Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΠΑΡΝΗΜΕΝΗΣ, ΤΩΡΑ 'ΝΑΙ ΜΑΗΣ ΚΙ ΑΝΟΙΞΗ, ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 7:30 μ.μ.

0




Η κατάρα της απαρνημένης

Φεγγάρι μου, που ’σαι ψηλά και χαμηλά λογιάζεις,
πουλάκια, που ’στε στα κλαριά και στις κοντοραχούλες,
και σεις περιβολάκια μου, με το πολύ σας τ’ άνθι,
μην είδατε τον αρνηστή, τον ψεύτη της αγάπης,
όπου μ’ εφίλειε κι ώμονε ποτέ δε μ’ απαρνιέται
και τώρα μ’ απαράτησε σαν καλαμιά στον κάμπο;..
Σπέρνουν, θερίζουν τον καρπό κ’ η καλαμιά ’πομένει,
βάνουν φωτιά στην καλαμιά κι απομαυρίζει ο κάμπος –
έτσ’  είναι κ’  η καρδούλα μου μαύρη – σκοτειδιασμένη!..

Θέλω να τον καταραστώ – και τον πονεί η ψυχή μου.
Μα πάλ’ ας τον καταραστώ – κι ό,τι του μέλλει ας πάθει!..

Σε κυπαρίσσι ν’ ανεβεί, να μάσει τον καρπό του,
το κυπαρίσσι ναν’ ψηλό, να λυγιστεί να πέσει –
από ψηλά να γκρεμιστεί και χαμηλά να πέσει,
σαν το γιαλί να ραγιστεί, σαν το κερί να λυώσει,
να πέσει ’ς τούρκικα σπαθιά, σε φράγκικα μαχαίρια!
Πέντε γιατροί να τον κρατούν και δέκα μαθητάδες,
και δεκαοχτώ γραμματικοί τα πάθη του να γράφουν!..

Κ’ εγώ διαβάτρα να γενώ και νάν τους χαιρετήσω:
-Καλώς τα κάνετε, γιατροί, καλώς τα πολεμάτε!..
Αν κόβουν τα ψαλίδια σας, κορμί μη λυπηθείτε –
κ’ έχω κ’ εγώ λινό πανί, σαρανταπέντε πήχες,
όλο μουρτάρια και ξαντά στου δίγνωμου τη σάρκα!..

Κι α δε σας φτάσουνε κι αυτά, κόβω και την ποδιά μου,
πουλώ και τα μεταξωτά, τα ’ρημοσκότεινά μου –
κι α θέλει γαίμα γιατρικό, πάρτε τ ’οχ την καρδιά μου!..

*

Τώρά 'ναι Μάης κι Άνοιξη

Τώρά ’ναι Μάης κι Άνοιξη, τώρά ’ναι Καλοκαίρι,
τώρα φουντώνουν τα κλαριά κι ανθίζουν τα λουλούδια –
τώρα κι ο ξένος βούλεται στον τόπο του να πάγει…
Νύχτα σελλώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει,
φκιάν’ ασημένια πέταλα, καρφιά μαλαματένια,
βάνει τα φτερνιστήρια του, ζώνει και το σπαθί του…

Κ’ η κόρη οπού τον αγαπά κρατεί κερί και φέγγει –
με τόνα χέρι το κερί, με τ’ άλλο το ποτήρι,
κι όσα ποτήρια τον κερνά, τόσες βολές του λέγει:
-Πάρε μ’ αφέντη, πάρε με, πάρε κ’  εμέ κοντά σου,
να μαγερεύω να δειπνάς, να στρώνω να κοιμάσαι,
να γένω γης να με πατάς, γιοφύρι να διαβαίνεις,
να γένω κι ασημόκουπα να πίνεις το κρασί σου –
εσύ να πίνεις το κρασί κ’ εγώ να λάμπω μέσα!..

ΓΙΑΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΠΟΙΗΣΗ, Μ' ΕΝΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΜΟΥΣΙΚΗ Ή ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 7:29 μ.μ.

0



Ποια θα είναι η δική σας στροφή;


Πέρα απ' τα κραγιόν και τα αρώματα.

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΣΠΡΟΚΟΡΑΚΑΣ, ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 7:26 μ.μ.

