Ο ΚΕΡΑΣΤΗΣ ΔΟΥΛΟΣ, ΤΗΣ ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΝΥΦΗ..., ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 11:44 π.μ.

0


Ο ΚΕΡΑΣΤΗΣ ΔΟΥΛΟΣ

β

-Ποιος ήταν ’πο τραγούδαγεν εψές το βράδυ βράδυ;

-Αφέντης μ’ ετραγούδαγε με την κυρά μ’ αντάμα.

Μα είχαν κι εμέναν κεραστή και τους κερνώ και πίνουν.

Κι από το συχνοκέρασμα κι απ’ τα πολλά τραγούδια

εσφάλαρε το χέρι μου κι έπεσε το ποτήρι.

Μηδέ σε πέτρα βάρεσε, μηδέ σε γκαλτερίμι,

Μόν’ στης κυράς μου την ποδιάν έπεσε κι εραγίστη.

Κι αφέντης μ’ ο κακόγνωμος με την κακογνωμιά του

στη φυλακή με πέταξε να κάμω τριάντα μέρες

κι επαραπέσαν τα κλειδιά και κάνω τριάντα χρόνους.

Λεφτοκαρυάν εφύτεψα στης φυλακής την πόρτα

και λεφτοκάρυν έφαγα και λευτεριά δεν είδα.

Μόν’ μια λαμπρή, μια Κυριακή, μια ’πίσημον ημέρα,

αναταράχτ’ η φυλακή κι ο τοίχος εραγίστη

κι αφέντης τότ’ ερώτησε κι αφέντης ερωτάει.

-Ποιος ήταν π’ αναστέναξε κι η φυλακή εταράχτη;

Αν είν’ από τους σκλάβους μου, να τον ελευθερώσω,

κι αν είν’ από τους δούλους μου, φλωριά να του χαρίσω.

(παραλογή, συλλογή, Π. Παπαζαφειρόπουλος, Πελοπόννησος)

*

ΤΗΣ ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΝΥΦΗ

α

-Μάνα μου, κεια που κάθουμουν κι έκανα το πλουμί μου,

εζήτηξε τ’ αχείλι μου νερό του βρυσημάτου

και πήγα στη δροσοπηγή να πιω και να γεμίσω

και βρίσκω τον πολυαγαπό στα ρόδα και κοιμάτο,

στα ρόδα, στα τριαντάφυλλα και στα τριανταφυλλάκια,

χύνω νερό και λούγω τον, μαντίλι και σφουγγώ τον.

«Κόρη και για ’ντα με φιλείς; Την Κυριακή βλογούμαι

και δεν περηφανεύεσαι να μπεις κουμπάρισσά μου;»

-Μάνα, τον αγαπό βλογούν και τον αρραβωνιάζουν,

με κράζει για κουμπάρα ντου, τα στέφανα ν’ αλλάξω!

-Μωρή, έχεις πόδια να σταθείς και κεφαλή να κλίνεις,

έχεις και γοργοδάχτυλα, τα στέφανα ν’ αλλάξεις;

-Μάνα, έχω πόδια να σταθώ και κεφαλή να κλίνω

κι έχω και γοργοδάχτυλα, τα στέφανα ν’ αλλάξω.

Εκάθουν και στολίζουντο ’που το ταχύ ως το βράδυ.

Βάνει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος,

τον άμμο τον αμέτρητο βάνει μαργαριτάρι.

Και παίρνει το στρατί στρατί και στου κουμπάρου πάει.

Παπάς την είδε κι έσφαλε, διάκοι και κανονάρχοι

και τα μικρά διακόπουλα πάψαν το «Κύρ’ ελέησον».

«Παπά μου, αν είσαι χρισθιανός κι αν είσαι βαφτισμένος,

μετάλλαξε τα στέφανα, βάλε τα τση κουμπάρας».

(παραλογή, συλλογή Μαρίας Λιουδάκη, Έλος Κρήτης)

______

*πλουμί, σχέδιο κεντητό ή ζωγραφιστό

*βρυσημάτου, της βρύσης, της πηγής