρου ίκε για.
Κάβαζου τόμπι
κομού μίζου νο οτό.

Παλιά λιμνούλα.
Ένας βάτραχος βουτά.
Ήχος του νερού.

Ο Ματσούο Κινσάκου Μπασό (Ματσούο Μονεφούσα) γεννήθηκε στο Ουένο της επαρχίας Ίγκα της Ιαπωνίας και πέθανε στην Οζάκα. Μετά το 1680 αποτραβιόταν συχνά σε μια καλύβα στα περίχωρα του Έντο (σημερινό Τόκιο), όπου ζούσε σαν ερημίτης με τη συντροφιά μιας μπανανιάς (basho) που φύτεψε στο κατώφλι του. Έτσι καθιερώθηκε και το όνομα Μπασό. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε ταξιδεύοντας και ζωγραφίζοντας για να αντλήσει έμπνευση, αντιλαμβανόμενος την ποίηση σαν Κάντο (ιδιαίτερο δρόμο) και σαν πηγή της φώτισης (Σατόρι). Θεωρείται δημιουργός του χαϊκού και ο μεγαλύτερος, μαζί με τον Γιατάρο Κομπαγιάσι Ίσσα (1763-1827) εκπρόσωπός του. Τα ποιήματά του συγκεντρώθηκαν από τους μαθητές του στις "Εφτά συλλογές της σχολής του Μπασό" (1774).

Χαϊκού. Η ανθρώπινη σοφία σε λακωνικά τρίστιχα

Τα χαϊκού- κάποτε δεκαεφτασύλλαβα διαμάντια- λακωνικά ποιητικά τρίστιχα με ολιγοσύλλαβες λέξεις, που εμφανίστηκαν τον 15ο με 16ο αιώνα και υπήρξαν ιδιαίτερα προσφιλή και διαδεδομένα σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, κατέχουν διακεκριμένη θέση στην ιαπωνική ποίηση, καθώς εναρμονίζονται με την αντίληψη ότι ο κόσμος είναι, ανά τους αιώνες, ο ίδιος: σταθερός, αμετάβλητος, αναλλοίωτος. Γι’ αυτό, όσο πιο καλά ξέρει κανείς τον κόσμο τόσο πιο οικονομημένα, με μεγαλύτερη συντομία, μπορεί να μιλήσει γι’ αυτόν. Η τέχνη του ελαχίστου. Ένα τόσο μικρό ποίημα είναι λογικό να μη δίνει παρά μόνο το περίγραμμα μιας εικόνας ή κάποιο ξεχωριστό στοιχείο της. Μέσα στις 17, συνήθως, συλλαβές του δεν χωρούν λεπτομέρειες. Ωστόσο, το καλό χαϊκού έχει σαφήνεια. Αντλεί γοητεία όχι από την αοριστία αλλά από τη δύναμη και την πυκνότητα του υπαινιγμού. Ο Αντρέι Ταρκόφσκι στην έμμεση αυτοβιογραφία του «Σμιλεύοντας το χρόνο» παρατηρεί: «Το χαϊκού επεξεργάζεται τις εικόνες του, έτσι ώστε να μη σημαίνουν τίποτα πέρα από τις ίδιες, ενώ ταυτόχρονα εκφράζουν τόσα πολλά, που είναι αδύνατον να συλλάβει κανείς το τελικό τους νόημα. Oσο πιο πιστά ανταποκρίνεται μια εικόνα στη λειτουργία της τόσο πιο δύσκολα περιορίζεται σε μια σαφή εγκεφαλική διατύπωση.
Ο αναγνώστης του χαϊκού πρέπει να απορροφηθεί, να βυθιστεί μέσα στο ποίημα όπως μέσα στη Φύση, να χαθεί μέσα στα βάθη του όπως μέσα στο σύμπαν, όπου δεν υπάρχει ούτε βυθός ούτε επιφάνεια».
Γιώργος Κορδομενίδης

«Ο Μπασό έδωσε στο χαϊκού την περιεκτικότητά, το ηθικό βάθος και την ευγένεια της βουδιστικής του ευλάβειας, σε πυκνές εικόνες όπου η εφήμερη ζωή ανοίγεται ακαριαία στην αιωνιότητα, αποκαθαίροντάς το από την επιπολαιότητα και τη χυδαιότητα των προκατόχων του».
Διονύσης Καψάλης

Τα τέσσερα πρώτα χαϊκού αποδόθηκαν από τον Γιώργο Τσακιράκη. Το χαϊκού του βατράχου μεταφράστηκε κατά λέξη.

