ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ (ΠΑΡΑ)ΔΕΙΓΜΑΤΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:39 μ.μ.

0


ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

Το έτος 2007, παρακολούθησα την ταινία “mare adentro”, “η θάλασσα μέσα μου”, με θέμα την ευθανασία. Είχα πληροφορηθεί την προβολή λίγες μέρες νωρίτερα, και οι δυο συνιστώσες – θέμα και τίτλος – «ερέθισαν» τη σκέψη μου, με αποτέλεσμα τη γραφή ενός ομότιτλου και με το ίδιο θέμα, αδημοσίευτου ακόμα, ποιήματος.
Βλέποντας  κατόπιν την ποιητική αυτή ταινία, έμεινα έκπληκτος. Τα πλάνα, η φύση της υφής και της δομής, πολλές εικόνες, η εξέλιξη και η φιλοσοφία συμβάδιζαν σχεδόν απόλυτα με τα χαρακτηριστικά του ποιήματος, λες και είχε γεννηθεί προηγούμενα, στη διάρκεια των γυρισμάτων, κι ύστερα είχε ταξιδέψει μέσα μου. Ήταν μια αίσθηση ξεχωριστή.
Έτσι, αφιέρωσα το ποίημα στους συντελεστές Αλεξάντρο Αμενάμπαρ, Ματέιο Τζιλ, Χαβιέ Μπαρδέμ και Μπέλεν Ρουέντα, έχοντας, μετά απ’ αυτό, ταυτιστεί σχεδόν μαζί τους. Είχα σκεφτεί συχνά πως θ’ άξιζε τον κόπο να επικοινωνήσω για να τους το εγχειρήσω. Αυτό, μέχρι σήμερα, δυστυχώς δεν έγινε.
Η επικοινωνία όμως με τους άλλους δημιουργούς λειτουργεί και «αποκαθίσταται» κάποτε κι αλλιώς. Μέσα ίσως από μια κοινή ευαισθησία, πάνω στην ίδια σχεδία με την οποία αόρατα συνταξιδεύουμε.

Ο Χαβιέ Μπαρδέμ «εμφανίστηκε» πάλι μπροστά μου με την εκστρατεία «παστίλιες για τον πόνο του άλλου». Αυτές τις μικρές καραμελίτσες από μέλι και θυμάρι, με τις οποίες οι Γιατροί χωρίς σύνορα, προσπαθούν να απαλύνουν τον σωματικό, από την πλευρά τους, πόνο του άλλου. Η «επαφή» λειτούργησε με μια ιδέα που γεννήθηκε, όχι πλέον σχετική με την ευθανασία αλλά με το αντίθετό της, τηρουμένων των αναλογιών. Με τη διατήρηση, με κάθε μέσο, της ζωής και, όσο γίνεται, της αξιοπρέπειας των άλλων. Την ιδέα αυτή τη βάφτισα μ’ ένα όνομα. «ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ».

Από εδώ και πέρα τα πράγματα, και η πρόταση, είναι σαφή. Χρειάζεται μόνο ν’ αφήσουμε να ηχήσει μέσα μας ο γλυκός ήχος ενός σήμαντρου, για ν’ αρχίσει το κάλεσμα, και στη συνέχεια «ν’ ακουστεί» ένας  α ν θ ρ ώ π ι ν ο ς  όρθρος.

Προτείνω λοιπόν, με το παραπάνω όνομα, οι ποιητές, οι φορείς, τα ιδρύματα, οι τοπικές αυτοδιοικήσεις, οι σύλλογοι, το ίδιο το κοινό μέσα από ομάδες φίλων που συμφωνούν, να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν, σε κάθε χώρο, ποιητικές εκδηλώσεις κι άλλες ποιητικές ιδέες, αν γίνεται σε συνδυασμό με μουσική αλλά και χωρίς αυτήν, μέσα απ’ τις οποίες θα συγκεντρώσουν χρήματα, με ελεύθερη, ως προς το ύψος του ποσού (έστω κι από ένα ευρώ), συνεισφορά (λέτε και υλικά αγαθά;) που θα τα διαθέτουν, με κάθε ελεγχόμενη διαφάνεια και με όποιο τρόπο επιλέξουν, για τον πόνο των άλλων.

Πιστεύω πως οι ιδέες και οι συνεργασίες μπορούν να είναι πολύπλευρες, μιας και το ευγενές ανθρώπινο μυαλό μπορεί να είναι το ίδιο εφευρετικό, όπως κι ένα αρνητικά πολυμήχανο. Οι θετικοί αντίποδες πάντα μπορούν να κρατήσουν μιαν ισορροπία απέναντι στους αρνητικούς, αρκεί να ενεργοποιηθούν και να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Και η ισορροπία αυτή, με τη σειρά της, θα συντηρεί την ελπίδα.

Προσωπικά, θα μεταφέρω την πρόταση όπου αλλού μπορώ και θα βρίσκομαι στη διάθεση όποιου αποδέκτη και φορέα νομίσει πως ίσως με χρειαστεί. 

Γιώργος Τσακιράκης

_____

και στο Facebook, Γιώργος Τσακιράκης ΙΙ

________

ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
_____  



Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
ο πόνος να μη μου είναι αδιάφορος.
Ο στεγνός θάνατος να μη με βρει
άδειο και μόνο χωρίς να έχω κάνει αρκετά.

Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
το άδικο να μη μου είναι αδιάφορο.
Να μη μου χαστουκίσουν και το άλλο μάγουλο
μετά από μια δαγκάνα που γρατσούνισε την τύχη μου.

Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
ο πόλεμος να μη μου είναι αδιάφορος.
Είναι ένα μεγάλο θηρίο που πατάει βαριά
όλη τη φτωχή αθωότητα του κόσμου.

Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
η απάτη να μη μου είναι αδιάφορη.
Εάν ένας προδότης μπορεί περισσότερα από μερικούς
αυτοί οι μερικοί να μην το ξεχάσουν εύκολα.

Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
το μέλλον να μη είναι αδιάφορο.
Απελπισμένος είναι αυτός που πρέπει να φύγει,
να ζήσει σε έναν άλλο πολιτισμό.

Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
ο πόλεμος να μη μου είναι αδιάφορος.
Είναι ένα μεγάλο θηρίο που πατάει βαριά
όλη τη φτωχή αθωότητα του κόσμου

τραγούδι, Mercedes Sosa / Μερσέδες Σόσα

μετάφραση, Maria Rosario Lazcano (Μαρία Ροσάριο Λαθκάνο),  
για την ιστοσελίδα 

ΝΕΑ ΤΕΥΧΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:34 μ.μ.

0




Οδός Πανός, τεύχος 158, Ιανουάριος-Απρίλιος 2013

*


ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1856, Δεκέμβρης 2012

 *

Η Παρέμβαση, τεύχος 165, Χειμών 2012-2013

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΑΤΙΑΝΑΣ / Ο ΟΥΜΠΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑΣ, ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΣΤΙΧΟΙ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:30 μ.μ.

0





Το "Παραμύθι" της Λένας και της Τατιάνας, είναι και του Νίκου. Η Λένα Πλάτωνος, η Τατιάνα Κατερίνα Θωμαΐδη και ο Νίκος Γάλλος συνταξίδεψαν στο βίντεο και σας χαρίζουν το ταξίδι, τις επισημάνσεις και την ελπίδα διάσωσης. Αυτά είναι για σας, τα λίγο μεγαλύτερα αυτή τη φορά παιδιά, για να βοηθήσετε και την πόλη και τους ανθρώπους και τα μικρότερα. Ακούστε το πολλές φορές και σκεφτείτε...
_________



Ο ΟΥΜΠΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ή ΟΙ ΠΟΛΩΝΟΙ, του  Αλφρέδου Ζαρρύ (Alfred Jarry), 1873-1907, (αποσπάσματα)

Παρόλη τη μεγάλη, βαθιά και ποικίλη του μόρφωση ο Αλφρέδ Ζαρρύ υπήρξε πάντα ένα απλό, αγνό παιδί, ευχαριστημένο με όλα και με τον εαυτό του. Ο «Ουμπού βασιλιάς», το αριστούργημά του γράφτηκε σε ηλικία 15 χρονών. Λέτε να τον μιμηθείτε; Γιατί όχι..;

_____

Πράξη Δεύτερη

Σκηνή έκτη

Το παλάτι του βασιλιά

Μπάρμπα-Ουμπού, Κυρά-Ουμπού, Καπετάν Μπορντούρας

Μ.Ο.: Α, όχι! Εγώ δεν θέλω! Εσείς θέλετε να με καταστρέψετε γι’ αυτούς τους τιποτένιους.
Κ.Μ.: Μα επιτέλους, Μπάρμπα-Ουμπού, δεν καταλαβαίνεις πως μια κι έγινες βασιλιάς, ο λαός περιμένει κεράσματα;
Κ.Ο.: Αν δεν τους δώσεις κρέατα και χρυσάφι,
θα σε διώξουνε στο πι και φι.
Μ.Ο.: Κρέατα ναι, χρυσάφι ποτέ! Σφάχτε τρία γέρικα μουλάρια. Φτάνουν και περισσεύουν γι’ αυτά τα παλιοτόμαρα.
Κ.Ο.: Παλιοτόμαρο είσαι και φαίνεσαι, Μωρέ, πώς σ’ έφτιαξε έτσι η μάνα σου;
Μ.Ο.: Πάλι να στο πω; Εγώ θέλω να πλουτίσω. Δεκάρα δε μου ξεφεύγει εμένα.
Κ.Ο.: Αφού κρατάς στα χέρια σου όλους τους θησαυρούς της Πολωνίας,
Κ.Μ.: Βέβαια! Μέσα στην εκκλησιά είναι κρυμμένος ένας παραμυθένιος θησαυρός, θα τον μοιράσουμε στον κόσμο.
Μ.Ο.: Αν το κάμεις αυτό, κακομοίρη...!
Κ.Μ.: Μα, Μπάρμπα-Ουμπού, αν δεν τους δώσεις τίποτα, δεν θα πληρώσουνε τους φόρους.
Μ.Ο.: Στ’ αλήθεια;
Κ.Ο.: Ναι, ναι!
Μ.Ο.: Α, μα τότε όλα αλλάζουν. Μαζέψτε τρία εκατομμύρια, ψήστε εκατό πενήντα βόδια κι αρνιά, μια που θα ’χω κι εγώ το μερδικό μου.

(βγαίνουν)

Σκηνή έβδομη

Ο αυλόγυρος του παλατιού γεμάτος κόσμο

Ο Μπάρμπα-Ουμπού, με το στέμμα στο κεφάλι, Η Κυρά-Ουμπού, ο Καπετάν Μπορντούρας, Υπηρέτες φορτωμένοι με κρέατα

ΛΑΟΣ: Ο Βασιλιάς! ο Βασιλιάς! Ζήτω!
Μ.Ο. (σκορπίζοντας χρυσάφι): Να, πάρτε. Δεν είχα διόλου διάθεση να σας δώσω παράδες, μα, για να ξέρετε, είναι η Κυρά-Ουμπού που το θέλησε. Τουλάχιστο υποσχεθείτε μου πως θα καλοπλερώνετε τους φόρους.
ΛΑΟΣ: Ναι! Ναι!
Κ.Μ.: Για δες, Κυρά-Ουμπού, πώς σκοτώνονται για το χρυσάφι. Σωστή μάχη.
Κ.Ο.: Αλήθεια, είναι φοβερό! Πω-πώ! Κοιτάτε έναν που του ανοίξαν το κεφάλι.
Μ.Ο.: Τι ωραίο θέαμα! Φέρτε κι άλλες κασέλες με χρυσό.
Κ.Μ.: Πώς σας φαίνεται η ιδέα να τους βάλουμε να τρέξουν;
Μ.Ο.: Ωραία ιδέα. (Στον λαό.) Φίλοι μου, βλέπετε αυτή τη μαλαματένια κασέλα, έχει μέσα τρακόσες χιλιάδες φλουριά χρυσά, μονέδα πολωνέζικη, βενέτικο χρυσάφι. Όσοι θέλουν να τρέξουνε, ας πάνε στην άκρη της αυλής. Θα ξεκινήσετε σαν θ’ ανεμίσω το μαντήλι μου…

