ΠΑΡΑΜΥΘΙ / Ο ΗΛΙΟΣ ΕΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ, ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 3:23 μ.μ.

0




Παραμύθι

Να σας πω’ να παραμύθι

το κουκί και το ρεβίθι,

που μαλώναν οι εβραίοι,

για’ να ψάρι, για’ να χέλι

για’ να κόκκινο τσεμπέρι.

Τάρνα δω, τάρνα κει,

τάρνα πάνω στη μηλιά.

Κόψε μήλο κόκκινο,

δος κι εμένα το μισό,

να το πάω στο χρυσοχό,

να το κάνω δαχτυλίδι,

δαχτυλίδι πυργωτό,

πυργωτό καμαρωτό,

πόχει ανώγεια και κατώγεια

κι εκατό παραθυράκια.

Ν’ ανεβαίνω απ’ το’ να στ’ άλλο,

στο μικρό και στο μεγάλο,

να βαράω τα παλαμάκια,

να μαζεύονται οι κοπέλες,

του παπά οι θυγατέρες.

*

Ο ήλιος επαντρεύτηκε κι επήρε το φεγγάρι,

εκάλεσε και στη χαρά συμπεθερούς τ’ αστέρια.

τα σύγνεφα τους έστρωσε στρώματα για να κάτσουν.

τους έβαλε προσκέφαλα τις ράχες ν’ ακουμπήσουν.

τους έβαλε και τράπεζα στους κάμπους τα λουλούδια,

τους έβαλε φαϊ να φαν το μόσκο και τα άνθια.

Κρασί τους έδωσε να πιουν θάλασσες και ποτάμια.

κι απ’ όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού Αυγερινός δεν έρθε.

κι αυτού προς το ξημέρωμα Αυγερινός εφάνη.

Φέρνει το ύπνο ζωντανό στα νιόγαμπρα πεσκέσι,

φέρνει και στους συμπεθερούς λυχνάρι να τους φέξει,

να φύγ’ ν να παν στα σπίτια τους, τα νιόγαμπρα νυστάζουν.

CARMINA BURANA, CARL ORFF, Μ' ΕΝΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ, ΜΟΥΣΙΚΗ Ή ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 3:14 μ.μ.

0

ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ, ΤΕΝΕΣΗ ΟΥΙΛΙΑΜΣ, ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 1:44 μ.μ.

0


Μίλα μου σαν τη βροχή, Tennessee Williams

μονόπρακτο (αποσπάσματα)

Ο Tennessee Williams / Τενεσή Ουϊλιαμς (1911-1983), γεννήθηκε στο Κολούμπους του Μισισιπή. Το πραγματικό του όνομα ήταν Τόμας Λάνιερ Ουϊλλιαμς. Το Tennessee καθιερώθηκε από τον μικρό ποταμό Tennessee, που κυλάει παράλληλα με τον Μισισιπή.

*

Συχνά ο «ποιητής του δέους της μοναξιάς», ο διάσημος σήμερα Τεννεσή Ουϊλλιαμς, κατηγορήθηκε από τους «καθώς πρέπει» για υπερβολική πρόκληση της ανοχής τους και του συναισθήματος ευπρέπειας που κατέχει την τάξη τους. Δεν ισχυρίστηκε όμως ποτέ ο ίδιος ότι είναι ηθικοπλαστικός συγγραφέας ούτε καν ένας αναμορφωτής κοινωνικών αξιών…Αυτοί οι «κριτές» είναι ασφαλώς άνθρωποι παρωπιδισμένοι και ίσως τρομαγμένοι από την «αποκάλυψη» ενός εσωτερικού κόσμου νοσηρού, αποκάλυψη που την κάνει τόσο τολμηρά ο Γουϊλλιαμς, ενός κόσμου που μπορεί να είναι ο δικός τους ψυχικός κόσμος και το αγνοούσαν ως τώρα ή έτρεμαν μήπως φανερωθεί. Η μοίρα των ηρώων του είναι κάτι αυτονόητο και πολύ πιο δυνατό και αυθύπαρκτο από τη στενόκαρδη λογική των ανθρώπων που αρνούνται να δεχτούν την ύπαρξή τους…

Ο Τενεσή Ουϊλιαμς, ήρωας κάποιου έργου του κι αυτός, έχει κάτι από όλην αυτή τη στρατιά των αλκοολικών, των νευρωτικών, των ομοφυλόφιλων, των σαδιστών, των κυνικών, των κατατρεγμένων, των αποτυχημένων που είναι οι ήρωές του. Πρόσωπα τραγικά που μετεωρίζονται ανάμεσα στην Παρουσία και στην Απουσία, ανάμεσα στη φυγή και το δέος της Μοναξιάς, ανάμεσα στην ανάγκη της Επαφής και στο φόβο της Διάψευσης, τέλος, ανάμεσα στην ελπίδα της Αγνότητας και στην διαπίστωση της Φθοράς… Η διαφορά ανάμεσα στους ήρωες του θεατρικού συγγραφέα και στα πραγματικά, καθημερινά πρόσωπα, είναι μια διαφορά «έκφρασης» και μόνο.

_____

Μίλα μου σαν τη βροχή

(Αρχίζει η βροχή, σ’ όλη τη διάρκεια του έργου η βροχή φεύγει κι έρχεται, ακανόνιστα…)

ΑΝΤΡΑΣ: Αναρωτιέμαι αν πήρα το επίδομα ανεργίας.

