ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΓΗΣ, ΤΖΑΚ ΚΙΡΚΛΑΝΤ, ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 4:25 μ.μ.

0



Για ένα κομμάτι γης, Τζακ Κίρκλαντ

(διασκευή από το μυθιστόρημα "Καπνοτοπία" του Έρσκιν Καλντγουέλ)

Αποσπάσματα από τις τρεις πράξεις

Πρώτη πράξη
.................................................................................................
ΑΝΤΑ, με κάποια αγωνία: Η Περλ - καλά είναι;
ΛΟΒ: Μμμμ! (κοιτάει υποψιάρικα όλους γύρω): Έχω να σου πω, Τζήτερ.
ΤΖΗΝΤΕΡ: Άκου λόγια. Έμπα, ντε, έλα να κάτσεις. Τι θες να κουβαλάς το σακί όσο θα κουβεντιάζουμε; (Ο Λοβ ξαναρίχνει την υποψιάρικη ματιά του τριγύρω - όμως μπαίνει δισταχτικά μέσα κι απιθώνει το σακί του κολλητά στο φράχτη, κοντά στην πόρτα. Στηλώνεται κοντά του, φυλάγοντάς το. Ο Τζήτερ πασχίζει να κάνει τη φωνή του αδιάφορη - όμως τα μάτια ολωνών είναι καρφωμένα στο σακί, βγάζοντας ψεύτρα την τάχατες αδιαφορία τους.)
ΤΖΗΤΕΡ: Τι καλά έχεις αυτού μέσα στο σακί, Λοβ; (Ο Λοβ δεν του απαντά - κι εκείνος εξακολουθεί αθώα:) Άκουσα να λένε, καμπόσοι, λέει, τη βολέψανε φέτο από γογγύλια. (Τα μάτια του Λοβ ζαρώνουν από την υποψία και κάνει πίσω, σα για να προφυλάξει πιο πολύ το σακί.)
ΛΟΒ: μετρημένα: Για την Περλ ήρθα να σου πω.
........................................................................
Βλαμμένη είναι - 'θεμάτο. 
........................................................................
Θέλω να μου μιλάει εμένα η Περλ. Να με ρωτά, μη μου πονάει η ράχη, άμα γυρνώ απ' τη δουλειά. Να με ρωτά μην είναι να βρέξει - και πότε θα πάω να κουρέψω τα μαλλιά μου. Σαν πόσα δεν έχει να με ρωτήσει. - μα πού ν' ανοίξει το στόμα της!
........................................................................
Σύρε μίλα της, το λοιπόν...Πες της να μου μιλάει κιόλας - 'θεμάτο.
ΤΖΗΤΕΡ: Μετά χαράς να το κάνω - μόνο που θα μου κάνεις κι ελόγου σου ένα χατήρι.
ΛΟΒ, υποψιάρικα: Σαν τι;
ΤΖΗΤΕΡ, δε βαστάει άλλο: Βρε, στο θεό σου, Λοβ, τι καλό έχεις μέσα στο σακί; Αφότου ήρθες, το μάτι μου δε λέιε να ξεκολλήσει από δαύτο - και θέλω να μάθω.
ΛΟΒ: Τι έχει να κάνει μ΄αυτά που λέμε;
.......................................................................
ΤΖΗΤΕΡ: Μωρέ πε μου τι έχει!
