ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΓΥΝΑΙΚΑ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΜΑ...ΣΠΑΝΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:11 π.μ.

0



Γιάννης Ρίτσος, Το σύμβολο "γυναίκα"

...Απρόσιτες γυναίκες, δεσποτικές, αυταρχικές, αειπάρθενες,
φιλενάδες της νύχτας, φιλενάδες της μουγγής βλάστησης.
...Εμείς δεν γνωρίζουμε τα ξόρκια τους όταν γυαλίζουν στην αυλή
με χώμα τα χαλκώματα κι αστράφτουν τα χαλκώματα στον ήλιο
σαν επίγεια ουράνια σώματα, κι αστράφτουν κ' οι γυναίκες
μες στον θρίαμβο της ηγεμονίας τους μπροστά απ' τις βουβές
στρατιές των κλεισμένων πραγμάτων.

Δε γνωρίζουμε την πεισμωμένη ελευθερία της σιωπής τους
όταν αρνούνται να οργιστούν, την περηφάνειά τους καθώς
η σεμνότητα λυγίζει τα ματόκλαδά τους, την πολυάριθμη 
άμυνά τους, σαν τα σφιχτά αλλεπάλληλα φλούδια του φρέσκου 
σκόρδου, αυτά τα εύθραυστα ντύματα. Τι εννοούν; τι αποσιωπούν;
..................................................................................................
Αυτές μόνες μες στο περιβόλι με τα υψηλά ηλιοτρόπια
περίμεναν βέβαιες τη γέννηση, και τα ηλιοτρόπια τους φώτιζαν
το λαιμό και το πρόσωπο με φωτεινούς κύκλους κ' οι πρώτες
ρόδινες φακίδες στα μεγάλα μέτωπά τους ήταν τα μυστικά σημάδια
της αιώνιας ζωής όπως οι βολβοί των φυτών, οι πατάτες των
κυκλάμινων, όπως οι απόρρητες ρίζες των δέντρων που δουλεύουν
χωρίς να τις ακούμε, χωρίς να τις βλέπουμε.

("Όταν έρχεται ο ξένος")

*

Η πορεία του Γιάννη Ρίτσου στην ποιητική διάσταση πραγματώνεται βασικά με μια ομάδα πολυδιάστατων συμβόλων. Ανάμεσα σ' αυτά είναι η σιωπή, η μνήμη, ο χρόνος, ο θάνατος, το βουνό, η μοναξιά, η παραίτηση, η διαφάνεια, ο καθρέφτης, η γυναίκα....Για τον Γιάννη Ρίτσο, το"σύμβολο" της γυναίκας δεν έχει χάσει τίποτε από το μυστήριο και τη θεμελιακή του "μυστικότητα". Και ακόμη, ο Γιάννης Ρίτσος είναι ένας από τους λίγους ποιητές για τους οποίους η γυναίκα αποχτάει κι αποκαλύπτει όψεις που ξεπερνάνε την απλή της φύση για να κερδίσει το φωτοστέφανο του ανείπωτου και της υπέρτατης γοητείας...Είναι η γυναίκα που ανεπαίσθητα επιβάλλει μιαν άγνωστη αξιοπρέπεια στον άντρα, αμετάφραστη, επειδή ανήκει σ' ένα πλάσμα εξωτερικά κοντινό και προσιτό, με μια εσωτερικότητα όμως που ο στοχασμός δυσκολεύεται ν' αναγνωρίσει και να διευκρινίσει απόλυτα. Ένα πλάσμα αδιερεύνητης ιερατικότητας που κινείται στο κλίμα μιας μυστηριακής "δύναμης της ζωής", ήρεμο, σιωπηλό κι όμως θριαμβευτής και παντοδύναμο. Κι ακόμη, υπάρχει η υπόσχεση μιας ασταμάτητης δημιουργίας, υπόσχεση και πράξη, δοχείο της αιωνιότητας και θεώρηση της αδιάφθορης ψυχής.

Κρεσέντζιο Σαντζίλιο

ΤΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ, ΝΥΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ, ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:10 π.μ.

0



 

Ένα (προτιμώμενο) ερώτημα, αντί (περιττού) εορτασμού.

Τις τελευταίες ημέρες, καθώς έκλειναν τα τρία χρόνια της ιστοσελίδας, στο τέλος Οκτώβρη, μια αγαπημένη αναγνώστρια με ρώτησε:

«κ. Τσακιράκη, πόσα βγάζετε το χρόνο απ’ την ιστοσελίδα;»

Μέσα στη γενική «συναλλαγή» αλλά και ανέχεια η ερώτηση δεν με εξέπληξε. Η απάντηση όμως αφορά όλους .

Στην ιστοσελίδα αυτή, ρέει και συσσωρεύεται χρυσός αποκλειστικά σε ράβδους ποίησης, που διατίθενται δωρεάν. Ή, διαφορετικά, η ιστοσελίδα αυτή είναι ένας κοινός ναός χωρίς Επίτροπους και παγκάρια. Τον οικοδόμησα και τον υπηρετώ με μαρτύριο, σαν ποιητής αδιάβροχος στη διάβρωση και διάβροχος στη συναίσθηση. Δεν θ’ αφήσω τον καθαρό μου καθρέφτη να μου γυρίσει την πλάτη, δείχνοντας τον τυφλό εαυτό μου σαν ένα τερατώδες φάντασμα, και να με σημειώνει αλύπητα, ούτε θα ψαλιδίσω με αργύρια τον δικό σας και τον δικό μου ουρανό. Τα ενδύματά μου δεν τα πουλάω, έστω και εντελώς αφόρετα. Ένα βιβλίο μου μπορεί. Θα ξυπνάω κάθε πρωινό μάρτυρας μιας μονομαχίας τιμής ανάμεσα σε μένα και σ’ οποιονδήποτε μικρόψυχο και μικρόνοο κερδώο μύθο.

