ΑΠΟ ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΣΤΗ ΣΑΤΙΡΑ...ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΔΗΛΩΤΗ ΕΚΠΛΗΞΗ, ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης Κρης | Posted in | Posted on 8:31 μ.μ.

0

"Να 'χα μια ξέστα Φαραώ". Ένα τραγούδι της αγάπης

 

_____

 


Οι συγγενείς του γαμπρού και η άξια νύφη

Θωρείς εκείνο το βουνό, που 'ναι ψηλό και μέγα
από 'κει κατεβάζανε της ομορφούλας γάμο
με τετρακόσα τ' όργανα, με χίλιους συμπεθέρους.
Οι συμπεθέροι στα χρυσά κι όλοι καβαλαρέοι 
κ' η νύφη στα μεταξωτά, γαμπρός στα κατηφένια.
Στη στράτα που παγαίνανε, στα σπίτια που σημώσαν
τους δέχτ' η μάνα του γαμπρού κ' η πεθερά της νύφης.
"Καλώς τονε το γιόκα μου, καλή γυναίκα φέρνεις
καλύτερ΄από σένανε κι από την αδελφή σου".
"Μάνα μου δόσ' της τα κλειδιά δόσ' και τα παρακλείδια.
Τ' είν' όμορφη και νόστιμη άξια και προκομένη".
Μέσ' στην καρδιά της μπήκανε σαράντα δυο μαχαίρια.
"Μάγερα που μαγέρεψες, πολλά φαγιά του γάμου 
μαγέρεψε της νύφης μου τριών φιδιών κεφάλια
της όχεντρας και της γαλιάς και της μονομερίδας".
Όλοι στην τάβλα κάθησαν, κ' η νύφη τρώγει χώρια.
"Πάμε νυφούλα στον οντά, γιατ' είσαι φοβισμένη
θαρρώ πως πείνασες πολύ, κ' εντρέπεσαι να κρίνεις.
Για πάρε νύφη μια χαψιά για πάρε νύφη δύο".
Απλώνει μια κι απλώνει δυο, την τρίτη φαρμακώθη
κι' από την τάβλα σηκώθηκε χλωμοκιτρινιασμένη.
Κάνει σταυρό τα χέρια της, στην πεθερά της πάει.
"Κάμε Κυρά και πεθερά για μια στάλα νεράκι".
"Νύφη νερό δεν ήφερες, κ' η ξέστα πού να το 'βρει;
Σύρε στον Κύρη πεθερό, κι' αν το 'χει σου το δίνει
κι αν το 'χει δε σου το κρατεί και δε σου το στερεύει".
Κάνει σταυρό τα χέρια της και τήνε προσκυνάει.
Πηγαίνει και στον πεθερό, και ματαπροσκυνάει.
"Κάμε Κύρη και πεθερέ για μια στάλα νεράκι".
"Νύφη νερό δεν ήφερες κ' η ξέστα πού να το 'βρει;
Πήραν τα γνέφη το νερό κι ο ήλιος το πηγάδι.
Σύρε και στη συγγένισσα κι αν έχει σου το δίνει
κι αν το 'χει δε σου το κρατεί και δε σου το στερεύει".
Κάνει σταυρό τα χέρια της και τόνε προσκυνάει.
Πηγαίνει στη συγγένισσα και ματαπροσκυνάει.
"Κάμε Κυρά συγγένισσα για μια σταλιά νεράκι".
"Νύφη μου πότε το 'φερες κι η ξέστα πού να το 'βρει.
Πήραν τα γνέφη το νερό κι ο ήλιος το πηγάδι".
Παγαίνει και στο ταίρι της και τέτοιο λόγο λέει.
"Κάμε ταιράκι μου γλυκό για μια στάλα νεράκι
γιατί ψηθήκαν τα χείλια μου από τ' αψύ φαρμάκι".
Χρυσό σταμνάκι άρπαξε , στη βρύση κατεβαίνει
κι όσο να πάει κι όσο να 'ρτει τη βρίσκει πεθαμένη.
Χρυσό μαχαίριν έβγαλεν απ' αργυρό θηκάρι
στους ουρανούς τ' απόλυσε, και στην καρδιά του βρέθη.
Και κει που θάψανε τον νιον εβγήκε κυπαρίσσι
κι εκεί που θάψανε τη νιαν εβγήκε καλαμιώνας.
Αντικοτάει η καλαμιά φιλεί το κυπαρίσσι.
Κι ένα πουλί που κάθιζε στης καλαμιάς τα φύλλα
δεν εκελάιδη σαν πουλί σαν κελαϊδούν τ' αηδόνια
μόν' εκελάιδη κι έλεγε μ' ανθρώπινη λαλίτσα
"Για δέτε τα βαριόμοιρα τα βαριοχωρισμένα,
που δεν φιλιώνται ζωντανά, φιλιώνται πεθαμένα".
 