ΛΟΒ, σταματάει μια στιγμούλα για έμφαση και ρίχνει ματιά τριγύρω του με υπερηφάνεια: Γογγύλια ρε Χριστέ (Η δήλωσή του προκαλεί φανερή ταραχή σε όλους...όμως κάθονται φρόνιμα...περιμένουν να τα κανονίσει ο Τζήτερ. Μονάχα η Έλλη Μέη ξεχνάει την πείνα της, γιατί την έχει συνεπάρει το φούντωμα, καθώς έχει ζυγώσει τον Λοβ. Εξακολουθεί τα ερωτιάρικα κουλουριάσματά της).
........................................................................
ΤΖΗΤΕΡ: Ρε Χριστέ - πώς μου μιλάς έτσι, μωρέ Λοβ! Τα θέλω μωρέ, κάμποσα γογγύλια. Έχω να βάνω στο στόμα μου, κοντεύει χρόνος από πέρσι την Άνοιξη. Κάτι γογγύλια που 'χα φυτέψει τα ρημάξανε τα σκουλήκια, τα πρασινόκωλα - 'θεμά τη φύτρα τους.
ΛΟΒ: Τι έχει να κάνει με την Περλ; Σου 'σκασα για δε σου 'σκασα  εφτά δολλάρια σκαστά, σαν ήρτε να μείνει μαζί μου η Περλ;
ΤΖΗΤΕΡ:..........................................................
(Ο Λοβ αδιαφορεί ολότελα...Άπονα, βγάζει ένα γογγύλι από το σακί και του πατάει γερή δαγκωνιά...Μασουλάει τη μπουκιά, ενώ ξελιγώνουνται οι λιμασμένοι Λέστερς, και δείχνει το γογγύλι στην Έλλη Μέη που όλο του κάνει τσακίσματα...)
.........................................................................
ΤΖΗΤΕΡ: Τα παζαρεύεις λοιπόν, καταπώς είπαμε, τα γογγύλια;
ΛΟΒ, μασάει: Δεν τα παζαρεύω με τίποτες τα γογγύλια.
.........................................................................
ΤΖΗΤΕΡ: Το ίδιο κάνει. Το πάει η ψυχή σου να με βλέπεις  να ψοφολογώ στην πείνα - στο Θεό σου;
ΛΟΒ: Σάματις στο χέρι μου είναι! Ο Κύριος ημών, λένε, φροντίζει ίσα κι όμοια ολουνούς. Μου δίνει εμένα το μερτικό μου - κι αν δε σου δίνει το δικό σου - τα παράπονά σου σ' αυτόν.
...........................................................................
ΛΟΒ: Άστα κάτω τα γογγύλια, Τζήτερ. Άστα χάμω! (Η Έλλη Μέη, πιο σβέλτα από τον Λοβ, χυμάει κυριολεκτικά κατά πάνω του, και τον κρατάει στη γης. Κουτρουβαλιάζονται και παλεύουν.)
ΛΟΒ, στην Έλλη Μέη: Φεύγα από πάνω μου! Φεύγα! (Παλεύει να σηκωθεί. Η Άντα και η Μπάμπω τον χτυπάνε με τα παλούκια τους.)  
............................................................................. 
ΜΠΕΣΣΥ: Σου βρίσκεται καμιά καρέκλα αδελφή; Αχ, η δόλια μου η πλάτη, έχει μια κούραση,που λες θα μου κοπεί στα δυο.
ΑΝΤΑ: Χμμ!
(Μπαίνει στο σπίτι. Η Μπέσσυ σεργιανάει τριγύρω και αερίζεται. Βλέπει την Έλλη Μέη. Η Έλλη Μέη χασκογελάει.)
ΜΠΕΣΣΥ: Πώς είσαι τέκνο μου; Η ευλογία του Κυρίου ημών.