[ο ονομασία «χαϊκού» προήλθε πιθανό αργότερα απ’ τον Μασαόκα Σίκι (1867-1902), ο οποίος συνένωσε τις συλλαβές των άλλων ειδών χάικαϊ νο ρένγκα και χόκου, ίσως για να τονίσει την ελεύθερη μορφή των χαϊκού].

ΔΥΟ ΝΕΩΤΕΡΑ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΔΙΣΤΙΧΑ..., ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 10:23 μ.μ.

0

-Βαγόνια να βουλιάξετε, ρόδες να τσακισθήτε.
Πώχετε το κορμάκι μου κι μου το τυραγνήτε.

-Βαγόνια να βουλιάξετε, ρόδες να τσακισθήτε
Τον καπουτραίνο* πώχετε να μην τονε χαρήτε.

-Στη γαλαρία πούσαι συ, δεν πρέπει νάχει λάσπες.
Πρέπει νάχει γαρυφαλιές με ασημένιες γλάστρες.

-Ανάθεμα επιχείρηση και σεις ψηλά γραφεία.
Έχεις κορίτσια όμορφα κι είν’ τα νερά σου κρύα.

-Της Εταιρείας το νερό μούπαν πως έχει αβδέλλες.
Κι’ εγώ το καλοξέτασα, κι’ έχει όμορφες κοπέλλες.
_________________

-Εμένα τόχει η τύχη μου χειμώνα καλοκαίρι.

Νάχω τα πεύκια συντροφιά και το σφυρί στο χέρι.

-Ο Θεός με δίκασε, ποιος άλλος θα με σώσει.
Τα νειάτα κ’ η λεβεντιά πάν’ στη δουλειά θα λειώσει.

Δεν είναι καράβια στο γιαλό, δεν αρμενίζουν πλοία;
Να πάρουν το κορμάκι μου από τα μεταλλεία;

Ζήσε συ, κι’ εγώ ας ποθάνω, τι τη θέλω τη ζωή;
Τι τη θέλω τέτοια νιότη, όλη μέρα στο σφυρί;

*οδηγός των βαγονιών

Νεώτερα εργατικά δημοτικά δίστιχα απ’ την Εύβοια.

συλλογή Δημ. Χρ. Σέττα

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ..., Μ' ΕΝΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ, ΜΟΥΣΙΚΗ Ή ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 10:13 μ.μ.

0




Τα ποιήματα της Ανθολογίας. Διαβάζει ο Γιώργος Τσακιράκης

Ο ΒΥΘΟΥΛΗΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΗΛΙΟ..., ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΣΤΙΧΟΙ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 9:40 μ.μ.

0

Ο Βυθούλης γνωρίζει τον Ήλιο

Μια φορά, τότε που κόντευε ο καιρός, ο Ήλιος είχε κατέβει πολύ χαμηλά και φιλούσε τη θάλασσα, εκεί ακριβώς που αρχίζει καθημερινά και χάνεται όταν η Γη- γυρισμένη στο ένα της πλευρό- θέλει να ξεκουραστεί.

Το φιλί αυτό τον μάγεψε τόσο, που θέλησε να πραγματοποιήσει αμέσως ένα παλιό του όνειρο. Να γνωρίσει τον κόσμο που ζούσε μέσα της. Αντί λοιπόν να ταξιδέψει γι’ άλλες πολιτείες, άφησε τους ανθρώπους να κοιμηθούν λίγο παραπάνω και βυθίστηκε στο θαλασσινό νερό, δροσίζοντας με μεγάλη ευχαρίστηση τις ακτίνες του.
Δεν άργησε, κυλώντας απαλά, να φτάσει στον πιο βαθύ απ’ όλους τους βυθούς, εκεί που ζούσε ο Βυθούλης με την οικογένειά του, σ’ ένα όμορφο θαλασσοχωριό, που όμοιό του ο Ήλιος δεν είχε ξαναδεί ούτε πάνω στη Γη.