(Η γυναίκα κάθεται σε μια καρέκλα. Κινείται προς τα εμπρός, ενώ το βάρος του ποτηριού μοιάζει να την βαραίνει αφάνταστα και το αφήνει στο πεζούλι του παραθύρου με μια μικρή κίνηση απαλλαγής. Γελάει για μια στιγμή χωρίς να πάρει ανάσα. Ο άντρας συνεχίζει χωρίς μεγάλη ελπίδα:)

…κοίτα μέσα στις τσέπες μου και πες μου αν έχω το τσεκ επάνω μου.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Γύρισες πίσω, ενώ εγώ έλειπα έξω και σε γύρευα, και πήρες το τσεκ και άφησες ένα σημείωμα στο κρεβάτι που δεν μπόρεσα να βγάλω τα γράμματα………

………………………………………………………………………………………..

Δεν είχα τίποτε άλλο παρά μόνο νερό από τότε που έφυγες. (Αυτό το λέει σχεδόν γελώντας. Ο Άντρας την κρατάει σφιχτά κοντά του με μια μαλακή έκπληκτη κραυγή): Τίποτα άλλο από στιγμιαίο καφέ ώσπου κι αυτός σώθηκε, και νερό! (γελάει).

ΑΝΤΡΑΣ: Μπορείς να μου μιλάς τώρα αγάπη μου; Μπορείς να μου μιλάς;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι.

ΑΝΤΡΑΣ; Καλά λοιπόν, μίλα μου σαν τη βροχή και…άφησέ με ν’ ακούω…άφησέ με να μένω εδώ ξαπλωμένος και ν’ ακούω…Τώρα πες μου, μίλα μου. Τι σκεφτόσουνα στη σιωπή; Ενώ εγώ περνούσα από χέρι σε χέρι, σαν μια βρόμικη καρτ-ποστάλ σ’ αυτή την πόλη;…Πες μου…μίλα μου…Μίλα μου σαν τη βροχή και γώ θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θ’ ακούω.

ΓΥΝΑΙΚΑ; Θέλω…

ΑΝΤΡΑΣ; Το έχεις καταλάβει, είναι απαραίτητο! Εγώ το ξέρω πια, γι’ αυτό μίλα μου σαν τη βροχή και γω θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θα σ’ ακούω, θα μένω εδώ ξαπλωμένος και

ΓΥΝΑΙΚΑ; Θέλω να φύγω

ΑΝΤΡΑΣ; Θέλεις;

ΓΥΝΑΙΚΑ; Θ έ λ ω ν α φ ύ γ ω !

ΑΝΤΡΑΣ; Πώς;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνη μου! (ξαναγυρίζει στο παράθυρο). Θα γραφτώ στο βιβλίο ενός μικρού ξενοδοχείου κοντά στη θάλασσα κάτω από ένα πλαστό όνομα…

ΑΝΤΡΑΣ: Τι όνομα;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Άννα… Τζόουνς… …Το δωμάτιο θα είναι γεμάτο ίσκιους, δροσερό, και θα πλημμυρίζει με το μουρμουρητό της…

ΑΝΤΡΑΣ: Βροχής;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι. Της βροχής.

ΑΝΤΡΑΣ: Και;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Η αγωνία θα…περάσει!

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι…

ΓΥΝΑΙΚΑ: ………………………………………………………………………….

Θα ντύνομαι στα άσπρα…Θα έχω μια ορισμένη θέση στην παραλία, όπου θα πηγαίνω να κάθομαι, λίγο πιο μακριά από κει που είναι το περίπτερο, όπου η μπάντα παίζει επιλογές του Βικτόρ Χερμπέρτ όταν νυχτώνει…Θα είναι μια εποχή βροχής, βροχής…Και θα είμαι τόσο εξαντλημένη ύστερα από τη ζωή μου στην πόλη που δεν θα με νοιάζει που θ’ ακούω τη βροχή. Θα είμαι τόσο ήρεμη! Οι γραμμές θα εξαφανιστούν από το πρόσωπό μου…Δεν θα έχω φίλους. Δεν θα έχω γνωριμίες….Ο ξενοδόχος θα λέει, «καλησπέρα κ. Τζόουνς» και γω μόλις που θα χαμογελάω και θα παίρνω το κλειδί μου. Δεν θα διαβάζω ποτέ εφημερίδες, ούτε θ’ ακούω ραδιόφωνο. Δεν θα έχω την παραμικρή ιδέα από ό,τι γίνεται στον κόσμο. Δεν θα έχω καμιά συναίσθηση από το χρόνο που θα περνάει…Κάποια μέρα θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έχουν αρχίσει να γίνονται γκρίζα και για πρώτη φορά θ’ ανακαλύψω ότι έζησα σ’ αυτό το μικρό ξενοδοχείο, μ’ ένα ψεύτικο όνομα, χωρίς καθόλου φίλους ή γνωστούς , ή κανενός είδους σχέσεις, για εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια. Θα με ξαφνιάσει λίγο αλλά δεν θα με τρομάξει καθόλου. Θα είμαι ευχαριστημένη που ο χρόνος θα έχει περάσει τόσο εύκολα. Μια φορά στο τόσο θα πηγαίνω στον κινηματογράφο…Θα διαβάζω μεγάλα βιβλία και το ημερολόγιο των νεκρών συγγραφέων. Θα νιώθω πιο πολύ κοντά τους, πολύ περισσότερο από ό,τι ένιωσα ποτέ για ανθρώπους που γνώρισα, προτού να φύγω από τον κόσμο. Θα είναι γλυκιά και ψυχρή μαζί αυτή η φιλία μου με τους νεκρούς ποιητές γιατί δεν θα μπορώ να τους αγγίζω ούτε και ν’ απαντάω στις ερωτήσεις τους. Θα μου μιλάνε και δεν θα περιμένουν να τους απαντήσω. Και θα νυστάζω ακούγοντας τις φωνές τους να εξηγούνε σε μένα τα μυστήρια….Θα με παίρνει ο ύπνος με το βιβλίο ακόμα στα χέρια μου, και θα βρέχει.. Θα ξυπνάω και θ’ ακούω τη βροχή και θα ξανακοιμάμαι. Μια εποχή βροχής…βροχής…βροχής… Και τότε, κάποια μέρα, όταν θα έχω κλείσει ένα βιβλίο, ή θα γυρίζω στο σπίτι, μόνη μου, από τον κινηματογράφο στις έντεκα η ώρα τη νύχτα- θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έγιναν άσπρα. Άσπρα, εντελώς άσπρα. Τόσο άσπρα όσο και ο αφρός στα κύματα. (σηκώνεται και κινείται στο δωμάτιο, ενώ συνεχίζει:) Θα κρεμάσω τα χέρια μου στο μάκρος του κορμιού μου, και τότε θα ανακαλύψω πόσο τρομακτικά ελαφριά και λεπτή έχω γίνει! Σχεδόν διαφανής…….Τότε λοιπόν θα ξέρω- κοιτώντας στον καθρέφτη- πως ήρθε για μένα η πρώτη εποχή, για να περπατήσω άλλη μια φορά μόνη μου στην πλατεία, με το δυνατό άνεμο να με χτυπάει, τον άσπρο καθαρό άνεμο που φυσάει απ’ την άκρη του κόσμου….(Στέκεται πάλι ακίνητη στο παράθυρο). Και τότε θα βγω έξω και θα περπατήσω στην πλατεία. Θα περπατήσω μόνη μου και θα γίνομαι όλο και πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη…