(Ζυγώνει το χαγιάτι ψέλνοντας. Στη μέση του ψαλμού βγαίνει απ' το σπίτι  η Άντα, σέρνοντας μια σαραβαλιασμένη κουνιστή πολυθρόνα, και τη στήνει βροντερά. Μονομιάς παύει τον ψαλμό η Μπέσσυ. Στην Άντα): Την ευχή μου να 'χεις αδελφή. (Κάθεται και κουνιέται μπρος πίσω, κι αερίζεται. Η Άντα όρθια, γυρτή στο χαγιάτι, μασουλώντας το ταμπακοκότσανό της): Πού γυρνάει ο Τζήτερ τέτοια ώρα, αδελφή Άντα; Μην τυχόν κι αμάρτησε πάλι, τώρα κοντά;
ΑΝΤΑ: Έχει τρυπώσει στα θάμνα να φάει τα γογγύλια που 'κλεψε πρωτύτερα του Λοβ.
ΜΠΕΣΣΥ: Κύριε ημών Ιησού Χριστέ. Πάλι το κόλασε το χέρι του. Πολύ αμαρτωλός άνθρωπος αυτός ο Τζήτερ. Σαν την κλεψιά άλλη αμαρτία δεν υπάρχει. - Νόστιμα θα ήντουσαν τα χειμωνιάτικα γογγύλια αδελφή.
ΑΝΤΑ: Έτσι λέω.
ΜΠΕΣΣΥ: Συχώρεσε, Μεγαλοδύναμε τις αμαρτίες μας - και πιο πολύ του Τζήτερ τα κρίματα. - Λες να φέρει πίσω κάνα γογγύλι, αδελφή;
...........................................................................
ΤΖΗΤΕΡ, γυρνάει αριστερά και παίρνει είδηση τα καμώματα της Μπέσσυ και του Ντιούντ: Βρε συ, αδελφή Μπέσσυ - τι στο διάολο κάνετε αυτού οι δυο σας με τον Ντιούντ;...)...(η Μπέσσυ κοκκινίζει όσο της είναι βολετό να κοκκινίσει.)
ΜΠΕΣΣΥ, βγάζει το χέρι του Ντιούντ  γύρω από τη μέση της και κάνει να σηκωθεί: Άκουγα τη φωνή του Κυρίου ημών. (Ο Ντιούντ την αγκαλιάζει ξανά από τη μέση.) Μου 'λεγε πρέπει να πάρω καινούριο άντρα.
ΤΖΗΤΕΡ: Μπας και σου 'λεγε να παντρευτείς τον Ντιούντ;
ΜΠΕΣΣΥ: Ο Ντιούντ θα γινόταν σπουδαίος ιεροκήρυκας. Απαράλλαχτα σαν και τον μακαρίτη μου - να μην πω και καλύτερος. Ό,τι χρειάζεται για ιεροκήρυκας - κι άντρας μου. Ψέμματα Ντιούντ;
ΝΤΙΟΥΝΤ, γρήγορα: Θες να 'ρθω μαζί σου τώρα δα αμέσως; (Τη ζυγώνει.)
ΜΠΕΣΣΥ: Όχι τώρα, Ντιούντ. Πρέπει να ρωτήσω πρώτα τον Κύριο ημών αν κάνεις. (Ζυγώνει στ' αριστερά του Ντιούντ.) Καμιά φορά γίνεται δύσκολος, άμα πρόκειται για τους αρσενικούς ιεροκήρυκές του, προπάντων σαν είναι να παντρευτούνε θηλυκές του. Πρέπει πρώτα να προσευχηθώ, να τον ρωτήσω. (Γνέφει με σημασία στον Ντιούντ:) Κάνε κι εσύ την προσευχή σου, Ντιούντ, και ρώτα τον.
ΝΤΙΟΥΝΤ, κλωσσογελάει αμήχανα: Μωρ' τι μας λες! (Κινάει προς την  φραχτόπορτα.)
.............................................................................
(...Μπαίνει ο Χένρυ Πήμποντυ. Έρχεται τρέχοντας στην πόρτα του φράχτη.)