Τρίτη Πράξη

Σκηνή πρώτη

Το παλάτι

Μπάρμπα-Ουμπού, Κυρά-Ουμπού

Μ.Ο.: Να με βασιλιάς! Μα το καντήλι μου, στομάχιασα κιόλας. Και τώρα περιμένω να μου φέρουνε τη μεγάλη μου καπελαδούρα!
Κ.Ο.: Από τι είναι φτιαγμένη, Μπάρμπα-Ουμπού;
Γιατί καλά είναι νάναι κανένας βασιλιάς, μα πρέπει νάναι και οικονόμος.
Μ.Ο.: Κυρά μου, γυναικούλα μου, είναι φτιαγμένη από προβιά, κι έχει φιούμπα και λουριά από σκυλοπέτσι.
Κ.Ο.: Τι ωραία που θα είναι, μα ακόμα ωραιότερα που είμαστε βασιλιάδες…

Σκηνή δεύτερη

Η μεγάλη αίθουσα του παλατιού

Μπάρμπα-Ουμπού, Κυρά-Ουμπού, Αξιωματικοί και στρατιώτες, Ο Ζιρόν, ο Πιλ, ο Κότις, Ευγενείς αλυσοδεμένοι, Οικονομολόγοι, Δικαστές, Γραφιάδες

Μ.Ο.: Φέρτε την κάσα των ευγενών και το γάντζο των ευγενών και το δευτέρι των ευγενών. Ύστερα φέρτε μου και τους ευγενείς.
(Σπρώχνουν με βαναυσότητα τους ευγενείς.)
Κ.Ο.: Για όνομα του Θεού, βάλε νερό στο κρασί σου, Μπάρμπα-Ουμπού.
Μ.Ο.: Έχω την ευχαρίστηση να σας ανακοινώσω πως για να πλουτίσω το βασίλειο θα ξεκάνω τους ευγενείς και θα πάρω τις περιουσίες τους.
ΕΥΓΕΝΕΙΣ: Αίσχος! Λαέ, στρατέ, βοήθεια!
Μ.Ο.: Φέρτε τον πρώτον ευγενή και δώστε μου τον γάντζο. Όσοι καταδικαστούνε σε θάνατο θα τους ρίξω στο μπουντρούμι, θα πέσουνε στα υπόγεια της Γουρουνομαγκώστρας και της Χρηματοστραγκίστρας…Ποιος είσαι σύ, ηλίθιε;
ΕΥΓΕΝΗΣ: Κόμης του Βιτέμπσκ.
Μ.Ο.: Πόσα είναι τα εισοδήματά σου;
ΕΥΓΕΝΗΣ: Τρία εκατομμύρια τάλαρα.
Μ.Ο.: Στο μπουντρούμι: (Τον αρπάζει με τον γάντζο και τον ρίχνει μέσα στην καταπακτή.)
Κ.Ο.: Τι κτηνωδία!
(Ο Μπάρμπα-Ουμπού ρίχνει με τη σειρά όλους τους ευγενείς χωρίς εξαίρεση, ακόμα και τους κατεστραμμένους, γιατί δεν έχουν τίποτα να τους πάρει).
Κ.Ο.: Παραείσαι αιμοβόρος,  Μπάρμπα Ουμπού!
Μ.Ο.: Ε, πλουτίζω. Θέλω να μου διαβάσουν το κατάστιχο πούναι καταγραμμένο το έχει  μου. (Του το διαβάζουν.)…Πάρα κάτω.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Δεν έχει παρακάτω.
Μ.Ο.: Δεν έχει παρακάτω;…Κάνετε πιο γρήγορα, γιατί θα νομοθετήσω τώρα.
ΠΟΛΛΟΙ: Άντε να το δούμε κι αυτό.
Μ.Ο.: Πρώτα κι αρχή θα ξαναφτιάξω  το δίκαιον και ύστερα θα εξετάσουμε τα οικονομικά.
ΔΙΚΑΣΤΕΣ: Αρνούμεθα κάθε αλλαγή
Μ.Ο.: Σκρατά! Πρώτα κι αρχή, από δω και μπρος οι δικαστές δεν θα πληρώνονται.
ΔΙΚΑΣΤΕΣ: Μα πώς θα ζήσουμε; Είμαστε φτωχοί.
Μ.Ο.: Θάχετε τα προστίματα που θα βάζετε και τις περιουσίες όσων καταδικάζετε σε θάνατο.
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Αίσχος!
ΔΕΥΤΕΡΟΣ: Ατιμία!
ΤΡΙΤΟΣ: Σκάνδαλο!
ΤΕΤΑΡΤΟΣ: Κακοήθεια!
ΟΛΟΙ: Υπό τοιαύτας συνθήκας, αρνούμεθα να απονέμωμεν την δικαιοσύνην.
Μ.Ο.: Στο μπουντρούμι οι δικαστές!
(Προσπαθούν άσκοπα να γλυτώσουν.)
Κ.Ο.: Ε! Τι κάνεις Μπάρμπα-Ουμπού; Ποιος θα δικάζει τώρα            ;
Μ.Ο.: Ακούς εκεί! Εγώ. Θα δεις τι όμορφα που θα πάει το πράμα έτσι.
Κ.Ο.: Μάλιστα. Αυτό πια θάναι πρώτης!
Μ.Ο.: Άντε σώπαινε, πολυλογού! Και τώρα, κύριοι, ας δούμε τα οικονομικά.
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ: Δεν έχει να γίνει καμιά αλλαγή.
Μ.Ο.: Τι; Εγώ όλα θα τ’ αλλάξω. Πρώτα κι αρχή, οι μισοί από τους φόρους θάναι για μένα.
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ: Δεν στενοχωριέται καθόλου.
Μ.Ο.: Κύριοι, θα βάλουμε ένα φόρο δέκα τοις εκατό στην ιδιοχτησία, έναν άλλο στο εμπόριο και στη βιομηχανία, και ένα τρίτο στους γάμους, και ένα τέταρτο στους θανάτους, δεκαπέντε φράγκα ο καθένας.
ΠΡΩΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ: Μα είναι ανόητο, Μπάρμπα-Ουμπού.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ: Δεν είναι λογικό.
ΤΡΙΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ: Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα!
Μ.Ο.: Για κορόιδο με περνάτε! Στο μπουντρούμι οι οικονομολόγοι!
(Χώνουν τους οικονομολόγους.)
Κ.Ο.: Μα επί τέλους, Μπάρμπα-Ουμπού, τι είδους βασιλιάς είσαι συ, σκοτώνεις όλο τον κόσμο.
Μ.Ο.: Ε, σκρατά.
Κ.Ο.: Πάνε τα δικαστήρια! Πάνε τα οικονομικά!
Μ.Ο.: Μη φοβάσαι τίποτα, γλυκό μου παιδί, θα πάω εγώ χωριό χωριό, για να μαζέψω τους φόρους…
…………………………………………………………….......................................