0



Ο τελευταίος Ασπροκόρακας, Αλέξη Σολωμού (αποσπάσματα)

«…Στ’ απύθμενα βάθη του δραματουργικού μου μαρασμού θα μου απλώσει και πάλι το σωτήριο χέρι του ο Κουν. Θεωρεί, καθώς μου λέει, την κωμωδία μου “Ο τελευταίος Ασπροκόρακας» σαν το καλύτερο ελληνικό έργο απ’ όσα έχει διαβάσει τελευταία και θέλει να την ανεβάσει. Πολύ φοβάται αν το κοινό θα την καταλάβει, μα είναι έτοιμος να κάνει το τόλμημα. Να πούμε την αλήθεια, δεν είναι κι ο ίδιος ολότελα αμέτοχος στην έμπνευση της δραματικής ιδέας. Από τον καιρό που του διάβαζα τα παλαιότερα έργα μου, προσπαθούσε να με προσανατολίσει στην αστική σάτιρα, στη γελοιογράφηση της μπουρζουαζίας…Η κωμωδία τούτη – μια μασκαράτικη παρωδία βαρύγδουπου κοινωνικού δράματος ζωντανεμένη από ανθρώπινες μαριονέτες – μας “διδάσκει” πως μονάχα οι ξιπασμένοι λογαριάζουν τους εαυτούς τους άσπρους κόρακες, αντί μαύρους σαν όλους τους απλούς ανθρώπους. Δίκην Δον Κάρλος ή νεαρού Μπόργκμαν, ο τελευταίος γόνος της οικογένειας Ασπροκόρακα, ο Νικηφόρος, μεγαλωμένος κάτω από την καταπιεστική δόξα του νεκρού πατέρα του – πούχε ανακαλύψει… – επαναστατεί τελικά και, στο πείσμα της αγέρωχης κι αδιάλλαχτης φαμίλιας, παντρεύεται την… που ποθεί η καρδιά του. Με την παράσταση αυτή συντελείται το θεατρικό ντεμπούτο της Αλέκας Κατσέλη (τότε Μαζαράκη), του Γκιωνάκη, του Δημήτρη Νικολαΐδη σαν ρομαντικού ζεν-πρεμιέ και του Μάνου Χατζηδάκι, που συνθέτει τα πρώτα του θεατρικά τραγούδια, “Νικαράγουα” και  “Το όνομά μου είναι Ρόζα”…Στην πλατεία έχουνε δώσει ραντεβού όλοι οι κουλτουριάρηδες των ημερών, εχθροί και φίλοι... Ωστόσο οι κριτικές της τότε παράστασης ήτανε διχασμένες…
- «Απ’ την πρώτη στιγμή αισθάνθηκα να διοχετεύεται μέσα μου, μαζί με μιαν αναζωογονητική έκπληξη, ένας ηλεκτρισμός, ένας μαγνητισμός, μια σατιρική και ποιητική πνοή εξαίρετης ποιότητας» (Ά. Θρύλος, Νέα Εστία).
- «Η πιο μεγάλη του αρετή είναι ο ασύγκριτος σατιρικός του οίστρος, ένα στοιχείο που ξεπερνάει τα συνηθισμένα μέτρα» (Ι.Στογιάννης, Βραδυνή)
- «Σε μερικά χρόνια ο συγγραφέας κι ο κ. Κουν θ’ απορούν με την τόλμη τους – από ευγένεια ας το πούμε τόλμη» (Θ. Καστανάκης, Σκέψη).
- «…είχα θαυμάσει το θάρρος του να σκίσει το έργο που ήταν έτοιμος ν’ ανεβάσει ο Αργυρόπουλος – και μακάρι να είχε κάνει το ίδιο και για τούτο» (Α. Μαμάκης, Αθηναϊκά Νέα)…Νιώθω ένα τριπλό αίσθημα: ικανοποίηση για το έργο μου, ευγνωμοσύνη για όσους εργάστηκαν γι’ αυτό κι απογοήτεψη για τους θεατές εκείνους που το δέχτηκαν αρτηριοσκληρωτικά. Πολλοί από δαύτους είναι οι ίδιοι που κρατούνε σήμερα στα χέρια τους το θεατρικό status quo, χάρη στη μπομπότα που πουλάνε στο κοινό. Αυτοί είναι που κλείσανε το δύσμοιρο κι αγαθό κοινό στο ζωολογικόν κήπο και το κάνανε να ξεχάσει τη λευτεριά του δάσους».