ΧΕΝΡΥ, σταματάει: Ε, Τζήτερ, Τζήτερ!
ΤΖΗΤΕΡ, τον ζυγώνει:Τι τρέχει, Χένρυ;
ΧΕΝΡΥ: Δε σου 'πε τίποτες η Άντα;
ΤΖΗΤΕΡ: Τι να μου πει;
ΧΕΝΡΥ: Δε σου 'πε που πέρασα πρωτύτερις;
ΤΖΗΤΕΡ, ανυπόμονα: Για λέγε.
ΧΕΝΡΥ: Σπουδαία μαντάτα, Τζήτερ.
ΤΖΗΤΕΡ: Λέγε, το λοιπόν. Μ' έσκασες.
ΧΕΝΡΥ, εντυπωσιακά: Ο κυρ-λοχαγός Τζων ξαναγύρισε.
ΤΖΗΤΕΡ, ζοχαδιασμένα: Ο κυρ-λοχαγός Τζων! Ο κυρ-λοχαγός Τζων πέθανε μωρέ!
ΧΕΝΡΥ: Όχι ο ίδιος. Ο γιος του γύρισε.
ΤΖΗΤΕΡ: Μη μου το λες! (Στην Άντα:) Τ' ακούς, μωρή Άντα; Ξαναγύρισε ο κυρ-λοχαγός Τζων.
ΑΝΤΑ: Ο γιος του κυρ-λοχαγού σου λέει.
ΤΖΗΤΕΡ: Τι έχει να κάνει, σάματις ο κυρ-λοχαγός Τιμ, γιος του κυρ-λοχαγού Τζων δεν είναι; (Στον Χένρυ:) Για λέγε: λογαριάζει να μας ξαναδώσει πίστωση στους αγρότες;
ΧΕΝΡΥ: Έτσι λέω. Έτσι λένε όλοι τους. Κάτω στο Φούλερ τον άφηκα - αύριο το πρωί θα 'ναι εδώ. 
ΤΖΗΤΕΡ: Ευλογητός ο Θεός ημών. Το 'ξερα γω πως ο Κύριος ημών το 'χε κατά νου να με βοηθήσει. (Στην Άντα:) Ε, ρε γυναίκα, πώς σου φαίνεται τώρα; Δε σ' το 'λεγα θαν το κάνω φέτο ένα χωράφι; (Στον Ντιούντ - γιατί η Άντα σηκώνει τους ώμους της και δεν απαντάει:) Έι Ντιούντ. Αμόλα για το χωράφι, βάνε μονομιάς φωτιά στα χαμόκλαδα. Τράβα στην πέρα άκρη, κι εγώ στην κοντινή. Μωρέ να βάνουμε φέτο φωτιά σ' όλα τα χωράφια. Έχει να βγει σοδειά, να τρίβεις τα μάτια σου.
ΧΕΝΡΥ: Πάω κι εγώ, Τζήντερ. Λέω να βάλω κι εγώ φωτιά στο δικό μου χωράφι. (Ο Τζήντερ γνέφει κι ο Χένρυ βγαίνει.)
ΤΖΗΤΕΡ: Γεια χαρά Χένρυ! ¨Αντε τώρα, Άντα, σύρε μέσα και μαγέρεψε κάτι να φάμε. Θα ψοφάμε στην πείνα, σα θα γυρίσουμε.
ΑΝΤΑ: Δεν έχει τίποτα να μαγερέψω.
ΤΖΗΤΕΡ: Βρε ανάποδο πλάσμα. Βρε για το Θεό! Κάνε μωρέ κατά πώς σου λέω και παράτα τις αρλούμπες. Πάμετε Ντιούντ, σαν έρθει αύριο ο γιόκας του κυρ-λοχαγού Τζων, θέλω ναν τα 'βρει όλα έτοιμα, Άιντε, δίνε του - πάμε! (από τη βιάση του, ο Τζήτερ καβαλάει το φράχτη, στα αριστερά και βγαίνει στον ταμπακόδρομο. Ο Ντιούντ ρίχνει πειναλέα ματιά στη Μπέσσυ και μετά βγαίνει βιαστικά από την πόρτα του φράχτη. Η Μπέσσυ τρέχει στο φράχτη και φωνάζει ξοπίσω του.)
ΜΠΕΣΣΥ: Έι, Ντιούντ! Μην ξεχάσεις να κάνεις καταπώς σου είπα την προσευχή σου, και αύριο πρωί θα 'ρθω να σου πω τι απόγινε. (Γυρνάει κατά την Άντα και χαμογελάει καλοκάγαθα:) Κάτιτις, μου λέει, ο Κύριος ημών θα του αρέσει πάρα πολύ ο Ντιούντ!