 ______

Ο αχόρταγος όμως βασιλιάς Μπάρμπα-Ουμπού (ή Υμπύ, για άλλους) είχε κι άλλες περιπέτειες και σ' αυτό το έργο και στο επόμενο του Α. Ζαρρύ, που έχει τον τίτλο "Ο Μπάρμπα- Ουμπού κατάδικος". Δεν ξέρω για την καταδίκη. Αυτό όμως που ξέρω είναι πως δεν χρειαζόμαστε βασιλιάδες.

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:15 π.μ.

0

Η (δέκατη τρίτη) ανανέωση ύλης της ιστοσελίδας ολοκληρώθηκε στις 31 Οκτώβρη. Η επόμενη ανανέωση θα γίνει στις 31 Γενάρη 2013.

Το συνολικό περιεχόμενο της ιστοσελίδας υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα και είναι πνευματικά κατοχυρωμένο.

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:14 π.μ.

0

Τα νέα τεύχη των λογοτεχνικών περιοδικών που στάλθηκαν ευγενώς στην ιστοσελίδα μπορείτε να τα δείτε στην ομώνυμη ενότητα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ, ΠΩΣ Ο ΑΚΡΙΤΗΣ/ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, Ο ΜΑΝΤΗΣ/ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΑΚΗΣ, Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΟΥ, ΑΝ ΤΥΧΕΙ ΚΑΙ ΠΕΘΑΝΩ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΧΩΝ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:13 π.μ.

0

Γιώργος Μπλάνας

Πώς ο ακρίτης πολεμά πάλιν μετά της Μαξιμούς, νικήσας αυτήν

Θα σε νικούσα οπωσδήποτε, στο τέλος,
θα σε κατείχα κόκκινη
από το αίμα, την ντροπή ή την τριβή.
Θα σε κατείχα.
Αλλ' ήσουν μάγισσα εσύ,
πολεμιστής και γνώριζες
πώς ξεπετιέται στην καυτή ξερολιθιά ενός μακελειού,
η ακανθώδης υγρασία του θηλυκού.

Σήκωσα τότε το σπαθί
των ώμων σου τη γύμνια να σκορπίσω
και στην αχλή της σάρκας σου
που ίδρωνε ξαναμμένη,
το βλέμμα δεν μπορούσα να κρατήσω.
Πέρα μου γλίστρησε η ψυχή:
κατ' όπου δέντρο και πηγή
και γη ανθισμένη.
Δεχόμενος κατάστηθα
τον αιχμηρό του στήθους σου παλμό,
γκρεμίστηκα κι απόμεινα στη γη,
βλέποντας πάνω μου το φως,
με στόμα ορθάνοιχτο
ν' αποζητά το άσπρο σου βυζί.

Θα σε νικούσα οπωσδήποτε, στο τέλος,
θα σε κατείχα κόκκινη,
από το αίμα, την ντροπή ή την τριβή.
Αλλ' ήσουν μάγισσα εσύ,
δεν είχα εκλογή:
Ω, Μαξιμώ, μην τρέμεις
να σ' ελεήσω ώσπερ γυνήν 
και κάλλος στολισμένην !

_____

Παντελής Μπουκάλας

Ο μάντης (απόσπασμα)

[...]
Ύβρις, κι ανθρώπεψα έτσι, κι άλλο δρόμο να φτάσω ως τον
άνθρωπο μέσα μου, στις ζωές μου δε γνώρισα, πάρεξ
σφάλμα και ύβρι. Μου πήρε τότε το βλέμμα η θεά, ακου-
μπώντας μ' ανήδονη δύναμη το χέρι της στα μάτια μου
που τα είχε υγράνει το ανέφικτο. Τυφλός ξαφνικά, και 
δεσμώτης του νου μου. Να υπάρχω στην κυριολεξία του 
δέρματος, να με μοιραίνει των ήχων των οσμών η ύλη
βαριά ως το πένθος. Αποσπασμένος από έναν κόσμο που
με τρόπους πολλούς ιστορούσε την ομορφιά του, το κυρτό
με το κοίλο αρμόζοντας, το πορφυρό με το πράσινο, το
υψηλό γαλανό με το υγρό του αντίκρισμα, το θεριό με την 
έλαφο, τον καρπό με τα δόντια που τον δικαιώνουν, το
ωμό με το πνεύμα, το τερπνό με τη λύπη, τη σποδό με
τη μορφή, την πέτρα με δρόσο, την ηδονή με το δίδυμο
άδειο, τη μέθη με τη βέβαιη θλίψη της, το πυκνό με το
ξέφωτο, τη ροή με το ακίνητο, τη σάρκα με το τέλος της:
την άλλη σάρκα.