Αλέξης Σολωμός

*

……….
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Τι ώρα είναι Κλεάνθη;
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Πέντε παρά τέταρτο.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Ο Νικηφόρος έπρεπε να ’ναι κάτω.
ΡΩΞΑΝΗ, Ο Νικηφόρος είναι κάτω. ¨Εδωσα όμως διαταγή να του ετοιμάσουν ένα φλυτζάνι καφέ. Θα του δώσει τη δύναμη που χρειάζεται, για να μας ακούσει.
ΣΩΤΟΣ, Ο Νικηφόρος είναι εικοστριώ χρονώ. Ο Νικηφόρος είναι ο τελευταίος απόγονος της οικογένειας Ασπροκόρακα. Θα ’πρεπε να ’χει τη δύναμη ν’ αντιμετωπίσει το οικογενειακό συμβούλιο, δίχως καφέ.
ΡΩΞΑΝΗ, Ο Νικηφόρος ήταν απ’ τα μικρά του χρόνια πολύ ευαίστητο παιδί. Όταν τον είχαμε πάει για να κόψει τις αμυγδαλές του, αντικρίζοντας το γιατρό, λιποθύμησε. Όταν βγήκε μια φορά στις εξετάσεις για ν΄απαγγείλει κάποιο ποίημα, λιποθύμισε. Και μέσα στην εκκλησία, όταν πήγε να φιλήσει το φέρετρο του πατέρα του, λιποθύμισε.
ΣΩΤΟΣ, Ο Νικηφόρος δεν είναι πια παιδί – είναι άντρας –Έχει υπηρετήσει στο στρατό.
ΡΩΞΑΝΗ, Ναι – μα καταφέραμε να τον αποσπάσουν στο ιδιαίτερο γραφείο του στρατηγού, του φίλου σου – κι έτσι δεν γνώρισε τη στρατιωτική ζωή.
ΣΩΤΟΣ, Γνώρισε όμως ένα στρατηγό. Κι έτσι – μαζί με μένα – έχει γνωρίσει ίσαμε τώρα δυο στρατηγούς. Αυτό τάχα δεν είναι τίποτα;
……….
ΣΩΤΟΣ, …Νομίζω…νομίζω πως η Βιργινία πρέπει να αναλάβει την πρωτοβουλία της σημερινής μας συγκέντρωσης
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Όχι. Η πρωτοβουλία ανήκει δικαιωματικά στον υπουργό. Κλεάνθη, εσύ ’σαι ο ενδεδειγμένος.
……….
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, …Εσύ διοικούσες τα εσωτερικά της Ελλάδας – ώστε πρέπει να ’σαι σε θέση να διοικήσεις και τα εσωτερικά της οικογένειάς σου. Κλεάνθη, εσύ θα μιλήσεις στο Νικηφόρο.
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Να μιλήσω… Τι νομίζεις, πρέπει να του  μιλήσω επίσημα;
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Η στιγμή είναι επίσημη. Έχει σημασία ιστορική.
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Τότε θα του μιλήσω στην καθαρεύουσα.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Πολύ σωστά.
ΡΩΞΑΝΗ, Η Άννα-Μαρία δεν πρέπει να μείνει. Τη συζήτηση που θα γίνει δεν αρμόζει να την ακούσουν τα παρθενικά της αυτιά. Η Άννα-Μαρία είναι το πιο λευκό λουλούδι της οικογένειας.
..........
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Άννα-Μαρία, πίστευα πως η δασκάλα σου δεν σε είχε διδάξει…
ΑΝΝΑ ΜΑΡΙΑ, Ναι…μα μου το είπε η Ερατώ.
ΡΩΞΑΝΗ, Η κόρη της μαγείρισσας…
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Πίστευα πως ήσουν πιο εκλεχτικός με τις συναναστροφές της κόρης σου, Σώτο. Από δω και  μπρος θα επιμεληθώ εγώ.
ΣΩΤΟΣ (απειλητικά), Άννα Μαρία.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Περιττό. Βλέπεις πώς κατέβασε τα μάτια. Είναι μια πραγματική κόρη Ασπροκόρακα.
ΣΩΤΟΣ, Απ’ τον άλλο μήνα θα τη στείλω στις καλόγριες. Αν ήταν αγόρι, θα την έβαζα στο στρατό. Αλλά κ’ οι καλόγριες είναι ένα είδος στρατού. Θα γνωρίσει τι θα πει πειθαρχία.
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Ίσως θα ’πρεπε να παντρευτεί. Έχω την εντύπωση πως οι γυναίκες δε μπορούν να κάνουν χωρίς γάμο.
ΣΩΤΟΣ, Όχι πρέπει πρώτα να παντρευτεί η Αλεξάντρα – φυσικά όταν θα ’χει πια συμπληρώσει έξι χρόνια στις καλόγριες. Χρειάζεται και στην Άννα-Μαρία μια εξαετής θητεία, κι ο γάμος έρχεται κατόπι.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Όχι. Η Άννα-Μαρία δεν θα παντρευτεί ποτέ. Ο προορισμός της είναι να πάρει τη δική μου θέση, όταν εμένα θα με προσκαλέσουν κοντά τους οι προσφιλείς εκείνοι νεκροί.