ΑΝΤΡΑΣ: Έλα στο κρεβάτι, μωρό μου.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ολοένα και πιο αδύνατη. Πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη! (Την φτάνει και την παίρνει δια της βίας από την καρέκλα).

Ώσπου στο τέλος δεν θα έχω καθόλου σώμα πια, και ο αέρας θα με σηκώσει στα παγωμένα άσπρα του χέρια για πάντα και θα με πάρει μακριά!

ΑΝΤΡΑΣ: Έλα στο κρεβάτι, μαζί μου.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω να φύγω, θέλω να φύγω! (Την αφήνει και κείνη φτάνει στη μέση του δωματίου κλαίγοντας χωρίς έλεγχο. Κάθεται στο κρεβάτι. Εκείνος πηγαίνει στο παράθυρο, η βροχή δυναμώνει. Η Γυναίκα σταυρώνει τα χέρια μπροστά στο στήθος της. Οι λυγμοί της εξασθενίζουν αλλά αναπνέει με δυσκολία. Το φως αραιώνει, ακούγεται ο άνεμος δυνατά. Ο Άντρας κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Στο τέλος εκείνη του λέει μαλακά:) Έλα στο κρεβάτι. Έλα στο κρεβάτι μωρό μου…

(Εκείνος γυρίζει το χαμένο του πρόσωπο σ’ αυτήν, ενώ κλείνει η Αυλαία).

Σημειώσεις και μετάφραση, Κωστούλα Μητροπούλου

*

Ο Τεννεσή Ουϊλλιαμς είναι μάστορης στο ξεφλούδισμα των ψυχών μέσα από ένα διάλογο ζωντανό, παλλόμενο, πολλές φορές τρυφερά ποιητικό κι άλλοτε πάλι κοφτό και σκληρό. Μας δίνει διαυγή εικόνα της διαφοράς ανάμεσα στον άνθρωπο-ον και στον άνθρωπο-κοινωνική μονάδα.

Μερσίνα Ιωακείμ

ΓΙΑΤΙ "ΙΔΡΥΜΑ ΠΟΙΗΣΗΣ" ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ "ΣΤΕΝΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ", ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ (ΠΑΡΑ)ΔΕΙΓΜΑΤΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 1:13 μ.μ.

0

Γιατί «Ίδρυμα Ποίησης» και γιατί «στενό μονοπάτι»

(Το πρώτο, είναι ένα ερώτημα που τέθηκε από τέσσερις-ακριβώς- ανθρώπους μέσα στα δυο, περίπου, χρόνια της ιστοσελίδας και το δεύτερο αποτελεί προσωπική επιλογή. Αισθάνομαι την ανάγκη να απαντήσω, έστω και σε τόσο λίγους, και δεν θα επανέλθω).

Γιατί, λοιπόν, «Ίδρυμα Ποίησης» και γιατί «στενό μονοπάτι»

Για να νιώθω αέναα ένα υπέροχο βαρύ φορτίο στους ώμους μου να μου ψιθυρίζει αυστηρά:

«Δεν υπάρχει για σένα συμβιβασμός. Ή θα υπηρετήσεις την καλύτερη ποίηση ή θα κρεμαστείς σαν τον Ιούδα. Δεν υπάρχει πισωγύρισμα. Έχεις δεθεί πάνω στο σταυρό. Και δεν θα τον αφήσεις να πέσει. Θα κρατάς στα χέρια σου μια καιόμενη σκυτάλη, την ίδια την καιόμενη βάτο και θα ζεις την κάθε μέρα με αγωνία και ευθύνη. Θα ματώσεις, θα ξενυχτήσεις αλλά δεν θα υπηρετήσεις στην ποίηση τη μετριότητα και την αρνητική συγκατάβαση. Στην πορεία αυτή- για να είσαι χωρίς κίνδυνο συνεπής- υποχρεούσαι να μείνεις μόνος, έξω από παρέες, κύκλους και ομάδες. Έξω από επιδιωκόμενες υλικές ανταμοιβές και επίσημα κτίρια. Και δεν θα επιορκήσεις. Θα κινείς μόνο με την αγάπη για την Ποίηση και για τον Άνθρωπο την ψυχή σου με το απαιτούμενο θάρρος, αδιαφορώντας για αποκλεισμούς και «πικρές εισπράξεις». Θα παραμείνεις αδέκαστος και ανυπότακτος και η προσφορά σου θα αποτελεί υπόδειγμα σταθερής και αταλάντευτης ποιότητας, σε μια εποχή κάθε είδους- και ποιητικής- κρίσης. Ακολουθώντας τον δικό σου απάτητο δρόμο μέσα στο δάσος, θα ζεις ποιητικά απευθείας μέσα στο Κόσμο, τηρώντας το λόγο σου, χωρίς καθόλου επισημότητα και ακαδημαϊσμό αλλά με άμεση απλότητα. Δεν θα κρυφτείς πίσω απ’ τις πλάτες κανενός. Αν χαθεί κάτι εξαιτίας σου για τον Άνθρωπο μέσα από την ποίηση ή για την ίδια την Ποίηση θα φωνάξεις με απόγνωση ΕΓΩ ΦΤΑΙΩ και οι άλλοι με το δάχτυλο θα δείξουν τουλάχιστο εσένα. Γι’ αυτό θα γρηγορείς, δίνοντας το πιο ποιοτικό ποιητικό παράδειγμα και θα υιοθετήσεις ένα όνομα, έναν θελκτικό ποιητικό τόπο, ώστε το άρμα της Ποίησης και ο Άνθρωπος να έχουν ασφαλές καταφύγιο και συνάμα να μη φυτοζωούν αλλά να κάνουν- σαν βέλος- γρήγορο ταξίδεμα, πατώντας σε όμορφα και καθαρά μονοπάτια. Οι καιροί «ου μενετοί». Και σ’ αυτό το ταξίδεμα θα είσαι παρών, μαζί με άλλους ποιητές, αφού δεν πρέπει να πεθάνει ό,τι καλό έχεις να πεις και να δώσεις. Απουσίασες χρόνια και χρόνια, κλειδωμένος στο παρασκήνιο της αφάνειας, άλλοτε με δική σου άλλοτε με ευθύνη άλλων. Θ’ αναλάβεις- ενεργητικά πλέον- την προσωπική σου ευθύνη, και θ’ αγγίξεις τον κόσμο που σε χρειάζεται. Δεν έχεις δικαίωμα να τον αφήσεις μόνο. Οι εξετάσεις ταπεινότητας που έδωσες όλα τα χρόνια της απουσίας σου είναι παραπάνω από επαρκείς και σου δίνουν κάθε δικαίωμα παρουσίας, αλλά ουσιαστικής. Είναι χρέος σου. Και ξέρεις πως το μπορείς. Δεν έχεις να δώσεις λόγο σε καμιά πονηριά που σου λέει ξανά «σιώπησε». Λόγο έχεις να δώσεις μόνο στην Ποίηση και στην Ανθρωπότητα, που χωρίς εσένα- χωρίς κάθε πραγματικό ποιητή- μπορεί και να θυσιάζεται. Ο τάφος που σου φύλαξαν δεν σου ταιριάζει. Μόνο η σιωπή- που στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι χρυσός- ταιριάζει για τον τάφο. Γιατί αυτή η σιωπή, είτε ζει είτε πεθαίνει, δεν δίνει τίποτε. Στην τουλάχιστο παράξενη άποψη "ένα Ίδρυμα Ποίησης δεν πρέπει να το δημιουργεί ένας ποιητής αλλά άλλος" (!) μην απαντήσεις. Ή μάλλον πες ότι ένα Ίδρυμα Αστέγων ένας άστεγος πιο πολύ- αν είχε τα μέσα- θα ήταν πιο κατάλληλος να το δημιουργήσει. Αλλά δεν τα έχει. Ένας ποιητής όμως-αν είναι και αληθινός- τα έχει. Και είναι κυρίως άυλα. Γι’ αυτό είναι και τα πιο κατάλληλα. Συνεπώς είναι κι ο ίδιος ο πλέον αρμόδιος. Όχι πως δεν θα ήταν κι ένας τρίτος, εραστής της Ποίησης.

Ακόμα λοιπόν κι ένας τίτλος, που τον επιλέγεις συνειδητά και σαν πρόσθετο ισχυρό ερέθισμα τήρησης ενός «όρκου», μιας υπόσχεσης, μπορεί να σου δημιουργήσει ένα τεράστιο βαθμό επιπλέον υπευθυνότητας και συναίσθησης. Εσύ καλείσαι απλά να τον τιμήσεις. Και επιπλέον, με προσωπική αυστηρότητα να καλέσεις σε συνεργασία όποιον, με τα ίδια ακριβώς κριτήρια, επιθυμεί- αν έχει την δυνατότητα και την αυτογνωσία- να πάει μπροστά την δοκιμαζόμενη Ποίηση, τον Πολιτισμό που την αφορά, τον εσωτερικό Άνθρωπο και την Κοινωνία.

Αν, τέλος, κάποιοι κακοπροαίρετοι απ’ τους ελάχιστους συνεχίσουν, απάντησέ τους αυστηρά:

Όταν έχεις διανύσει

τέσσερις εποχές, δεν είναι

καιρός να σε ρωτήσουν

από πού έρχεσαι.