_____

Γιώργος Τσακιράκης

Ο θάνατός μου

Ο θάνατός μου, θα είναι ένας λεπτός θάνατος, 
απέραντος. Ένας θάνατος υπέροχος, 
απλωμένος στις στέγες των χαμηλών σπιτιών, 
με το αίμα του κρυμμένο κάτω απ' τα κεραμίδια,
μέσα στις ρόγες μεθυσμένων σταφυλιών,
ταξιδευτής του Παράλ και της Αβάνα,
βυθισμένος στο βόρειο σέλας και στις
λίμνες της στέπας. Άμεν!

*

Αν τύχει και πεθάνω

Αν τύχει και πεθάνω
καταχωρήστε τις χειρονομίες μου
σε μιαν Ανθολογία με πολλά
δωμάτια, για ν' αποφεύγω την ανία.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:12 π.μ.

0



 Τμήμα της επιστολής που είχε στείλει ο 
Κώστας Βάρναλης στον Κωστή Παλαμά 
το 1904, φοιτητής φιλολογίας τότε, με την παράκληση να διαβάσει τα πρώτα του 
ποιήματα με τον τίτλο "Πυθμένες". 

Στα "Ποιητικά", στην εκλογή που έκανε ο ίδιος για την έκδοση του 1956, δεν διάσωσε κανένα από τα ποιήματα αυτής της συλλογής.

 «κ. συνάδελφε...τα ποιήματά σου θυμίζουνε κι άλλων ποιητών μας τους τρόπους και θέλουνε χτένισμα». Του απάντησε ο Παλαμάς. Κι ο Βάρναλης γράφει: "Όσο και να ήμουνα παιδί, δε γελάστηκα. Κατάλαβα πως ο Παλαμάς μου έλεγε μ’ ευγενικό φέρσιμο, πως από τα ποιήματά μου έλειπε και η πρωτοτυπία και η τεχνική. Δηλαδή το παν»

*

"Μετά τον Αύγουστο του 1970 ο Βάρναλης φαίνεται πως αποφάσισε να ετοιμάσει μια συλλογή με ποιήματα που άμεσα είτε έμμεσα του είχε εμπνεύσει η συμφορά  της 21ης Απριλίου 1967. Λογικά δεν είχε καμιά πιθανότητα να τη δει τυπωμένη. Έκανε λοιπόν ένα πρώτο σχέδιο κατάταξης 16 ποιημάτων και το παράδωσε μαζί με όλο το σχετικό υλικό  στην εκδότριά του Νανά Καλλιανέση. Αυτό, ας πούμε, ήταν τότε το οριστικό χειρόγραφο της συλλογής "Οργή λαού". Ωστόσο, στο μεταξύ έγραφε κι άλλα και επεξεργαζόταν τα παλαιότερα. Οφείλω να δηλώσω, πως μόνο το πρώτο (και κύριο) μέρος της συλλογής αντιπροσωπεύει την αναμφισβήτητη εκδοτική βούληση του Βάρναλη…"                                                                      
Γ.Π.Σαββίδης

Ένα απ' τα  «επιγράμματα» της συλλογής "Οργή Λαού"

Επίστευα μωρό τους πιο μεγάλους,
τη μάνα, τον παπά και τους δασκάλους,
πως έσωσε τον κόσμο ο Χριστός
από πείνα, σκλαβιά και Χάρο αυτός.
Καλά να το πιστεύουν τα μωρά,
μα και γαϊδάροι με μια πήχη ουρά;

*

Σε σχετικά κοντινό, χρονικά, δημοσίευμα στον τύπο επισημαίνεται πως:

«Ήταν ο πρώτος ποιητής που κατήγγειλε την ανισότητα, την αδικία και την εξαθλίωση της εργατικής τάξης, με μια γλώσσα ρέουσα, κοφτερή, γεμάτη λαϊκούς χυμούς. Έχοντας την πεποίθηση, όπως ο δάσκαλός του, ο Παλαμάς, ότι ο ποιητής παίζει και το ρόλο προφήτη στην κοινωνία, ο Βάρναλης εξήγγειλε την έλευση ενός αταξικού, δίκαιου κόσμου».

 *

Για τους  "Σκλάβους Πολιορκημένους" (έκδοση 1927) ο ίδιος γράφει: Πολλοί νομίσανε…πως με το έργο μου "Σκλάβοι Πολιορκημένοι" ήθελα τάχα να δείξω ποια ήτανε η αληθινή ψυχολογία των αγωνιστών του ’21: αντιηρωική, μοιρολάτρισσα, πεσιμιστική κι όχι τέτοια, που την αιστάνθηκε και μας την παράστησε ο Σολωμός στους "Ελεύθερους Πολιορκημένους".
Μα το έργο μου δεν έχει καμιάν ουσιαστική σχέση με την επανάσταση του ’21 γενικά ή την έξοδο του Μεσολογγίου ειδικά. Ο τίτλος του "Σκλάβοι Πολιορκημένοι"… δίνει αφορμή για παρεξήγηση… Μα το θέμα δεν είναι το ίδιο…Θέμα (ιστορικό εννοώ) δεν έχουνε οι "Σκλάβοι Πολιορκημένοι". Έχουνε σκοπό το κήρυγμα της κοινωνικής επανάστασης. Και καταλήγουνε στην ιστορική και την ηθική δικαίωση αυτής της επανάστασης μετά το ξετίναγμα που κάνουνε όλων εκείνων των θεμελιακών, των "υψηλών" αξιών του αστικού καθεστώτος, που είναι όλες αξίες νεκρές, άγονες, ψεύτικες...