ΡΩΞΑΝΗ, Αμήν…(χτύπος στην πόρτα).
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Χτυπούν. Θα είναι ο Νικηφόρος. Κλεάνθη είσαι έτοιμος;
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Είμαι.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Φόρεσε το μονόκλ. Σώτο, καλό είναι να βάλεις τα παράσημά σου. Είναι στο συρτάρι του γραφείου.
(ο Σώτος υπακούει).
Κι εσύ, Ρωξάνη, μη ξεχνάς πως είσαι μητέρα. Ξέρεις ποια ήταν η πρώτη αρετή σ’ ολες τις μητέρες της οικογένειάς μας;
ΡΩΞΑΝΗ, Η υποταγή στο καθήκον;…
ΣΩΤΟΣ, Η πειθαρχία;…
ΚΛΕΑΝΘΗΣ,  Η πρωινή γυμναστική;...
ΑΝΝΑ-ΜΑΡΙΑ, Το πιάνο;...
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Το όνομα. Ρωξάνη Ασπροκόρακα, να φανείς αντάξια εκείνων. Είμαστε όλοι έτοιμοι;…Νικηφόρε, μπορείς να μπεις.
(μπαίνει ο Νικηφόρος. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: είναι νέος).
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, χαμογελώντας ευγενικά: - Καλημέρα μητέρα...
……….
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Ο πατήρ σου,  Νικηφόρε, παραθερίζων ποτέ εις το χωρίον Μηλιαρίτσα του νομού Φθιωτικοφωκίδος, παρετήρησε ότι μύγαι τινές του χωρίου δεν είχον έξι πόδας, ως αι μύγαι όλου του κόσμου, αλλά μόνον πέντε. Ως ήτο φυσικόν, το παράδοξον τούτο φαινόμενον εκίνησε το επιστημονικόν ενδιαφέρον του πατρός σου, και ούτω, από την ημέραν εκείνην έθεσεν ως σκοπόν της ζωής του να ανακαλύψει τα αίτια και τας αφορμάς της μη υπάρξεως του έκτου ποδός…
……….
ΡΩΞΑΝΗ, Είμαι υπερήφανη που έχω τ’ονομά του…Τον θεωρούσα ιδανικό επιστήμονα.
……….
ΚΛΕΑΝΘΗΣ,…Η διηνεκής αύτη προσπάθεια, η υπερκόπωσις, η στέρησις τροφής και ύπνου, και προπαντός η φοβερά αγωνία οδήγησαν τον πατέρα σου εις τον τάφον – τον οδήγησαν εις τον τάφον πριν ή δυνηθή να τοποθετήσει εις την επιστήμην την μύγαν με τους πέντε πόδας, δίδων εις αυτήν το όνομα «μύγα Ασπροκόρακα»
……….
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Διατί να επιτρέψειτην ζωήν η φύσις εις ένα Παστέρ…και να μη επιτρέψει την ζωήν εις έναν Ασπροκόρακα;…Διατί;  κύριοι;..Διατί; Ερωτώ τας αοράτους δυνάμεις, διατί;…
……….
ΒΙΡΓΙΝΙΑ,…Νικηφόρε, το οικογενειακό συμβούλιο σου αναθέτει να φέρεις εις πέρας το έργο του πατέρα σου – να ανακαλύψεις και να κατατάξεις τη μύγα Ασπροκόρακα…
……….
ΣΩΤΟΣ,…Το πρώτο που έχεις να κάνεις είναι να πάρεις το δίπλωμά σου. Και ύστερα να ξεκινήσεις για τη Μηλιαρίτσα.
……….
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, Θα το πάρω, μείνετε ήσυχοι.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Σε λίγες μέρες είναι οι διπλωματικές εξετάσεις, Νικηφόρε – κι όμως η οικογένεια δεν σε είδε να μελετάς καθόλου.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, Μελετάω, θεία
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Πότε μελετάς, Νικηφόρε; Όλη τη μέρα λείπεις.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, Μελετάω τη νύχτα, θεία.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Τη νύχτα;… Είσαι βέβαιος Νικηφόρε;
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, Ναι…θεία.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ ( κοιτώντας ένα γύρω τους άλλους), - Νικηφόρε…Το οικογενειακό συμβούλιο έχει να σου κάνει κι άλλη μια ανακοίνωση. Είναι το πιο λεπτό και δυσάρεστο σημείο της σημερινής μας αποστολής.
……….