Αν το θελήσουν,

πες τους πως πορεύεσαι

σ’ έναν μυστικό γάμο.

Πως θ’ αγκαλιάσεις

τη νύχτα μια

ξεχασμένη εταίρα…» Γιώργος Τσακιράκης

ΕΝΤΥΠΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 12:05 μ.μ.

0

























Αναγκαία σημείωση: Θεωρώ ηθική μου υποχρέωση, απέναντι στην ποίηση και στην λογοτεχνία γενικότερα, την παραπάνω απλή- κατ' ανάγκη- παρουσίαση των έντυπων λογοτεχνικών περιοδικών κι αυτήν και μόνο την προσωπική υποχρέωση υλοποιώ. Κανείς δεν έχει απέναντί μου αντίστοιχη.

_____

Στην χρονική πορεία της ενότητας θα προστεθούν κι άλλα αξιόλογα περιοδικά, με την προϋπόθεση ότι δεν έχουν και πλήρη διαδικτυακή ιστοσελίδα.

Η απουσία τους αυτή τη στιγμή οφείλεται σε οικονομική αδυναμία. Για τον απλό λόγο ότι όλα τα αγοράζω, χωρίς να ζητάω δωρεάν αποστολή, σεβόμενος τα έξοδα των εκδοτών τους.



ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΛΙΚΗΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ, ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΣΤΙΧΟΙ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:32 π.μ.

0


Οι περιπέτειες της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων

Alices Adventures in Wonderland

του Lewis Carroll / Λιούης Κάρολ, απόσπασμα

- Είσαι γέρος Μπάρμπα Μπίλι, είπε ο μικρός

τα μαλλιά σου έχουν γίνει κάτασπρα,

κι όμως στέκεσαι ανάποδα στο κεφάλι σου ορθός,

πες μου, είναι σωστό τέτοιο πράγμα;

- Όταν ήμουν παιδάκι, αποκρίθηκε αυτός,

φοβόμουν μη βλάψει το μυαλό μου,

αλλά τώρα σβουρίζω σαν παλαβός

αφού ξέρω πως δεν έχω καθόλου.

- Είσαι γέρος, είπε ο νέος σ’ το είπα και πριν,

κι έχεις γίνει παχύς σαν τη μπάλα

κι όμως μπήκες εδώ με μια τούμπα σωστή

γιατί κάνεις τέτοια τραμπάλα;

-Όταν ήμουνα μικρούλης, είχα μιαν αλοιφή

που μ’ έκανε πολύ δυνατό.

θα τη βρεις στο ντουλάπι. τρεις δραχμές το κουτί.

Αν θέλεις κι εσύ σ’ την πουλώ.

-Είσαι γέρος, ξαναφώναξε ο πιτσιρής,

τότε πώς, όταν βγεις απ’ το σπίτι,

πώς μπορείς, σε παρακαλώ, πώς μπορείς

να γυρνάς μ’ ένα χέλι στημένο στη μύτη;

-Σ΄ αποκρίθηκα μια, σ’ αποκρίθηκα δυο,

είπε ο γέρος, νομίζω σου φτάνει!

Τώρα φύγε μη φας μια κλωτσιά στον ποπό

και βρεθείς μονομιάς στο ταβάνι!


μετάφραση, Γιώργος Σεφέρης / εικόνα, John Tenniel

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 1:30 μ.μ.

0

Η (έκτη) ανανέωση ύλης της ιστοσελίδας ολοκληρώθηκε στις 30 Γενάρη 2011. Η επόμενη ανανέωση θα γίνει στις 30 Απρίλη.

Το συνολικό περιεχόμενο της ιστοσελίδας υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα και προστατεύεται από τους Νόμους.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΑΚΗΣ / ΑΤΙΤΛΟ, ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ / Η ΝΟΣΟΚΟΜΑ, ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ..,ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΧΩΝ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 12:06 π.μ.

0

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΑΚΗΣ

Τα ποιήματα του Λαού

(μικρές ραψωδίες)

Ι

Τα καρφιά καθηλώθηκαν

απ’ το σταυρό. Τα ζυμώνουν

πλέον μέσα στο ψωμί με σιδερένιες

παλάμες. Κι είναι τα ρινίσματα

που δακρύζουν μες την ψυχή σου

σαν ισπανικές ραψωδίες κι εσύ

συνεχίζεις να ονειρεύεσαι σε πλατείες

τόσο απελπιστικά επίπεδες.

ΙΙ

Με ονόμαζαν Bread στις πολιτείες

της Ανατολής. Κι έτρεφα το Λαό μου

με τσαμπιά από ήρεμα σταφύλια

σα νιογέννητο μωρό από αγνό γάλα.


Ο Λαός μου είναι ο Αγαπητός μου.

Είναι ο ιππότης της χαμένης μορφής,

τυλιγμένος σε ασφυχτικό σελοφάν

για να εκκολαφθεί σε μια κρύα θάλασσα.


Οι πληγές του τυπώθηκαν πάνω

στα οδοστρώματα. Κοιμούνται μέσα

στα λασπόνερα και στο πετρέλαιο

διαλέγοντας πέτρινα προσκέφαλα.


Ο Λαός μου εκκρεμεί σ’ έναν τόπο

πλάνητα. Στο Ακάθιστο χέρι του

Εφτάφωτες Λυχνίες που δεν άναψαν

και δάκρυα γεμάτα ρωγμές.