Δεύτερη πράξη

...........................................................................
ΤΖΗΤΕΡ: Κατά πως φαίνεται, Μπέσσυ,  το πήρες απόφαση να στεφανωθείς.  (Η Μπέσσυ αρχινάει να χαϊδεύει τα υγρά μαλλιά του Ντιούντ. Η Άντα προβάλλει στην πόρτα και η Έλλη Μέη στο παράθυρο.)
ΜΠΕΣΣΥ, εμπιστευτικά - γνέφοντας καταφατικά: Ο Κύριος ημών μου το πρόσταξε. Τον ρώτησα ψες βράδυ και μου αποκρίνεται: "Αδελφή Μπέσσυ, ο Ντιούτ Λέστερ είναι ο άντρας που σου τάζω να πάρεις. Σήκω λίαν πρωί αύριο, πήγαινε στο Λεστρέικο, και παντρέψου εν τω άμα τον Ντιούντ". Έτσι μου 'πε. Και το λοιπόν πετιέμαι απ' το κρεβάτι κι έρχομαι μια τρεχάλα ώσαμε δω, γιατί ο Κύριος ημών δεν του αρέσει να τον έχουμε να περιμένει. (Η Μπέσσυ κοιτάει τρυφερά τον Ντιούντ που χασκογελάει με καμάρι.)
ΤΖΗΤΕΡ: Ακούς, Ντιούντ, τι είπε ο Κύριος ημών ο Θεός στην αδελφή Μπέσσυ; Του λόγου σου τι σκοπό έχεις;
ΝΤΙΟΥΝΤ: Τρίχες. Δεν ξέρω.
ΤΖΗΤΕΡ: Τι φοβάσαι Ντιούντ; Μη δεν άντρεψες ακόμα;
ΝΤΙΟΥΝΤ: Άντρεψα δεν άντρεψα δεν έχει να κάνει.
............................................................
ΝΤΙΟΥΝΤ, μεγαλοπιασμένα: Άι στο διάολο - να την κάνω τι - να την παντρευτώ; (Βγάζει απ' την τσέπη του το τόπι και το πετάει στον τοίχο. Η Μπέσσυ ρίχνει μια γρήγορη ματιά στην γυρισμένη πλάτη του Ντιούντ και μετά παίζει το μεγάλο της ατού. Γυρνάει στον Τζήτερ.)
ΜΠΕΣΣΥ, σοβαρά: Ξέρεις τι έχω κατά νου, Τζήτερ;
ΤΖΗΤΕΡ: Τι;
ΜΠΕΣΣΥ: Θ' αγοράσω καινούριο αυτοκίνητο. (ολουνούς λες και τους πέρασε ηλεκτρισμός. Ο Τζήτερ μονομιάς σηκώνεται, ο Ντιούντ παύει να πετάει το τόπι και την κοιτάει με ενδιαφέρον και θαυμασμό ξαφνικά.)
..............................................................
ΑΝΤΑ: Δεν είναι σωστό. Αν ρωτάς κι εμένα, το σωστό είναι να δώκεις λίγα και στο γέρο και στη γριά μάνα του Ντιούντ. Να δούμε κι εμείς λίγο φαΐ και λίγο ταμπάκο.
..............................................................