Ο Βυθούλης, το όμορφο μικρό ψαράκι που έβγαζε απ’ το κορμάκι του μια δική του μικρή ανταύγεια για να βλέπει, μέσα στον τόσο σκοτεινό βυθό, θαμπώθηκε απ’ το ξαφνικό φως. Τα πάντα έλαμψαν γύρω του και είδε για πρώτη φορά καθαρά τον όμορφο κόσμο μέσα στον οποίο ζούσε.

Είναι αλήθεια πως στην αρχή αναστατώθηκε τόσο πολύ, που τίναζε την ουρίτσα του μια πάνω, μια κάτω, μια δεξιά και μια αριστερά, ύστερα γύριζε γύρω από τον εαυτό του, μέχρι που έχωσε τη μουσούδα του μέσα στην άμμο κι έκλεισε τα μάτια.

-Άνοιξε τα μάτια σου, του ψιθύρισε ο Ήλιος, και μη φοβάσαι πια. Χαίρομαι που σε γνώρισα. Ήλθα από πολύ μακριά και θέλω να δείξω σε σένα και στους φίλους σου πόσο όμορφα είναι μέχρι εκεί που φτάνει το φως μου.

Ο Βυθούλης σήκωσε τα μάτια, για να δει μέχρι πού φτάνει το φως του Ήλιου, αλλά δεν τα κατάφερε. Γιατί το φως εκείνο δεν τελείωνε πουθενά. Έκανε πολλές προσπάθειες να κολυμπήσει πιο ψηλά για να δει και πιο πέρα, αλλά κάποια στιγμή η καρδούλα του φούσκωσε απ’ το φόβο, καθώς άγνωστοι ήχοι και σκιές έφταναν γύρω του και ξαναγύρισε τρέχοντας στη θαλασσοπλατεία του χωριού του. Δίπλωσε την ουρίτσα του και καθόταν σκεφτικός, μια εδώ και μια εκεί, αλλά δεν ησύχαζε.

Μα ο Ήλιος χαμογελούσε πάντα και το χαμόγελο αυτό τού έδινε θάρρος. Έτσι, κατάφερε το άλλο πρωί να ξυπνήσει χαρούμενος και δυνατός και χαμογέλασε στον Ήλιο πρώτος.

Γύρω απ’ τον Ήλιο, που έμοιαζε αυτό το πρωινό να χορεύει- χοπ μια, ανεβαίνοντας λίγο απ’ το βυθό, χοπ δυο, πηδώντας λίγο πιο κει, χοπ τρεις, ακουμπώντας στα φύκια και στα θαλασσινά χαλίκια- είχαν μαζευτεί όλοι οι κάτοικοι του θαλασσοχωριού. Ήταν εκεί οι γονείς τού Βυθούλη, ο Στρειδοκέλυφος, ο Αχινομύτης, το Γαλάζιο Δελφίνι κι άλλοι πολλοί. Σε λίγο φάνηκε να έρχεται βιαστική και η Περκαστικούλα.

Είχαν ξετρελαθεί όλοι με τα θαλασσοχρώματα και τον άγνωστο θαλασσοουρανό, που απλωνόταν ως πολύ ψηλά πάνω τους και τους καλούσε να τον κολυμπήσουν αλλά και τους τρόμαζε.

Ο Βυθούλης τους βρήκε να κουβεντιάζουν και να κουνάνε ζωηρά τα πτερύγια και τα κεφάλια τους κι άλλοτε να στριφογυρνάνε ανυπόμονα.

Έγινε αμέσως συζήτηση για μια αποστολή στον θαλασσοουρανό κι ο Βυθούλης διεκδίκησε με πείσμα τη θέση του πρώτου θαλασσοουρανόψαρου, που θα ταξίδευε στους μακρινούς θαλασσόκοσμους. Και θα έχανε τη μάχη λόγω ηλικίας, μέχρι που το Γαλάζιο Δελφίνι αποφάσισε να προσφέρει την εξυπνάδα και τη δύναμή του, για να γίνει αυτό το εξερευνητικό ταξίδι με ασφάλεια, παρέα με τον ζωηρό και αποφασιστικό Βυθούλη.