...Το "Σολωμό χωρίς μεταφυσική", τους "Σκλάβους Πολιορκημένους", τα πρώτα σκίτσα της "Απολογίας του Σωκράτη" και τα πρώτα διορθώματα της β’ έκδοσης του "Φωτός που καίει" τα έγραψα στη Γαλλία, στο χωριό Σεν-Μαρ-Λα Πιλ της Τουραίνης. Εκεί είχε σπίτι ο ξυλογράφος Γιάννης Κεφαληνός και με φιλοξενούσε κάθε φορά, που…οι ιδέες μου με τιμωρούσανε για τις…αταξίες μου με προσωρινή ή παντοτεινή απόλυση από τη θέση μου και μ’ αναγκάζανε να ζητώ άσυλο κοντά στον εξαιρετικό αυτόν καλλιτέχνη και φίλο και προπαντός άνθρωπο…Ποτέ μου δεν έζησα πλουσιότερη πνευματική και…υλική ζωή από τα χρόνια, που πέρασα…πρόσφυγας στο σπίτι του Κεφαληνού. Είχαμε μια πλούσια βιβλιοθήκη…χιλιάδες τριανταφυλλιές στον κήπο…χιλιάδες τουλίπες…οπωροφόρα δέντρα και λαχανικά όλων των εξαιρετικών ειδών…περιστέρια και κότες και κουνέλια από τις καλύτερες ράτσες…Τα βράδια τα περνούσαμε στο ατελιέ διαβάζοντας και δουλεύοντας. Ησυχία και ερημιά παντού. Εγώ δούλευα κυρίως τις πρωινές ώρες. Τα βράδια…έσβηνα ό,τι έγραφα το πρωί!...

*

Σκλάβοι Πολιορκημένοι

(aποσπάσματα από συνθέσεις του πρώτου, από τα τέσσερα, μέρους:
ΤΟ ΘΕΪΚΟ ΗΤΟΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΑΘΟΣ)

Οι πόνοι της Παναγιάς

Σπιτάκι μου, -στανάχωρο, και κάμαρά μου, - χαμηλή!
Πόνοι μου σφάζουν το κορμί, μα την ψυχή μου πιο πολλοί.
Πήρα το δρόμο το δρομί στον κάμπο να καθήσω.
Αντρούλη μου, σα δε με βρεις με την καρδιά σου την καλή,
Ο πόνος, που με κυνηγά, θενά με φέρει πίσω.

Ω χώμα, που τραγουδιστά σε πίνει ο πέφκος ο βαθής,
όσο και μπάρσαμο πικρό στα φύλλα σου να σουρωθείς,
μέσα σου χώνομαι κι εγώ, τα σπλάχνα γλύκανέ μου.
Αχ, χάιδεψέ μου τα μαλλιά της κεφαλής μου της ξανθής,
πάρε τη σκέψη μου πολύ μακριά, πνοή του ανέμου!

Σαν καρδερίνα του Μαρτιού με τα φτερά τ’ αστραφτερά,
που σε βαθιά τριανταφυλλιά, πλάι σε τρεχάμενα νερά,
μ’ άχερα, λάσπη και μαλλί ζεστή φωλιά κρεμάει,
την κούνια σου, παιδάκι μου, με ξύλα φκιάνω ευωδερά
και βάνω προσκεφάλι σου τον ήλιο του Ανθομάη.

………………………………………………………………………

*

Η αγωνία του Ιούδα

Αμμόσκονη πολλά ψιλή, δίχως αγέρα μηδ’ αχό,
πνίγει τον κόκκινο ουρανό, που δίχως ήλιο ανάβει.
Λιγάκι ψήλος αερινό, μια στάλ’ ανάσα, αγκομαχώ:
Άμποτε να με βούλιαζε ξυλάρμενο καράβι,
ω βράδι καλοκαιρινόν, η μπόρ’ αφτή, που αστράβει.

Βλέπω την πόλη από μακριά, την Άγια Πόλη, π’ αγαπώ.
Απάνω της μια χαρακιά γραμμένη με το μέλι.
Απ’ την κλεισμένη μου καρδιά περνάς, σοκάκι χαρωπό,
γλιστράς, γυναίκα, πράσινο μέσα στο κύμα χέλι, -
την ερημιά βαρέθηκα κ’ η πόλη δε μας θέλει!

Ξυπόλυτοι, μ’ ένα ραβδί κ’ ένα ταγάρι σταβρωτά,
τη μέρα να κρυβόμαστε, τη νύχτα να δρομάμε,
- ξυπνούν αλάργα τα σκυλιά και μας γαβγίζουν σερπετά.
πόσες ημέρες νηστικοί, θυμάμαι δε θυμάμαι! –
αχ, δε βαστώ, καρδούλα μου, κι ό,τι λογιάζεις κάμε.

……………………………………………………………………..

*

Ο «καλός» λαός

Απ’ το χωριό κατέβηκα
μ’ όλη τη φαμελιά μου.
Καρδιά μου, τι ξαλάφρωμα!
Τι πρήξιμο η κοιλιά μου!
Βάντε κλήρο, ρίχτε ζάρι,
το μαντύ του ποιος θα πάρει.

Με γκάιδες και με πίπιζες
πήδα κορίτσι ντρέτο!
Σα μέστωσες κι ωρίμασες,
θανά κοπείς εφέτο.
Θα σε πάρει να σε πα
με καρότσα και παπά.

Μας σφίγγ’ η φλόγα, κόκκινη,
το λάρυγγα, θελιά.
Κι όσο μπορούν ουρλιάζουνε
κι ανθρώποι και σκυλιά.
Και σηκώνουν το φουστάνι
νιες και γράδες όσο φτάνει.
……………………………………..

Το χερομάχο σόγι σου
μες στην κοπριά σ’ εγέννα
κ’ εζήτας βασιλίκι σου
Γη κι Ουρανό ενωμένα!
Πίσκοπε του Δαμαλά,
τώρα το ’παθες καλά.