 
______




Η παπαδοπούλα

Του παπά τη θυγατέρα 
δέκ' αμάξια δεν τη σέρνουν
και οχτώ δεν την ταράζουν.
Την έκαμαν μαύρη νύφη,
φτάνουν 'ς του γαμπρού το σπίτι,
δεν την χώραεν η πόρτα
χάλασαν τρεις πήχες τοίχο
κ' εχαρβάλωσαν
και την χώρεσε κ' εμπήκε.
-Καλημέρα πεθερά μου.
-Καλώς ήρθες περδικά μου.
-Έχεις τίποτα ψωμάκι;
-Έχω, νύφη μ' και παράχω
Έχω ένα μικρό φουρνέλι
που χωράει πολύ κι ολίγο
τετρακόσια δυο καρβέλια.
-Έχεις τίποτα προσφάγι;
-Έχω, νύφη μ' και παρέχω
έχω ενά μικρό καζάνι
που χωράει πολύ κι ολίγο
μια γελάδα με το μόσχο.
Όλα τα 'φαγεν η κόρη
και ακόμα δε σαρκώθει.
-Μπρε κυρά και πεθερά μου,
έχεις κρασί να πιούμε;
-Έχω, νύφη μ' και παρέχω
έχω ένα μικρό μαγένι
που χωράει πολύ κι ολίγο
τετρακόσια δυο καρδάρια.
Όλο το 'πιεν, όλο η νύφη
και εδίψαγεν ακόμα.
-Μπρε κυρά και πεθερά μου,
θε να βγω να κατουρήσω.
Έκαμε το λάκκο, λάκκο
κι έκατσε να κατουρήσει,
κατουρώντας, κατουρώντας
κίνησαν τα κουτσολάκια,
κ' ήταν κ ένα κουτσολάκι 
που'χε κι ένα κουτσομύλι
κι άρχισε κι αυτό ν' αλέθει
και οι τοίχοι του να σείονται,
κ' έφευγαν οι μυλωνάδες 
με τον τσόκο 'ς το ζωνάρι
και τα ξάγια 'ς το κεφάλι,
το χωριό ήταν 'ς το πλάγι,
κι όσα σπίτια ήταν κάτω
η νεροποντιά τα πήρε.
 

 
 




Επαντρεύτηκα κι επήρα
 
Επαντρεύτηκα κι επήρα
μια τσιμπλιάρα κακομοίρα!
Πέντε φούρνοι παξιμάδι
δεν την φτάνουν γιόμα βράδυ!
Κι εγώ ο μαύρος στ' αργαστήρι
με ψωμί και με κρομμύδι.
Και το βράδυ πάνω σπίτι,
βρίσκω τη θύρα κλεισμένη
τη γυναίκα μεθυσμένη,
Στο βαέν' ακουμπισμένη!
 
_____                                         
 

"Εκπληκτική απόδοση στην Αγγλική του δημοτικού τραγουδιού Σαμιώτισσα στην Ταϊβάν, από την Ταϊβανέζικη χορωδία του Εθνικού Πανεπιστημίου της Ταϊβάν".
 
______
 
Σημειώσεις
 
- Η Ξέστα είναι μέτρο υγρών ισοδύναμο με δύο Ιονικά μέτρα, 13 περίπου οκάδες ή 16,5 χιλιόγραμμα. Τέσσερις ξέστες είναι μια βαρέλα. Στο δημοτικό, το (πήλινο) δοχείο νερού, η στάμνα.
 
- Τσόκος, στο λεξικό αναφέρεται σαν το ανδρικό μόριο. Εδώ;
 
- Ξάγι ή Ξάι το, πληθ. ξάγια: μέτρο χωρητικότητας δημητριακών που χρησιμοποιούσαν στην Κύθνο (όπως και στην Ήπειρο). Ήταν ένα κυλινδρικό μεταλλικό δοχείο με χερούλι (αλλά και ξύλινο) χωρητικότητας 7 οκάδων κριθαριού, που ήταν το κύριο αγροτικό προϊόν του νησιού μέχρι τη δεκαετία του '60. Επίσης:  1. αλευροκόσκινο του μυλωνά που αποτελούσε μέτρο υπολογισμού της αμοιβής του (στη ναξιακή και ευρύτερη κυκλαδική διάλεκτο καθώς και σε περιοχές Ηπείρου), 2. μονάδα μέτρησης χωρητικότητας: δημητριακών (μισό κιλό), μεταξόσπορου (το 1/6 της ουγγιάς), μπαρουτιού, πυρίτιδας. Λατινικό, exagium, ελληνιστική κοινή, εξάγιον, Κρήτη, αξάι ( εκεί αντιστοιχούσε σε ένα κιλό). Ρήμα, ξαγιάζω.

- Κουτσομύλι: Στην Ευρυτανία, κοντά στα Φουρνά, στην κοιλάδα του ποταμού Μέγδοβα, ήταν ένα μικρό πέτρινο γεφύρι που δεν υπάρχει σήμερα. Από αυτή την περιοχή προέρχεται το δημοτικό τραγούδι. Στις "Ηπειρωτικές Σελίδες", τεύχος 5, 1953, διαβάζουμε: "Δεν είχε μείνει ρεματιά και κουτσολάκι, που να μη γιγαντευτή και να μη γένη σωστό ποτάμι". Επομένως οι λέξεις κουτσομύλι και κουτσολάκι αφορούν γενικά ρέματα και ρυάκια. Είναι προφανές ότι μέρος του νερού τους διοχετευόταν στους πέτρινους νερόμυλους για το άλεσμα των σιτηρών.

Με το όνομα "Κουτσομύλι" υπάρχει και "το μονοπάτι των μύλων" στο Δυρράχι Αρκαδίας.
 
Η φράση "κ' άρχισε κι αυτό ν' αλέθει" μεταφορική: "να παρασέρνει το χώμα, να διαβρώνει".
 

- Βαγένι, βαένι, βαρέλι κρασιού μικρό ή μεγάλο.