Αναζητάει μιαν ανοιχτή πύλη

στον ορίζοντα των λόφων, μια

«Κυριακή λειτουργία» ζωντανή

και παρούσα. Μιαν ατραπό, για να

μη λησμονιέται ακυβέρνητος στη

μέση μιας αναπαμένης Άνοιξης.


Το δέντρο του Λαού μου βύθισε

τα φύλλα του στο χώμα και τούτος

ο τόπος είναι όλος από σύννεφο.


Με ονομάζουν ακόμα Μπρεντ,

Μιενπάο, Παν, Χλιεπ, Ελ Χουκς,

Μπζέροντ, Μπρα, Ρότι, Αράν,

Μκάτε, Λέιπα, Μανρό, Ραγκίφ…


…κι έχετε μόνο τη μεταμφίεσή μου.

Όταν περάσει η ποινή μου θα κάνω

πάλι κάτι μεγάλο. Θα ταξιδέψω

για την Ανατολή…


(μέρα προσωπικής σκέψης, Πρωτοχρονιά 2011)

*

ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Αν ποτέ βρεθείς

στης σιωπής τα μεγάλα διαστήματα,

τότε που τα μάτια γεμίζουν με κύματα.


Περίμενε.


Μετά τον δυτικό άνεμο

θα έλθει στον επόμενο γύρο,

μια μικρή σγουρή γοργόνα

ελπίζοντας

πως έχεις βράγχια κι εσύ.

*

ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ

Νοσοκόμα

Στραμμένος προς εμένα σαν τηλεπαρουσιαστής,

μιλούσες και σαν τέτοιος επιμένοντας

σε κάποιο σκάνδαλο απ’ τα τελευταία, σε συνδυασμό

και με την άνοδο ή την πτώση – δεν θυμάμαι -

των επιτοκίων,

όταν πάνω απ’ τον ώμο σου είδα να περνούν στο βάθος

της σκηνής -

σαν σ’ ένα ατομικό μου ορίζοντα,

παρόμοια με κροταφική παράσταση σε αρχαίο αγγείο,

και τόσο βιαστικά που μόλις να το αντιληφθώ

κάτω από διαφορετικό ουρανό, καθώς κοβόταν ο δι-

κός μας

χρόνια πιο πίσω απ’ το κεφάλι σου

απότομα, θυμίζοντας μεταπολεμικές εικαστικές τε-

χνοτροπίες κολλάζ –

είδα λοιπόν δυο πρόσωπα αρχετυπικά απ’ τα νειάτα

μου

(όχι επομένως κι απ’ τους δυο μας αναγνωρίσιμα)

μια νοσοκόμα του πολέμου κι ένα αιμόφυρτο

στρατιώτη (από τα πρόσω;) που τραβούσε από

το χέρι.

Έμοιαζε με ηρωίδα τραγωδίας καθώς τον έσερνε

σε μια δραματική φυγή

έχοντας ανοιχτό το στόμα από τη φρίκη - απ’ όπου

αν ήμασταν κοντύτερα θ’ ακούγαμε ίσως: Οίμοι,

Οίμοι!

Άραγε τον τραβούσε απ’ τη φωτιά της μάχης ή απ’

το φως

της ίδιας μου συνείδησης έτσι που βρέθηκαν

μέσα του ακάλυπτοι κι εστιασμένοι;

Ή μήπως απ’ τη βίαιη έκθεση στους τωρινούς και-

ρούς;

Θα σου ’χα πει, διακόπτοντάς σε, να γυρίσεις και να δεις

αλλά το βρήκα τόσο μάταιο.

Εξάλλου στιγμιαίο το θέαμα είχε περάσει κιόλας απ’

εμπρός μου:

Μπορεί μια εμφάνιση προορισμένη απλώς

για μένα όχι για σένα ή άλλον κανένα.

Υπόμνηση για κάτι που, βίωμα καθολικό κι ενωτικό

κάποια εποχή,

γίνηκε με τα χρόνια επώδυνο προσωπικό

σαν μια παρωχημένη οικογενειακή μου υπόθεση.

(1996)

__________

Τα ποιήματα της Ανθολογίας Τριών Ήχων απαγγέλλονται στην ενότητα "Μ' ένα Ραδιόφωνο, Μουσική ή και Ποίηση", όπου υπάρχει και video μουσικής.

BYRON, GEORGE GORDON, ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝΑΣ..,ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:28 μ.μ.

0


Byron, George-Gordon, Λόρδος Βύρωνας, Αγγλία 22 Γενάρη 1788- Μεσολόγγι 19 Απρίλη 1824

Memoranda

«Τι είναι η Ποίηση; Η αίσθηση ενός προηγούμενου κόσμου και του Μέλλοντος».

Lord Byron

Αναζητούνται βαθύτατα ιδεολόγοι «τυχοδιώκτες». Που περιφρονούν τη ζωή τους για τα ίδια ιδανικά. Αν είναι και ποιητές, ακόμα καλύτερα.

Αυτός ο «τυχοδιώκτης», κατά ορισμένους, ποιητής στην ουσία «αυτοκτόνησε» στην Ελλάδα επιδιώκοντας μαζί με τ’ άλλα να μονιάσει τους Έλληνες. «Προσπαθώ. Θα δω τι θα κάνω μ’ αυτό» είχε πει. Το Φλεβάρη του 1824 άρρωστος πλέον, δυο μήνες πριν πεθάνει, αρνήθηκε να εγκαταλείψει το Μεσολόγγι για να σωθεί. «Αλλά μονάχα με την ηρωική αυτή πράξη εξασφάλισε την απελευθέρωση της Ελλάδας…Αν τον Φεβρουάριο του 1824 παρατούσε την Ελληνική υπόθεση, είμαι βέβαιος πως δεν θα υπήρχε Ναυαρίνο», έγραψε ο Νίκολσον. Ίσως ο Byron να διέθετε και μια διαίσθηση.