Χωρίς φουσάτα μπρούτζινα,
πεζούρα και καβάλλα,
χωρίς καράβια στο γιαλό
και ματωμένη πάλα,
λιμάρης και ξυπόλυτος,
να! βασιλιάς απόλυτος.

…………………………………..



ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ, ΟΨΕΙΣ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:12 π.μ.

0


Πετράρχης (Φραντσέσκο Πετράρκα), Αρέτσο Τοσκάνης 1304- Αρκουά Πάντοβας 1374


Ο Πετράρχης, έζησε αρχικά στην Πίζα και αργότερα πήγε στην Αβινιόν. Μετά τις πρώτες σπουδές του στο Καρπαντράς, συνέχισε νομικές σπουδές στο Μονπελιέ και στην Μπολόνια (1320). Το 1327 συνάντησε, στην εκκλησία Σεντ-Κλερ, τη Λορ ντε Νοβ, τη Λάουρα, που την αγάπησε παράφορα· ο έρωτάς αυτός έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή και στο έργο του. Την ίδια εποχή ο Π., που ήταν ένα από τα πρωτοπόρα πνεύματα της Αναγέννησης, ζούσε μια κοσμική ζωή γεμάτη λάμψη, έκανε πολλά ταξίδια και διπλωματικές αποστολές, ενώ παράλληλα διένυε περιόδους αυτοσυγκέντρωσης, αφιερωμένες στον στοχασμό και στην ποίηση.
Το 1341 τιμήθηκε από την Καθολική Εκκλησία, σε ειδική τελετή στο Καπιτώλιο της Ρώμης, με τον τίτλο του δαφνοστεφούς ποιητή για το έργο του, το οποίο μέχρι τότε αποτελούσαν το μεγάλο επικό ποίημα Africa, γραμμένο στα λατινικά και εμπνευσμένο από τον Βιργίλιο και τον Τίτο Λίβιο, οι Epistolae metricae (Έμμετρες επιστολές) πάνω σε διάφορα θέματα, και το ιστορικό έργο De viris illustribus. Από τη βαθιά θρησκευτική κρίση, όμως, που του προκάλεσε η είσοδος του αδελφού του Γκεράρντο στον μοναστικό βίο, γεννήθηκε στην περίοδο 1342-43 ένας διάλογος στα λατινικά με τον τίτλο Secretum, ένα είδος εσωτερικού οδοιπορικού όπου, διαβάζοντας τον άγιο Αυγουστίνο, διερευνά τις αμφιβολίες της πίστης του και την έλλειψη ψυχικής σταθερότητας απέναντι στις ψευδαισθήσεις αυτού του κόσμου. Η εσωτερική αυτή βούληση, που είναι λιγότερο θέληση παραίτησης και περισσότερο επιθυμία εσωτερικής τελείωσης, απέκτησε συγκεκριμένη μορφή στις μικρές πραγματείες του, De vita solitaria και De otio religioso (1347-57). Την ίδια εποχή, παρά τον θάνατο της αγαπημένης του, η οποία έπεσε θύμα του λοιμού που ερήμωνε τότε την Ευρώπη (1348), και παρά τα πολλά ταξίδια του, ο Π. αφοσιώθηκε με πάθος στη μελέτη της αρχαιότητας και συγκέντρωσε γύρω του έναν κύκλο μαθητών, μεταξύ των οποίων και ο Βοκάκιος, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά.
 Στα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του στο Μιλάνο, στην Πάντοβα και στη Βενετία, που τα χαρακτήριζε μεγαλύτερη σταθερότητα, ανέπτυξε έντονη συγγραφική δραστηριότητα. Στη διάρκεια αυτής ακριβώς της περιόδου, ο Π. συγκέντρωσε σε τόμο τις Επιστολές και έγραψε μεταξύ άλλων τους Θριάμβους (Trionfi), μικρό αλληγορικό ποίημα σε τοσκανική διάλεκτο, όπου περιγράφεται, κατά τον τρόπο του Δάντη, η πορεία της ψυχής από τον γήινο στον θείο έρωτα. Έγραψε επίσης το De remediis utriusque fortunae, ελεύθερους στοχασμούς για την καλή και την κακή τύχη ή για την τέχνη να ζει κάποιος ευτυχισμένος, αφιερωμένο στον Άτσο ντι Κορέτζιο. Το αριστούργημα του όμως είναι το Canzoniere, που τιτλοφορείται επίσης Rime sparse ή Rerum vulgarium fragmenta, συλλογή 366 ποιημάτων σε λαϊκή γλώσσα (από τα οποία 317 σονέτα και 29 καντσόνι), που κατά παράδοση χωρίζεται σε δύο μέρη: In vita και In morte di madonna Laura. Το έργο αυτό, που το σχεδίασε την περίοδο 1336-37, το επεξεργάστηκε εκ νέου και το συμπλήρωσε πολλές φορές. Αν και τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής μιλούν για τον έρωτα, μερικά θίγουν επίσης και πολιτικά ή θρησκευτικά προβλήματα της εποχής. Πρόκειται για την ιστορία ενός έρωτα χωρίς ανταπόκριση, το μυστικό ημερολόγιο μιας ερωτικής και συγχρόνως μυστικιστικής αναζήτησης, που συνεχίζεται πάντα σε ένα επίπεδο ακραίας έντασης.
 Ποτισμένος με τις έμμονες ιδέες και τους μύθους του Μεσαίωνα, μεγάλος θαυμαστής της αρχαιότητας (μανιώδης συλλέκτης αρχαίων χειρογράφων, ανακάλυψε ο ίδιος το Pro Archia του Κικέρωνα, το 1333), ο Π. προέβαλε ένα καινούργιο ιδεώδες, το ιδεώδες του ουμανισμού, το οποίο προσανατόλισε για αιώνες το ευρωπαϊκό αισθητήριο. Κορυφαίος των Ιταλών ποιητών, οφείλει στο Canzoniere του τον τίτλο του μετρ της ερωτικής ποίησης. Εναρμονίζοντας στοιχεία δανεισμένα από την αρχαία (αλεξανδρινοί, ελεγειακοί), αλλά και τη γαλλική παράδοση (τροβαδούροι, αυλική λογοτεχνία), σε μια πολύ καλλιεργημένη τοσκανική διάλεκτο, που είχε αργότερα απηχήσεις σε όλον τον ιταλικό ρεαλισμό του 19ου αι., η ποίηση αυτή αποτέλεσε την αφετηρία του λεγόμενου πετραρχισμού. Από το τέλος του 14ου αι. έως περίπου το 1550 , στην αρχή στην Ιταλία και αργότερα στην υπόλοιπη Ευρώπη και κυρίως στη Γαλλία, ένας αριθμός επιγόνων, περισσότερο ή λιγότερο πιστών στον ιδεαλισμό του Π., επέστρεψαν στα θέματά του, στην ερωτική ψυχολογία του, στην ποιητική μορφή των σονέτων του, ωθώντας συχνά την τάση αυτή έως τον μανιερισμό και την εκζήτηση.
Τέλος, μεγάλη υπήρξε η επίδραση του Π. και στην ιταλική μουσική, ακόμη και όταν ο ίδιος βρισκόταν στη ζωή. Ο Γιάκοπο ντα Μπολόνια έγραψε μουσική για κείμενά του· η έκδοση του Canzoniere, που τύπωσε ο Μπάρμπο το 1501, έδωσε ένα ορμητικό ξεκίνημα σε μεγάλο αριθμό συνθέσεων των οποίων το πνεύμα, υπό την επίδραση του ποιητή, συντέλεσε στο να εξελιχτεί γρήγορα η φρότολα προς το μαδριγάλι. Πολλοί χρησιμοποίησαν τη μουσική έκφραση των κειμένων του, τα οποία αξιοποιήθηκαν αργότερα και έξω από τα ιταλικά σύνορα (Γαλλία, Αγγλία).