Αυτός, ευχαριστημένος, τράβηξε μια χορταστική ρουφηξιά θαλασσόνερο και κοίταξε το Γαλάζιο Δελφίνι στα μάτια, μουρμουρίζοντας ένα σιγανό «ευχαριστώ», που έφτασε κατευθείαν στο μυαλό τού Γαλάζιου Δελφινιού.

Η υπόλοιπη μέρα πέρασε με μια ηρεμία λίγο παράξενη. Όλοι τριγύριζαν ήσυχα κάνοντας μικρούς κύκλους γύρω απ’ τον Βυθούλη τάχα αμέριμνοι. Όταν όμως δεν τους κοιτούσε, του έριχναν ανήσυχες κλεφτές ματιές, σκεφτικοί και σοβαροί.

Κι όταν ο Ήλιος αποφάσισε να τους αφήσει να ξεκουραστούν κι αποσύρθηκε για τη χώρα των ανθρώπων ήξερε, έτσι σοφός που είχε γίνει μέσα στους αιώνες, πως ο Βυθούλης σε λίγο θα γνώριζε πολλά, θα έπαιρνε λίγη κι απ’ τη δική του τη σοφία, μόνο που ήταν περίεργος πώς θα την χρησιμοποιούσε. Γιατί, μπορεί να είχε γίνει πάνσοφος, αλλά δεν μπορούσε και να ξέρει πώς θα αντιδρούσε κάθε ψάρι που ταξίδευε και μάθαινε πολλά.

Έτσι, ο πιο βαθύς απ’ όλους τους βυθούς ξαναγύρισε στο σκοτάδι και κάθε ψαράκι, φωτίζοντας πάλι με το δικό του φως, γύρισε στο σπίτι του και κοιμήθηκε νωρίς, μέχρι που ο Ήλιος φώτισε πάλι τη θαλασσοπλατεία του χωριού, που γέμισε γρήγορα από ψαρόκοσμο.

Ο Βυθούλης, έστειλε σ’ όλους με σοβαρότητα ένα φιλί με τα μικρά του χείλη, λοξοκοίταξε λίγο περισσότερο με καμάρι την Περκαστικούλα που χαμήλωσε τα μάτια και το ταξίδι ξεκίνησε.

Όλοι οι κάτοικοι του θαλασσοχωριού, όρθιοι πάνω στις ουρές τους, κοιτούσαν προς τα πάνω κρατώντας με αγωνία ακίνητο το νερό μέσα στο κεφάλι τους. Ήταν όμως περήφανοι. Και είχαν έναν ακόμη λόγο. Την επόμενη μέρα, οι ψαροδάσκαλοι θα έλεγαν σ’ όλους τους μαθητές του θαλασσοχωριού πόσο σημαντικό ήταν το θάρρος του Βυθούλη. Πόσο σημαντικό είναι για όλους να είναι θαρραλέοι και να θέλουν να κολυμπήσουν ψηλά. Κι αυτό θα ήταν το καλύτερο θαλασσομάθημα για τους μικρούς ψαρομαθητές.

Στο μεταξύ η λεπτή σιλουέτα του Βυθούλη θάμπιζε σιγά σιγά, μέχρι που χάθηκε στον θαλασσοουρανό.

Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία . Κι αν σας πουν πως είναι παραμύθι, να μη το πιστέψετε.

Γιώργος Τσακιράκης
(Η ιστορία του Βυθούλη γράφτηκε το 2006)

ΑΪΤΗ 2010..., ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΣΑΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΡΕΘΙΣΜΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 6:55 μ.μ.