ΡΩΞΑΝΗ, Καλύτερα να καθήσει κάπου. Είμαι βέβαιη πως θα λιποθυμήσει.
……….
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Μάθε, λοιπόν, Νικηφόρε, πως η οικογένεια πληροφορήθηκε – πώς το πληροφορήθηκε δεν σ’ ενδιαφέρει – πάντως η οικογένεια πληροφορήθηκε – κι αυτό έχει σημασία –πώς περνάς τις νύχτες σου, Νικηφόρε – κι όχι μονάχα μια ή δυο, αλλά όλες τις νύχτες…
……….
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Μη με διακόπτετε – εγώ ξέρω καλύτερα πώς πρέπει να μιλήσω. Πως περνάς όλες σου τις νύχτες, Νικηφόρε, σ’ ένα κέντρο αμφιβόλου υπολήψεως και μ’ ένα πρόσωπο αμφιβόλου ηθικής -…Η οικογένεια δε θέλησε ούτε για μια στιγμή να πιστέψει τις συκοφαντίες αυτές…
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Δεν είναι δυνατό να πηγαίνεις σε τέτοιο κέντρο...
ΣΩΤΟΣ, Και να συναναστρέφεσαι με μια τέτοια γυναίκα…
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Ξέρεις ποια είναι η μεγαλύτερη αρετή του αντρός;
ΡΩΞΑΝΗ, Η υποταγή στο καθήκον.
ΣΩΤΟΣ, Η πειθαρχία.
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Η πρωινή γυμναστική
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, Το πανεπιστήμιο…
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Το όνομα…Απάντησέ μας, Νικηφόρε, χωρίς ούτε στιγμή να ξεχάσεις πως είσαι ένας Ασπροκόρακας.
……….
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Σιωπή…Συναντιέσαι με το αμφίβολο πρόσωπο;
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, Συναντιέμαι, θεία. (πετιούνται όλοι απάνω).
……….
ΣΩΤΟΣ, Τι έκανε λέει;
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Είναι καταπληκτικό…
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Σιωπή…Καθήστε όλοι κάτω…
(Κάθονται. Η Βιργινία καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για να κρατήσει τη μεγαλειώδη ηρεμία της).
-          Νικηφόρε, κάνε μου, σε παρακαλώ, τη χάρη να κοιτάξεις εκεί, στον τοίχο.
Είναι το οικόσημο της οικογένειάς μας. Χρυσό πλαίσιο, με σταυρούς, με σπαθιά και με δάφνες – και μέσα στη μέση ένας άσπρος κόρακας. Οι κόρακες έχουν όλοι μαύρο χρώμα – αυτό ο καθένας το ξέρει. Ο άσπρος κόρακας είναι ένα σπάνιο πουλί – ένα πουλί που δεν υπάρχει. Εξ ου και το όνομα της οικογένειάς μας. Το κοίταξες καλά το οικόσημο, Νικηφόρε;
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, Το κοίταξα, θεία.
……….
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, Θα σας απαντούσα, αν ήμουνα βέβαιος πως θα με καταλάβετε.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ ( σε ύστατη προσπάθεια), Νικηφόρε, ποιο είναι το ιδανικό της ζωής;
ΡΩΞΑΝΗ, Η υποταγή στο καθήκον.
ΣΩΤΟΣ, Η πειθαρχία.
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Η πρωινή γυμναστική.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ, Το όνομα.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, Όχι, θεία…Νομίζω κάτι άλλο. Αλλά φοβούμαι πως δεν θα με καταλάβετε. Σας ζητώ συγγνώμη. (Βγαίνει. Μεγάλη παύση).
ΒΙΡΓΙΝΙΑ (σιγά), Δεν είναι άξιος να λέγεται Ασπροκόρακας.
……….
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Νέος είναι όμως…Και η ζωή έχει πάντα τόσα…
ΒΙΡΓΙΝΙΑ (τον κόβει), Σιωπή, Κλεάνθη…Οι αθάνατοι νεκροί μας θα θρηνούν από κει ψηλά για την κατάπτωση του ονόματός μας….Ο Νεόφυτος  Ασπροκόρακας, ο διδάσκαλος του γένους…
ΣΩΤΟΣ, Ο Επαμεινώνδας Ασπροκόρακας, ο εθνικός ποιητής.
ΚΛΕΑΝΘΗΣ, Ο Βασίλειος Ασπροκόρακας, ο μητροπολίτης.
ΡΩΞΑΝΗ, Η Βικτωρία Ασπροκόρακα, η ηρωίδα της ελληνικής επαναστάσεως, που έψησε καφέ στο ναύαρχο Δεριγνύ…
……….