*

Τη μετάφραση των παρατιθέμενων- και άλλων- Canzoniere την βρήκα στην Ελληνική. Θεώρησα όμως χρήσιμο να επεξεργαστώ την τυπική- όχι πάντως αποτυχημένη- μορφή τους, ώστε να αποπνέουν, κατά το δυνατό, την λεπτότητα, το βάθος του συναισθήματος και την γλυκύτητα της έκφρασης του ποιητή.
 

Canzoniere, CLVI

Αγγελική συνάντησα αρετή πάνω στη γη
κι ομορφιά παραδείσου πάνω στο χώμα της.
Έτσι, είμαι μαζί θλιμμένος κι ολόχαρος με την ανάμνησή της
κι ό,τι αντικρύζω είν' όμοιο με όνειρο, σκιά και καπνό.

Και δυο δακρυσμένα μάτια είδα αξιέραστα,
που ζηλόφθονα τα είδε ο ήλιος χίλιες φορές,
κι ανάμεσα στους αναστεναγμούς άκουσα λέξεις να υψώνονται
που κίνησαν τα βουνά και τα ποτάμια βαλσάμωσαν.

Η Αγάπη, η Κρίση, ο Πόνος, η Αξιότητα και ο Θρήνος,
το γλυκύτερο, με πολλές φωνές, ύφαναν πονεμένο τραγούδι,
απ' όσα κάτω απ' το φως του φεγγαριού έχουν ακουστεί.

Κι ο παράδεισος δόθηκε ολόκληρος στην αρμονία του,
κανένα φύλλο δεν ανάσαινε στα κλαδιά,
με τόση γλύκα ήταν ολόγιομοι ο άνεμος και η αύρα.

*

Canzoniere, XIX (απόσπασμα)

...

Perό con gli occhi lagrimozi e 'nfermi
mio destino a vederla mi conduce;
et so ben ch'ϊ vo dietro a quel che m'arde. 

...

Κι όμως, με υγρά κι ανήμπορα μάτια, το πεπρωμένο με έλκει
το βλέμμα μου να στρέψω σ' εκείνην: και συγκλονίζομαι γνωρίζοντας
πως η φωτιά που με καίει μου λέει να προχωρήσω πέρα απ' τη φλόγα της.

*

Canzoniere, CCCXXIII (απόσπασμα)

...

Είδα, τέλος, να περιδιαβαίνει στοχαστική
ανάμεσα στα λούλουδα και στο λεπτό χορτάρι
μια τόσο αξιολάτρευτη κι αιθέρια γυναίκα,
που την αναλογίζομαι φλεγόμενος και τρέμοντας.
Ταπεινή ύπαρξη, αγέρωχη μπροστά στον Έρωτα,
με μια λευκή εσθήτα τόσο αραχνοΰφαντη,
χρυσάφι λες ανάμεικτο με τ' άσπρο χιόνι,
στεφανωμένο το κεφάλι της με κορώνα
κρυμμένη από αδιαπέραστη ομίχλη.
Ήταν τότε που λύγισε στο χώμα, όπως λουλούδι
όταν το κόβεις, δαγκωμένη στη φτέρνα από ένα μικρό φίδι*,
ολόχαρη πάντως και αποφασισμένη για το ύστερο ταξίδι.
Ω, είναι ο θρήνος που κρατάει μόνο, απ' την αρχή
μέχρι εκεί που ο κόσμος τελειώνει.

*

Canzoniere, CCCLIV (απόσπασμα)

...

Forma par non fu mai dal di ch' Adamo
aperse li occhi in prima; et basti or questo
piangendo i' 'l dico, et tu piangendo  scrivi.

...

Καμιά μορφή δεν την ξεπερνούσε από τότε που ο Αδάμ
γεννήθηκε στο φως. Θρηνώντας αυτά τα ιστορώ, θρηνώντας
πρέπει κι εσύ να τα ιστορήσεις. Ας είναι για την ώρα αυτό αρκετό.

λογοτεχνική απόδοση, Γιώργος Τσακιράκης

_____

*ωστόσο η Λάουρα πέθανε από πανώλη το 1348