0

Αϊτή, Γενάρης 2010. Τι νόημα θα είχε πλέον, να προβάλουμε κι εμείς εικόνες φρίκης; Στο βάθος "ο εφιάλτης της μνήμης", σε πρώτο πλάνο "νέοι σχεδιασμοί", στην αιχμή του τριγώνου "αβέβαιο βλέμμα στο μέλλον". Και η προσωπική συνεισφορά, ίσως για να προκαλέσει άλλες πιο απτές συνεισφορές, είναι μια:

Ταπεινή επίκληση

Θεέ μου, πόσο απόλυτη είναι
η προσήλωσή σου στη σιωπή!
Άραγε να προσεύχεσαι;

( 2008 )

κι ένα:

Ταπεινό ερώτημα

Κύριε, γιατί μένεις ακόμα
κλεισμένος σε μια παρένθεση
!
Πώς ζητάς από κει μέσα να
γίνει το θέλημά σου. Απορώ.


( 2007 )

Γιώργος Τσακιράκης



Ο ΑΠΡΙΛΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ..., ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ (ΠΑΡΑ)ΔΕΙΓΜΑΤΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 4:55 μ.μ.

0

ΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΠΟΙΗΣΗΣ καθιερώνει τον ετήσιο θεσμό:

«Ο Απρίλης της Ποίησης και του Θεάτρου στην Παιδεία»

Σκοπός του Ιδρύματος με την καθιέρωση του θεσμού είναι η καλλιέργεια και η προβολή της ποίησης και του θεάτρου, καθώς και η γλωσσική, πνευματική και ψυχική παιδεία και η ατομική, κοινωνική, πολιτιστική και πανανθρώπινη ευαισθητοποίηση των μελών της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαιδευτικής κοινότητας (μαθητών, φοιτητών, καθηγητών, διοικητικού προσωπικού) μέσα από την Ποίηση και το Θέατρο, που αποτελούν κατ’ εξοχή Μέσα για τους παραπάνω στόχους.

Για την επιτυχία του ζωντανού αυτού θεσμού, που θα επαναλαμβάνεται σε ετήσια βάση πάντοτε μέσα στο μήνα Απρίλη, ενδιάμεσο και κατ΄ εξοχή μήνα της Άνοιξης, κάθε επιμέρους εκπαιδευτική κοινότητα (σχολείο, τμήμα τριτοβάθμιας σχολής)- αλλά και συνεργαζόμενες, εφόσον το επιθυμούν, ομάδες εκπαιδευτικών κοινοτήτων- παρακαλείται να προγραμματίζει και να διοργανώνει με φαντασία και πρωτοτυπία κάθε είδους εκδηλώσεις σχετικές με την Ποίηση και το Θέατρο (παρουσιάσεις, συζητήσεις, διαλέξεις, σεμινάρια, αναγνώσεις, εκθέσεις, συναντήσεις, προβολές, παραστάσεις, θεατρικά αναλόγια, μνήμες, αφιερώματα και ό,τι άλλο μπορεί να συμβάλει στην εξυπηρέτηση των στόχων και των σκοπών του θεσμού- με αποφυγή των διαγωνισμών μεταξύ των μαθητών), ίσως- εφόσον αυτό θα αποτελέσει ελεύθερη επιλογή- και σε συσχετισμό με τα είδη της Έντεχνης Μουσικής.

Για όλα τα παραπάνω, γίνεται σύσταση να αποφεύγεται το τοπικιστικό πνεύμα αλλά να υιοθετείται μια πανελλήνια και παγκόσμια σφαιρική θεώρηση που προάγει την οικουμενική αλληλοκατανόηση και συνεργασία και- θετικότερα- όλους τους αναφερόμενους στην αρχή στόχους. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια καλό θα ήταν να επιδιώκεται-μέσω του θεσμού-επαφή και συνδιοργανώσεις και με εκπαιδευτικές κοινότητες του εξωτερικού.

Χώρος πραγματοποίησης δεν συνιστάται να είναι η σχολική-φοιτητική τάξη αλλά ευρύτεροι και «συλλογικότεροι» χώροι, όπως αμφιθέατρα, χώροι εκδηλώσεων και εκθέσεων μέσα και έξω απ’ το σχολείο-σχολή, η αυλή, οι διάδρομοι, ο περιβάλλων
εξωτερικός χώρος, η γειτονιά, η πλατεία, ο δρόμος, το δημόσιο μεταφορικό μέσο, το άλσος, το βουνό, η θάλασσα κ.λπ.