ΝΕΑ ΤΕΥΧΗ ΤΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 6:56 μ.μ.

0



Τεύχος 1862, Ιούνιος 2014

Περιεχόμενα: 

Λογοτεχνίες
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΥΛΩΤΗΣ Πέντε ποιήματα
Ν. Μ. ΤΣΟΥΡΕΣ Αμέριμνο καλοκαίρι και πειρασμικό φθινόπωρο (Διήγημα)
ΑΝΤ. ΜΑΚΡΥΔΗΜΗΤΡΗΣ Σημεία του Ορίζοντα (Απόσπασμα)
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Ευφορία
ΝΑΝΤΙΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ο ρίψασπις (Ποίημα)
Αφιέρωμα: Η "στιγμή" 1974. Το χρονικό της μετάβασης στη δημοκρατία
ΠΑΝΟΣ ΛΟΥΚΑΚΟΣ Το χρονικό των πρώτων ημερών της μεταπολίτευσης
ΣΩΤΗΡΗΣ ΡΙΖΑΣ Στις απαρχές της μεταπολίτευσης
ΘΑΝΟΣ ΒΕΡΕΜΗΣ Οι ένοπλες δυνάμεις από τη δικτατορία στη δημοκρατία
ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ Δημόσιος λόγος και εξωτερική πολιτική στην Ελλάδα της δικτατορίας Ιωαννίδη: Η περίπτωση του Κυπριακού
ΑΝΤΗΣ ΡΟΔΙΤΗΣ Ο Κώστας Μόντης, ο Παντελής Μηχανικός και η "Πηνελόπη"
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ Ο Ανδρέας Παπανδρέου οδεύοντας προς την εξουσία, 1974-1981
Τεκμήρια
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Β. ΚΟΥΓΕΑΣ 50 επιστολές του Κωνσταντίνου Μέρτζιου προς τον Σωκράτη Κουγέα (1957-1965)
Αναζήτηση ειδήσεων από τα αρχεία της Βενετίας και το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας
ΕΙΡΗΝΗ ΟΡΑΤΗ Ο Δημήτρης Γαλάνης και η Νέα Εστία
Δοκίμιο
ΜΠΡΟΥΝΟ ΚΑΝΥ Αντονέν Αρτώ, ο άνθρωπος-θέατρο που ήρθε από το Αλλού
Μτφρ.: Κων/νος Ηροδότου-Επιμ.: Γιώργος Φρέρης
ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ Ο Σέλλεϋ και οι Cenci
ΔΙΟΝΥΣΗΣ Κ. ΜΑΓΚΛΙΒΕΡΑΣ Δυο κορυφαίοι δοκιμιογράφοι: Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος - Αγγ. Τερζάκης
ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΝΕΥΛΑΒΗΣ "Να με αγαπονεροθυμάσαι..."
Ο Μονόλογος της Άννας Λίβια Πλούραμπελ στην "Αγρύπνια των Φίννεγκαν", του Τζέιμς Τζόυς
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ Αστυνομικά ερωτήματα αναζητούν συγγραφέα
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΝΤΕΛΛΗΣ Κινηματογράφος και γενιά του 1930
ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΑΚΗΣ, ΚΡΗΣ Είμαι εναντίον. Απάντηση στο "είμαι εναντίον" του Ντίνου Χριστιανόπουλου.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΠ. ΚΑΡΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ Τι γνώριζε ο Ανώνυμος συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας για τον Ρήγα Βελεστινλή
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ Η πεζογραφία του Γιώργου Συμπάρδη
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ "Θέλει σκοτάδι η ποίηση"
Σχόλια πάνω στην ποίηση του Γιάννη Πατίλη
ΓΚΟΤΤΦΡΗΝΤ ΜΠΕΝ Οφείλει η ποίηση να βελτιώνει τη ζωή; Εισαγ.: Άγις Σιδεράς-Μτφρ.: Π. Σιδερά-Λύτρα
Κριτική
ΣΤΕΦ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ Το Έθνος Πέραν Των Συνόρων, "Ομογενειακές" πολιτικές του Ελληνικού Κράτους
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ Δ. Παναγιωτόπουλος, Πέτρος Καναγκίνης

ΕΙΠΕ Η ΓΥΝΑΙΚΑ...,ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΙΧΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 6:56 μ.μ.