Το όραμά του δεν ήταν «Ελληνικό» αλλά Παγκόσμιο. « Θέλω να πολεμήσω τουλάχιστο με λόγια και αν ευτυχήσω και με έργα όλους όσους καταπολεμούν τη σκέψη,…ενάντια στους τυράννους». Αλλά στην Ελλάδα επέστρεφε, γιατί αναγνώριζε πως η Ελλάδα ήταν η σκέψη και η ρίζα.

«……………………………………………….

Είναι η Ελλάδα! Είναι νεκρή, ψυχρή είναι τώρα.

Νεκρή, αλλά ωραία. Ψυχρή, τερπνή ωστόσο ακόμη.

Φρίττεις, όταν σημεία ζωής δεν συναντάς. Ωστόσο

υπάρχουν και νεκροί, που διατηρούν του κάλλους των τα ίχνη

και όταν ακόμη από το σώμα τους έχει φυγαδευθεί η ψυχή τους.

………………………………………………………

Μητέρα των μεγάλων των ανδρών, θνητών ενδόξων χώρα!

Απ’ τα βουνά ως κάτω στις κοιλάδες σου ήσουν

της Ελευθερίας ο πρόμαχος. Μιας δόξας άφθαστης μνημείο!

Των ημιθέων είσαι η νεκροθήκη. Κι ας μην υπάρχουν πλέον

παρά τα λείψανα, λείψανα απ’ την, άλλοτε, ζωή σου.

Εμπρός σκλάβε δειλέ, των αλυσίδων φίλε!

Λέγε: Δεν είναι αυτές οι αρχαίες οι Θερμοπύλες,

το κύμα αυτό το γαλανό, που τις ακτές του βρέχει

δεν είναι το πανάρχαιο; Γόνε γενναίων προπατόρων

λέγε: Ποιος είναι αυτός ο σκόπελος, ποιος είναι αυτός ο βράχος;

Είναι ο σκόπελος της Σαλαμίνας ο όρμος είναι!

Εμπρός στη μάχη! Αυτή τη γη με το άφθιτο το κλέος

ελευθερώστε την! Στην τέφρα των προγόνων,

ιδού, σπινθήρες! Ηφαίστεια στα στήθη σας ας γίνουν!

Ο φιλόπατρις στην ένδοξη τη μάχη αν πέσει, το όνομά του

θα παραμείνει: φόβητρο και τρόμος των τυράννων.

Και δόξα για τα τέκνα του λαμπρή και ζώπυρο κι ελπίδα,

ώστε να προτιμούν το θάνατο απ’ την αισχρή δουλεία.

(The Giarur, Ο Γκιαούρ, 1813, απόσπασμα)

*

-«Όσο μεγαλύτερη η ισότητα, τόσο πιο δίκαια διανέμεται η δυστυχία και γίνεται ελαφρότερη αφού μοιράζεται σε τόσους πολλούς – ως εκ τούτου. Δημοκρατία!…)

-«Θα πρέπει να λυπάμαι που οι υποθέσεις μου πάνε καλά, τη στιγμή που αυτές των εθνών βρίσκονται σε κίνδυνο…Θεέ, δώσε σε όλους μας καλύτερους καιρούς ή περισσότερη φιλοσοφία!…»

-«Σκέφθηκα τη θέση των γυναικών στην Αρχαία Ελλάδα – αρκετά άνετη. Η τωρινή είναι κατάλοιπο της βαρβαρότητας των ιπποτικών και φεουδαρχικών χρόνων – προσποιητή και αφύσικη…»…

διαβάζουμε σε «στιγμές» απ’ τα ημερολόγιά του.

Αλλά και σε πολλά – ιδίως στα μεγάλα σε έκταση – έργα του («Λάρας», «Η πολιορκία της Κορίνθου», «Ο φυλακισμένος του Σιγιόν», «Γκιαούρ» κ.ά.) η αντίθεσή του στην αθλιότητα, την καταπίεση, την υποδούλωση και την ανισότητα επανέρχεται και είναι σαφής.

*

Με μια θαρραλέα σάτιρα ( “English Bards and Scotch Reviewers”, Άγγλοι Ποιητές και Σκώτοι επικριτές, 1809) χλεύασε τους κριτικούς και τους ποιητές της εποχής του για την απεμπόληση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, με τις οποίες μεγάλωσε, και την υποταγή τους στους ισχυρούς για να μη χάσουν την προβολή και τα συμφέροντά τους.

«Αξιοθρήνητη απώλεια χρόνου και ψυχραιμίας» γράφει για τα καθημερινά πάρτι τού μισού Λονδίνου. «Τίποτα δεν δίνεις και τίποτα δεν παίρνεις – κουβέντα χωρίς ιδέες. Αλλά θα πάω; Θα πάω. Για να τιμωρήσω τον εαυτό μου που δεν έχει σκοπό».

Κι αυτός ο «χωρίς σκοπό» θυελλώδης, ανυπότακτος, παράφορος και υπερβολικά ευαίσθητος ποιητής, πάντα ανήσυχος και μελαγχολικός, που «δε μετάνιωσε ποτέ για τα ανόσια αμαρτήματά του και στέναζε συνέχεια», έγραφε ταυτόχρονα – εγκαταλείποντας ξαφνικά τις παρέες του με τις κυρίες – τα γεμάτα ελευθερία ποιήματά του, «νοσταλγώντας την παρέα του λυχναριού του και την τελείως αναστατωμένη και αναποδογυρισμένη βιβλιοθήκη του».