ΜΠΕΣΣΥ: Όχι, αδελφή Άντα. Ο Κύριος ημών δεν εβουλήθηκε να ξοδιαστούνε καταπώς λές...
ΝΤΙΟΥΝΤ: Καραμούζα θα 'χει;
................................................................
ΤΖΗΤΕΡ, γυρνάει πάνω στο κούτσουρο: Βρε βρε ο γιόκας του κυρ-λοχαγου Τζων! ο κυρ-λοχαγός Τιμ! (Κατεβαίνει και τρέχει να καλωσορίσει τον Τιμ στην πόρτα του φράχτη, μισοπαλαβωμένος από τη συγκίνηση. Η Άντα στέκεται στο χαγιάτι, κοιτώντας τους ξένους αδιάφορα....)
...................................................................
ΤΖΗΤΕΡ: ..........................Να 'ξερες, κυρ-λοχαγέ μου, χαρά που την έχω που μας ξαναγύρισες. Μωρέ το 'λεγα γώ: δε θαν το βάσταγες νά 'μενες μακριά από τη γης, γιατί κρατάς απ' τον πατέρα σου και λόγου σου.....
...................................................................
ΤΖΗΤΕΡ: Δόξα τω Θεώ, έχουμε να δούμε σοδειά εδώ κι εφτά χρόνια. Δε μας δίνουνε πίστωση εμάς εδώ στα καπνοτόπια. Πεντάρα τσακιστή δεν έχει κανένας μας. Γι αυτό, μωρέ Χριστέ, αναστήθηκε η ψυχή μου που 'ρθες να μας βοηθήσεις του λόγου σου.
ΤΙΜ, γυρνάει ξαφνιασμένος: Τι;
.......................................................................
ΤΙΜ: Περίεργο πώς βγήκε τέτοια διάδοση. Λυπάμαι πολύ, όμως - Τι να σου πω, Τζήτερ, δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Κι εγώ στην ίδια κατάσταση είμαι σαν και σένα.
........................................................................
ΤΖΗΤΕΡ: Δεν το κουνάω γω από δω. Να φύγω, δηλαδή, να πάω να δουλέψω σε φάμπρικα; Όχι, κύριε, δε γίνεται.
ΠΕΪΝ: Μα αφού λέτε ότι πεινάτε.
ΤΖΗΤΕΡ: Δεν έχει να κάνει...............................
ΤΖΗΤΕΡ: Δε μ' ενδιαφέρει. Μετά χαράς να κοιτάξω τη φαμελιά μου, καταπώς ορίζει το Βαγγέλιο - που δεν κάνει κουβέντα για φάμπρικες - 'θεμά το γονιό τους.
.........................................................................