0


ΕΙΠΕ Η ΓΥΝΑΙΚΑ: " Στην ακτή ανατολικά της χώρας υπάρχει ένα νησί που πάνω του υψώνεται ένας γιγάντιος ναός με πάρα πολλές καμπάνες". 
Το παιδί πρόσεξε ότι φορούσε παράξενα ρούχα και ότι ένα πέπλο κάλυπτε τα μαλλιά της. Δεν την είχε ξαναδεί.
"Είδες ποτέ αυτό το ναό;" το ρώτησε εκείνη. Πήγαινε μέχρι εκεί και πες μου τη γνώμη σου".
Γοητευμένο από την ομορφιά της γυναίκας, το παιδί πήγε μέχρι το μέρος που του υπέδειξε. Κάθησε στην παραλία και κοίταξε τον ορίζοντα, αλλά δεν είδε τίποτε άλλο απ' αυτό που έβλεπε συνήθως κανείς: το γαλανό ουρανό και τον ωκεανό.
Απογοητευμένο, κατευθύνθηκε προς τα σπίτια όπου έμεναν μερικοί ψαράδες και τους ρώτησε για ένα νησί με ένα ναό.
Ναι, υπήρχε, αλλά πριν από πολύ καιρό, όταν εδώ ζούσαν ακόμα οι προπαππούδες μου", είπε ένας γερο-ψαράς. "Μετά έγινε ένας σεισμός και το νησί καταποντίστηκε στη θάλασσα. Κι όμως, παρ' όλο που δεν μπορούμε πια να δούμε το νησί, καταφέρνουμε ακόμα ν' ακούμε τις καμπάνες του ναού του, όταν η θάλασσα τις κάνει να ταλαντεύονται εκεί κάτω, στο βυθό".
Το παιδί επέστρεψε στην παραλία και περίμενε ν' ακούσει τις καμπάνες. Πέρασε εκεί όλο το απόγευμα, αλλά το μόνο που κατάφερε ν' ακούσει ήταν ο ήχος των κυμάτων και τα κρωξίματα των γλάρων.
Όταν έπεσε το βράδυ, οι γονείς του πήγαν να το πάρουν. Το επόμενο πρωί, το παιδί ξαναγύρισε στην παραλία.
Δεν μπορούσε να πιστέψει πως μια τόσο όμορφη γυναίκα ήταν δυνατό να πει ψέμματα. Αν μια μέρα εκείνη επέστρεφε, 
θα μπορούσε να της πει ότι δεν είχε δει το νησί, αλλά ότι άκουσε τις καμπάνες του ναού που χτυπούσαν χάρη στην κίνηση των νερών.
Πέρασαν έτσι μερικοί μήνες. Η γυναίκα δεν ξαναγύρισε και το αγοράκι την ξέχασε. Τώρα είχε βάλει σκοπό ν' ανακαλύψει τα πλούτη και τους θησαυρούς του βυθισμένου ναού. Αν άκουγε τις καμπάνες, θα μπορούσε να τον εντοπίσει και να πάρει τον κρυμμένο θησαυρό.
Τώρα πια δεν τον ενδιέφεραν ούτε το σχολείο ούτε η παρέα των φίλων του. Έγινε το αγαπημένο αστείο των άλλων παιδιών, που συνήθιζαν να λένε: " Δεν είναι πια σαν εμάς. Προτιμάει να κάθεται και να κοιτάζει τη θάλασσα, επειδή φοβάται μήπως χάσει όταν παίζουμε".
Και, βλέποντας το παιδί να κάθεται κοντά στη θάλασσα, όλοι γελούσαν.
Αν και δεν κατάφερνε ν' ακούσει τις καμπάνες, το παιδί μάθαινε κάθε μέρα διάφορα πράγματα. Παρατήρησε ότι, ακούγοντας για πολλή ώρα τον ήχο των κυμάτων, ο φλοίσβος δεν του αποσπούσε πια την προσοχή.
Πέρασε λίγος καιρός και συνήθισε και τα κρωξίματα των γλάρων, το βούισμα των μελισσών, τον άνεμο που σφύριζε ανάμεσα στους φοίνικες.
Έξι μήνες μετά τη συνάντησή του με τη γυναίκα, κανένας θόρυβος δεν αποσπούσε πια την προσοχή του παιδιού. Τις καμπάνες όμως του βυθισμένου ναού δεν τις είχε ακούσει ακόμα. 
Μερικοί ψαράδες πήγαιναν να κουβεντιάσουν μαζί του και επέμεναν. "Εμείς τις έχουμε ακούσει!", έλεγαν.
Το αγοράκι, όμως, συνέχιζε να μη τις ακούει.
Λίγο καιρό αργότερα, οι ψαράδες άλλαξαν τροπάρι: "Είσαι πολύ επικεντρωμένος στον ήχο των καμπανών, εκεί κάτω. Παράτα τα και άρχισε να παίζεις ξανά με τους φίλους σου. Ίσως μόνο οι ψαράδες να καταφέρνουν να τις ακούσουν".