Η όλη διοργάνωση δεν πρέπει με κανένα τρόπο να θυμίζει σχολικό-φοιτητικό μάθημα και είναι καλό να καταβάλλεται προσπάθεια συμμετοχής πολλών, χωρίς να γίνεται ανάθεση μόνο σε ένα τμήμα ή μαθητική-φοιτητική τάξη, έτσι ώστε να καταλήγει σε μια- κατά το δυνατό- αξέχαστη περίοδο ελεύθερης έκφρασης, συμμετοχής, συνεργασίας και ευχάριστης επικοινωνίας, δημιουργίας και καλλιέργειας.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί πως οι επιλογές πρέπει να γίνονται στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό έξω απ’ την ύλη των σχολικών βιβλίων (που άλλωστε ελάχιστα επαρκούν- λόγω χώρου και χρόνου διδασκαλίας- για να συμπεριλάβουν ή και να ικανοποιήσουν την ατέλειωτη, ευρύτατη και ουσιαστική ανθρώπινη δημιουργία), γεγονός που θα διευρύνει τον παιδευτικό, πνευματικό, ψυχικό και ιδεολογικό ορίζοντα των μελών κάθε κοινότητας, αυξάνοντας ταυτόχρονα θετικά και το ενδιαφέρον για τους δημιουργούς, τη δημιουργία και τον ενιαίο μας Κόσμο.

Είναι επίσης ευνόητο πως θα επιδιώκεται και η ευρύτερη προσέλκυση γονέων, επισκεπτών, θεατών, ακροατών, δεδομένου ότι το σύνολο των ανθρώπων- έστω κι αν δεν το συνειδητοποιεί- έχει ανάγκη παρόμοιων ερεθισμάτων.

Υποβάλλεται παράκληση να ενημερώνεται έγκαιρα το Ίδρυμα Ποίησης:

1) Για το ποια Σχολεία Δευτεροβάθμιας και Σχολές Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης προτίθενται να συμμετάσχουν.

2) Για το τελικό πρόγραμμα που έχει ετοιμαστεί από κάθε κοινότητα ή ομάδες κοινοτήτων.
3) Για την τυχόν συνεργασία με εκπαιδευτικές κοινότητες ή φορείς του εσωτερικού και του εξωτερικού.
4) Για το πλήρες υλικό που χρησιμοποιήθηκε, με την αποστολή- μετά την ολοκλήρωση των εκδηλώσεων- αντιγράφων στο Ίδρυμα, έτσι ώστε να δημιουργηθεί Αρχείο του θεσμού, όπου κάθε κοινότητα θα έχει το μερίδιο και την ιστορία της σε σχέση με το θεσμό, την Ανθρωπότητα και τον Πολιτισμό.

-Η έναρξη του θεσμού ορίζεται από το παρόν εκπαιδευτικό έτος 2009-2010.


-Στο site του Ιδρύματος www.idrymapoiisis-gr.eu - στην ενότητα «Προτάσεις και (παρα)δείγματα», μπορείτε να δείτε μια ενδεικτικά ανάλογη δράση, απ’ την οποία ίσως αντλήσετε ιδέες, αν και έχετε τη δυνατότητα να τις εμπλουτίσετε και να τις ξεπεράσετε.

Τέλος, παρακαλούνται οι αναγνώστες και οι φίλοι του site που είναι εκπαιδευτικοί, φοιτητές, μαθητές, γονείς να ενδιαφερθούν άμεσα για την υλοποίηση της πρότασης.

Για κάθε επικοινωνία-αλληλογραφία, σε σχέση με τον θεσμό, μπορείτε να χρησιμοποιείτε τα παρακάτω στοιχεία:
ΙΔΡΥΜΑ ΠΟΙΗΣΗΣ, Νοταρά 122, Πάτρα-26442, τηλ. 2610-461118,
6973-315242, καθώς και τα email: idrymapoiisis@gmail.com και tsakirakisgeorge@gmail.com

σημείωση: Το Ίδρυμα Ποίησης κάνει σχετικές ενέργειες, προκειμένου ο θεσμός να τεθεί υπό την - άυλη - υποστήριξη του Υπουργείου Παιδείας, του Υπουργείου Πολιτισμού και του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.