ΣΥΜΒΑΝΤΑ.../ Η ΝΕΑ ΦΟΡΕΣΙΑ / ALIZA SADIKOVA, ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΙΧΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:03 μ.μ.

0

 (Ο Εδουάρδος Ληρ)


Συμβάντα από τον βίον του θείου μου Άρη

Ω! Το γερο-θειο μου Άρη!
Που καθόταν στο κριθάρι
σ' ένα σύδεντρο σιμά,-
μες στη σιωπηλή νυχτιά:-
Στο καπέλο είχε Κουπόνι,-
και στη μύτη ένα Τριζόνι-
(μα παπούτσια είχε στενά).

Πριν από καιρό, πετούσε
τ' αγαθά του και γυρνούσε
στης Τηνίσκου τα βουνά.
Και λιογέρματα χρυσά
εθωρούσε κάθε μέρα,-
Κι έψελνε-"Ω! μυστήρια σφαίρα,
σε θαυμάζω σιωπηρά!"

Σαν τους Πέρσες και τους Μήδους,
είχε τρόπους κάθε είδους
για να ζει στην κοινωνία:-
Δίδασκεν ορθογραφία,-
ώρες-ώρες ωρυόταν,-
κι άλλες χάπια εμπορευόταν,
"Νικοδήμου του Εξαιτία".

Έ να πρωινό εν τέλει,
είδε μες σε κάποια έλη
κάτι άσπρο και μικρό-
Ήταν ένα ωραίο Κουπόνι,
να το πιάσει χαμηλώνει,
και στη μύτη ένα Τριζόνι
του ορμά πρασινωπό.

Κι όσοι κι αν περάσαν χρόνοι
πάντα κείνο το Τριζόνι
του κρατούσε συντροφιά-
πάνω του πιστά κολλούσε,-
με χαρά χοροπηδούσε,-
και το θειο μου ευχαριστούσε,-
(που παπούτσια είχε στενά).

Σε σαράντα τρία χρόνια
του 'χαν φύγει τα κορδόνια,
κι ως πλανιόταν στα βουνά,
με ανία ή μ' ελπίδα,-
Έ φτασε στη Μερλοβίδα,
που 'χε ιδιαίτερη πατρίδα-
(μα παπούτσια είχε στενά).

Στο κριθάρι καθισμένο
τόνε βρήκαν πεθαμένο-
και τον θάψαν μια νυχτιά,-
σ' ένα σύδεντρο σιμά-
Το καπέλο, - το Κουπόνι-
το πιστό του το Τριζόνι-
(μα παπούτσια είχε στενά). 

*

Η νέα φορεσιά

Ή ταν λέει ένας γέρος στο βασίλειο του Τεςς,
που εφηύρε ένα φόρεμα για τις γιορτές.
Κι όταν το 'χε τελειώσει και το 'χε ντυθεί,
πάει κι ανοίγει την πόρτα στο δρόμο να βγει.

Καφετί Καρβελάκι για καπέλο είχε βάλει,
με το κέντρο σκαμμένο να χωρεί το κεφάλι.
 Πουκαμίσα από άφθονα Ποντίκια νεκρά,
που τα χνούδια τους ήσαν τρυφερά και ζεστά.

Με παπούτσια και βράκα από δέρμα λαγού
και καλτσόν από δέρμα - τρέχα γύρευε ποιου,
Πανταλόνι, Γελέκο απ' αρνίσια Παϊδάκια,
και Κουμπιά 'πο Κουφέτα και Σοκολατάκια.

Το Παλτό του ήταν όλο Τηγανίτες και Μέλι,
με Μπισκότα για Ζώνη, να το σφίγγει άμα θέλει,
κι αρκετά Λαχανόφυλλα εν είδει Χιτώνα,
για να τον προφυλάσσουν από το Χειμώνα.

Μόλις που είχε κινήσει άκουσε ήχο τρανό,
και Κτηνίδια, Πτηνίδια, Παιδιά και Κακό,
ξεχυθήκανε πλήθη με πολύ σαματά
από κάθε σοκάκι από κάθε γωνιά.

Τρία παιδιά παν και τρων το μισό του Παλτό,-
κι ένας τράγος του τρώει και το άλλο μισό.
Το Χιτώνα οι Γελάδες στα Μοσχάρια τους δίνουν,
Χιμπατζήδες τη ζώνη βιαστικά καταπίνουν.

Πανταλόνι, Γελέκο, εν ριπή οφθαλμού,
κάτι Σκύλοι τ' αρπάξαν και φύγαν γι' αλλού.
Κι όσο κείνοι γρυλλίζαν και μασούσαν Παϊδάκια,
κάτι Παίδες ορμούσανε στα Σοκολατάκια.

Έ καμε να γυρίσει, αλλά ήταν αργά,-
στο κατόπι του αμέτρητα γουρούνια παχιά,
απ' αγρούς, αχυρώνες, παράγκες κι αυλές,-
σχίσαν Κάλτσες, Παπούτσια και Βράκες μακριές.

Τώρα απ' τις καμινάδες κατεβαίνουν γατιά,
γκρίζα, μαύρα, με βούλες, ριγέ και λευκά,
με στριγγλιές του ορμούν, το καπέλο πετούν,-
που ευθύς Κότες, Κίσσες, Παπιά το τιμούν.

Μια και δύο γατζώνονται απ' τα μανίκια,
και του τρων το Πουκάμισο από ψόφια Ποντίκια-
 κι αφού φάγαν, τσιρίξαν, και γίναν καπνός,-
κείνος έτρεξε σπίτι του τελείως γυμνός.

Κι από μέσα του λέγει, ως την πόρτα βροντά,
"Δεν θα ξαναφορέσω τέτοιο ρούχο άλλο πια,
"άλλο πια, άλλο πια, άλλο πια, ποτέ πια".

Έντουαρντ Ληρ

_____



 

Η μικρή Aliza Sadikova (Αλίζα Σαντίκοβα) παίζει άρπα.