*

Σχεδόν σε ό,τι έγραφε, την Ελλάδα ονειρευόταν και – με πάθος – επέστρεφε.

Ίσως στην κρύπτη του Χάκναλ Τόρκαν, κοντά στο Νότιγχαμ, όπου κοιμάται - παρά την επιθυμία του να μην επιστρέψει πλέον στην Αγγλία απ’ την οποία έφυγε οριστικά τον Απρίλη του 1816 - να τον σκιάζουν ακόμα τα όνειρα που δεν πρόλαβε να δει ολόφωτα. Οι Έλληνες ήθελαν να τον θάψουν πάνω στην Ακρόπολη.

«Πίσω απ’ τα όρη του Μοριά, περιντυμένος με πορφύρα,

ο ήλιος κατεβαίνει αργά. Οδεύει προς τη Δύση.

Όχι! Το φως του δεν είναι ωχρό, θαμπό, καθώς στις χώρες

του Βορρά. Είναι διάφανο, λαμπρό. Καθώς κατηφορίζει

ήρεμος, πράος για να χαθεί στον πόντο πέρα,

τις κεφαλές των ελαφρών κυμάτων θα χρυσώσει.

Την Ύδρα αποχαιρετά, της Αίγινας το βράχο.

Το τελευταίο του χαμόγελο ο θεός του Ωραίου επιφυλάσσει

γι’ αυτήν την ένδοξη, την προσφιλή του χώρα,

έστω κι αν αυτή θυσίες δεν του προσφέρει τώρα πλέον.

Και ιδού: οι σκιές των εράσμιων γύρω λόφων

φιλούν τον ήρεμο τον κόλπο σου, ω δοξασμένη Σαλαμίνα!

(“The Corsair”, Ο Πειρατής, 1814, απόσπασμα )

*

«Τι παράξενο πράγμα η ζωή και ο άνθρωπος!», σχολιάζει. «Αν εμφανιζόμουν στην πόρτα του σπιτιού που μένει τώρα η κόρη μου, θα μου την έκλειναν κατάμουτρα, εκτός (και δεν είναι απίθανο) αν έριχνα κάτω τον θυρωρό, κι αν πήγαινα την ίδια χρονιά (πιθανόν και τώρα) στο Drontheim (το μακρινότερο χωριό της Νορβηγίας) ή στο Holstein, θα με υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες».

Και, παρά τη φήμη του, σχεδόν σε ό,τι έγραφε, την Ελλάδα ονειρευόταν και επέστρεφε…

«Μούσα, που στην Ελλάδα πίστευαν ότι ουράνιο

ήταν το γένος σου, Μούσα, πλασμένη απ’ του ραψωδού τον οίστρο…»

*

Παρόλο που, «περισσότερο απρόσεχτος απ’ όσο θα έπρεπε να είναι ένας μεγάλος ποιητής, δεν έγραψε ποτέ του με το συνδυασμό πνεύματος και τέχνης…» - κι αυτό είναι αλήθεια - ο Γκαίτε, που παρακολουθούσε την πορεία του με αγάπη, τον χαρακτήρισε «το φωτεινότερο πνεύμα του αιώνα του». Κάτω από άλλες συνήθειες ζωής ο Byron θα μπορούσε να είναι ένας – από όλους πλέον αποδεκτός – πραγματικά μεγάλος ποιητής.

Και, το γήινο, τέλος:

«…Χθες (την 16η Φεβρουαρίου 1824) τοποθέτησαν βδέλλες στους κροτάφους μου…αλλά με πυρετό ακόμα και διάφορα άλλα συμπτώματα. Παρουσίασα μεγάλη αιμορραγία και δυσκολεύτηκαν να σταματήσουν το αίμα…Αυτό το πέτυχαν γύρω στις 11 το βράδυ… Αλλά με διακόπτει η αναφορά μιας ομάδας που επέστρεψε από την ανίχνευση ενός Τούρκικου πολεμικού που μόλις αγκυροβόλησε στην ακτή, και θα του επιτεθούμε μόλις μπορέσουμε να στρέψουμε μερικά κανόνια εναντίον του. Θ’ ακούσω τι λέει ο Parry σχετικά. Νάτος που έρχεται…».

«Θέλω να κοιμηθώ», είπε στις 19 Απρίλη 1824. Και «κοιμήθηκε». Σε ηλικία που κοιμήθηκαν και άλλοι Byron.

To 1969, τόσο αργά, αναγράφηκε το όνομά του στη «Γωνιά των Ποιητών» στο Γουεστμίνστερ. Έστω…

*

Το Μεσολόγγι, τόπος της θυσίας και της δόξας του, είναι πάντα παρόν και για τα δυο. Στη σημερινή όμορφη και ήρεμη πόλη υπάρχει η ΒΥΡΩΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΕΡΑΣ ΠΟΛΕΩΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ (μια απ' τις πολλές σ' ολόκληρο τον κόσμο), σαν Διεθνές Κέντρο Έρευνας και Μελέτης για τον Λόρδο Βύρωνα και τον Φιλελληνισμό, προς την οποία εκφράζω τις ευχαριστίες μου για τη συνεργασία.

www.messolonghibyronsociety.gr

Γιώργος Τσακιράκης

_____

σημείωση: το χειρόγραφο είναι γράμμα προς την κόρη του.