Τρίτη πράξη

........................................................................
ΜΠΕΣΣΥ: Στάσου, Ντιούντ τρόπος είναι αυτός που μιλάς; Οι καλοί χριστιανοί όρεξη έχουνε να πάνε ν' ακούνε την Κυριακή το κήρυγμα απ' το στόμα ενού βλαστημιάρη; Έλεγα κι εγώ δε θα ξαναβλαστήμαγες.
ΝΤΙΟΥΝΤ: Τότες μη ξεφυτρώνεις όλη ώρα μπροστά μου. Άε κάτσε κάπου. (Μπαίνει η Περλ με μια χύτρα. Ο Τζήτερ την παρακολουθάει με το μάτι καθώς εκείνη ζυγώνει στο πηγάδι.)
ΤΖΗΤΕΡ, καμώνεται πως ενδιαφέρεται: Πότε λες ν' αρχινήσει ο Ντιούντ το κήρυγμα Μπέσσυ; (ακολουθάει αργά την Περλ στο πηγάδι.)
ΜΠΕΣΣΥ: Την Κυριακή που μας έρχεται, θα βγάλει ένα μικρό κήρυγμα. Τον δασκαλεύω κιόλας τι να λέει σα θα κηρύχνει.
ΤΖΗΤΕΡ: Άμα έχει εσένα κοντά του, μπορεί να γίνει σπουδαίος ιεροκήρυκας ο Ντιούντ. Τώρα αν καλορωτάς, ποτές δεν τον λογάριαζα να 'χει πέντε παραδιών μυαλό. Έλεγα θ' απόμενε σαν και μένα εδώ στη γης ναν τη δουλεύει. Όμως καλύτερα να πηγαίνει μαζί σου να κηρύχνει και να προσεύχεται. (Βγαίνει λίγο μπρος, καθώς η Περλ γεμίζει τη χύτρα της και ξεκινάει για το σπίτι. Μ' ένα σάλτο ο Τζήτερ βρέθηκε δίπλα της και την αδράχνει γερά από τον καρπό. Η χύτρα πέφτει - κι η κοπέλα σέρνει δυνατή φωνή παλεύοντας απελπισμένα να λευτερωθεί και να το σκάσει.)
ΠΕΡΛ: Μάνα! (Η Μπέσσυ κι ο Ντιούντ γυρνούν να δουν.)
ΤΖΗΤΕΡ: Έι Ντιούντ, τρεχάτε οι δυο σας με τ' αυτοκίνητο, πέιτε του Λοβ την τσάκωσα την Περλ. (Η πόρτα ανοίγει μ' ορμή και χυμάει μανιασμένη η Άντα. Τρέχει καταπάνω στο Τζήτερ κι αρχινάει να τον χτυπάει με λύσσα.)
ΑΝΤΑ: Άφησέ τη - παράτα τη.
ΤΖΗΤΕΡ, σπρώχνει πέρα την  Άντα με το λεύτερο χέρι του: Δρόμο Ντιούντ! Πες του Λοβ, αν είναι να μου δίνει δυο δολάρια τη βδομάδα, θαν τη καταφέρω την Περλ να πάει να μείνει μαζί του.
ΜΠΕΣΣΥ: Δεν είναι σωστό αυτό που κάνεις, Τζήτερ.
ΤΖΗΤΕΡ, παλεύοντας με την Άντα: Σωστό μπορεί να μην ήτανε πρωτύτερις. - όμως τώρα είναι. Άι στο διάολο φεύγα!
............................................................................. 

μετάφραση, Γιώργος Σεβαστίκογλου

ΕΠΟΧΗ: Γύρω στα 1930.
ΤΟΠΟΣ: Γεωργία, κάπου 30 μίλια από την Ωγκάστα. Ερημότοπος που τον δέρνει η πείνα. Κάποτε τον είχαν ρίξει στη κερδοφόρο καλλιέργεια του καπνού. Μετά τον γυρίσαν σε μικρές μικρές μπαμπακοφυτείες, που τις δουλέψανε έτσι βαριά και χαζά, που ξεθεώσανε τη γης. Η φτώχεια, η ανάγκη, η βρώμα, ο εκφυλισμός, η άθλια ανημπόρια και η χοντροκομμένη και τραγικιά βαρβατιά, έχουν χαράξει τη βούλα του αναπόφευγου ρημαγμού πάνω σε τούτη τη χαμένη και καθυστερημένη φτωχολογιά. Ανήμποροι να προσαρμοστούνε στις αλλαγές ενός οικονομικού προγράμματος τραβάνε δίχως να το νιώθουν για τον αφανισμό. Όλη τούτη η εικόνα σβήνει γοργά, ξεσκεπάζοντας  την ψευτιά πως τάχατες η φύση είναι σπλαχνικιά και προκαλώντας το Θεό που, καταπώς φαίνεται, δεν κοιτάει παρά τη δουλίτσα του.

***

Η Άντα είναι η γυναίκα του Τζήτερ. Ο Ντιούντ είναι γιος τους, περίπου 16 χρονών. Η Έλλη Μέη και η Περλ κόρες τους και ο Λοβ γαμπρός τους, σύζυγος της Περλ, που τον έχει εγκαταλείψει. Η Μπέσσυ είναι αυτοδιορισμένη "ιεροκήρυκας", ο Χένρυ γείτονας, ο κυρ-λοχαγός Τιμ  συστήνεται, ενώ ο Πέιν είναι εκπρόσωπος της Τράπεζας.