Ύστερα από ένα χρόνο περίπου, το παιδί είπε στον εαυτό του: "Μπορεί να έχουν αυτοί δίκιο. Καλύτερα να μεγαλώσω, να γίνω ψαράς και να έρχομαι σ' αυτή την παραλία κάθε πρωί, αφού έχω αρχίσει να την αγαπώ". Και σκέφτηκε ακόμα: "Ίσως να πρόκειται απλώς για ένα μύθο. Με το σεισμό οι καμπάνες έσπασαν και δεν θα χτυπήσουν ποτέ πια".
Εκείνο το απόγευμα αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι.
Πλησίασε τον ωκεανό για να του ζητήσει την άδεια.
Κοίταξε άλλη μία φορά το θέαμα της Φύσης και τότε, επειδή δεν ήταν πια επικεντρωμένος στις καμπάνες, μπόρεσε να χαμογελάσει στο τραγούδι των γλάρων, στο θόρυβο της θάλασσας, στον άνεμο που σφύριζε ανάμεσα στους φοίνικες. Άκουσε από μακριά τις φωνές των φίλων του που έπαιζαν και χάρηκε στη σκέψη ότι πολύ σύντομα θα επέστρεφε στα παιχνίδια της παιδικής ηλικίας.
Το παιδί ήταν ευχαριστημένο. Κι όπως ένα παιδί ξέρει να κάνει, ευχαρίστησε που ήταν ζωντανό. Ήξερε ότι δεν είχε χάσει το χρόνο του, επειδή είχε μάθει να παρατηρεί και να σέβεται τη Φύση.
Τότε, θαυμάζοντας τη θάλασσα, τους γλάρους, τον άνεμο, τα φύλλα των φοινίκων και τις φωνές των φίλων που έπαιζαν, άκουσε επιτέλους και την πρώτη καμπάνα.
Και μια άλλη ακόμα.
Κι έπειτα άλλη μία, μέχρι που όλες οι καμπάνες του βυθισμένου ναού αντήχησαν, γεμίζοντάς το χαρά.
Χρόνια αργότερα, ενήλικος πια, ξαναγύρισε στο χωριό και στην παραλία των παιδικών χρόνων του.
Δεν ήθελε πια να πάρει κανένα θησαυρό από το βυθό της θάλασσας. Ίσως να ήταν απλώς καρπός της φαντασίας του, ίσως να μην είχε ακούσει ποτέ τις βυθισμένες καμπάνες εκείνο το μακρινό απόγευμα, παιδί ακόμα. Αποφάσισε, πάντως, να κάνει έναν περίπατο στην παραλία, για ν' ακούσει τον ήχο του ανέμου και τα κρωξίματα των γλάρων.
Σάστισε όταν είδε, καθισμένη πάνω στην άμμο, τη γυναίκα που του είχε μιλήσει για το νησί και το ναό.
"Τι κάνεις εδώ;" τη ρώτησε.
"Σε περίμενα", απάντησε εκείνη.
Εκείνος πρόσεξε ότι, αν και είχαν περάσει πολλά χρόνια, η γυναίκα είχε ακόμα την ίδια εμφάνιση. Το πέπλο που της κάλυπτε τα μαλλιά δεν έδειχνε καθόλου τσαλακωμένο από το χρόνο.
Εκείνη του έτεινε ένα γαλάζιο τετράδιο με λευκές σελίδες.
"Γράψε: Ένας πολεμιστής του φωτός δείχνει προσοχή στα μάτα ενός παιδιού. Γιατί αυτά τα μάτια ξέρουν να βλέπουν τον κόσμο χωρίς πικρία. Όταν επιθυμεί να μάθει αν αυτός που βρίσκεται στο πλευρό του είναι άξιος εμπιστοσύνης, προσπαθεί να δει τον τρόπο με τον οποίο θα το κοίταζε ένα παιδί".
"Τι είναι ένας πολεμιστής του φωτός;"
"Πιστεύω πως εσύ ξέρεις", απάντησε εκείνη χαμογελώντας."Αυτός που είναι ικανός να κατανοήσει το θαύμα της ζωής, να παλαίψει μέχρις εσχάτων για κάτι που πιστεύει. Και τότε ακούει τις καμπάνες που η θάλασσα κάνει ν' αντηχήσουν στο κρεβάτι του".
Δεν είχε θεωρήσει ποτέ τον εαυτό του πολεμιστή του φωτός. Η γυναίκα έδειξε να μαντεύει τη σκέψη του. "Όλοι είναι ικανοί γι' αυτό. Και κανείς δε θεωρεί ότι είναι πολεμιστής του φωτός, αν και τελικά είναι".
Εκείνος κοίταξε τις σελίδες του τετραδίου. Η γυναίκα χαμογέλασε ξανά..
"Γράψε", είπε στο τέλος εκείνη.

*

(Ο πρόλογος απ' το βιβλίο του Πάουλο Κοέλιο "Το εγχειρίδιο του πολεμιστή του φωτός") 




μετάφραση, Λένα Ταχματζίδου