**

Πιστεύω βαθιά ότι, παρά την οποιαδήποτε παρουσία στον διαδικτυακό χώρο, η έντυπη "οντότητα" είναι καταλυτικά χρήσιμη και- ενδεχομένως- πολιτιστικά αναντικατάστατη. Μ' αυτή τη σκέψη, παρά την πλήρη οικονομική αδυναμία έκδοσης, θα καταβάλω κάθε προσπάθεια ώστε το υλικό της τριετίας 2009-2012 της ιστοσελίδας- και κάθε επόμενης τριετίας που ελπίζω να υπάρξει- να καταστεί έντυπο, έστω και με ίδια έξοδα και προσωπική εργασία, και να διοχετευθεί αποκλειστικά σε βιβλιοθήκες, ώστε να είναι ευρύτερα προσβάσιμο. 

**

Τέλος, τα σαρανταέξι χιλιάδες φτερά που πέταξαν στην τριετία αυτή πάνω από τον Ουρανό της, μου δίνουν τη θαυμάσια και αυστηρή εντολή να συνεχίσω με μοναχικότητα, ταπεινότητα, απλότητα και χωρίς αγοραίους συμβιβασμούς να πετάω ανάμεσά τους. Ένα μεγάλο ευχαριστώ για την ευγένεια και τη λεπτότητά σας.

ΔΙΑΤΡΗΤΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΣΑΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΡΕΘΙΣΜΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:08 π.μ.

0

Διάτρητος ρεαλισμός

ΚΟΡΙΝΝΑ, ΚΛΑΣΙΚΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:08 π.μ.

0



Κόριννα, 5ος ή 3ος αι. π.Χ.  

171 (4+5D)                                        

  ]ΚΏΡΕΙ-
ΤΕΣ ΈΚΡΟΥ]ΨΑΝ ΔΆΘΙΟ[Ν ΘΙ]ΆΣ
ΒΡΈΦΟ]Σ ΆΝΤΡΟΙ, ΛΑΘΡΆ[ΔΑ]Ν ΑΓ-
ΚΟ]ΥΛΟΜΕΊΤΑΟ ΚΡΌΝΩ, ΤΑ-
ΝΊΚΑΝ ΝΙΝ ΚΛΈΨΕ ΜΆΚΗΡΑ ΡΕΊΑ
ΜΕΓ]ΆΛΑΝ Τ' [Α]ΘΑΝΆΤΩΝ ΈΣ-
ς] ΈΛΕ ΤΙΜΆΝ. ΤΆΔ' ΈΜΕΛΨΕΜ.
ΜΆΚΑΡΑΣ Δ' ΑΥΤΊΚΑ ΜΏΣΗ
Φ]ΕΡΈΜΕΝ ΨΆΦΟΝ Έ[Τ]ΑΤΤΟΝ
ΚΡ]ΟΥΦΊΑΝ ΚΆΛΠΙΔΑΣ ΕΝ ΧΡΟΥ-
ΣΟΦΑΊΣ. ΤΎ Δ' ΆΜ ΠΆΝΤΕ[Σ] ΏΡΘΕΝ.

ΠΛΊΟΝΑΣ Δ' ΕΊΛΕ ΚΙΘΗΡΏΝ.
ΤΆΧΑ Δ' ΕΡΜΆΣ ΑΝΈΦΑΝ[ΈΝ
ΝΙ]Ν ΑΟΎΣΑΣ ΕΡΑΤΆΝ ΩΣ 
Έ]ΛΕ ΝΊΚΑΝ ΣΤΕΦ[Ά]ΝΥΣΙΝ
.......].(.)ΑΤΏ. ΑΝΕΚΌΣΜΙΟΝ
ΜΆΚΑ]ΡΕΣ. ΤΏ ΔΈ ΝΌΟΣ ΓΕΓΆΘΙ.

Ο ΔΈ ΛΟ]ΎΠΗΣΙ ΚΆ[Θ]ΕΚΤΟΣ
ΧΑΛΕΠ]ΉΣΙΝ FΕΛΙ[Κ]ΏΝ Ε-
.......]ΛΙΤΤΆΔΑ [Π]ΈΤΡΑΝ
.......]ΚΕΝ Δ' Ό[ΡΟ]Σ. ΥΚΤΡΏΣ
.......]ΩΝ ΟΥΨ[Ό]ΘΕΝ ΕΊΡΙ-
ΣΈ ΝΙΝ Ε]Μ ΜΟΥ[ΡΙ]ΆΔΕΣΣΙ ΛΆΥΣ
..................................................


Οι Κούρητες 
έκρυψαν το θεϊκό της θεάς
βρέφος στη σπηλιά, κρυφά 
απ' τον πανούργο Κρόνο. όταν
το 'κλεψε η μακάρια Ρέα,
μεγάλη απ' τους αθανάτους
πήρε τιμή. αυτά τραγούδησε.
κι αμέσως οι Μούσες στους μακάριους
ψήφο να ρίξουν όρισαν
κρυφά μέσα στις κάλπες
χρυσές. κι αυτοί όλοι σηκώθηκαν ευθύς.

και πήρε περισσότερους ο Κιθαιρώνας.
και γρήγορα ο Ερμής στο πρόσωπό του έλαμψε,
φωνάζοντας ότι την ποθητή
τη  νίκη κέρδισε, με στεφάνια 
]τον στόλισαν
οι αθάνατοι. κι εκείνου ο νους αχάρη.

κι αυτός από λύπες κατεχόμενος
βαριές ο Ελικώνας
]γυμνή πέτρα 
]το βουνό. οικτρά 
]από ψηλά έπεσε
σε μυριάδες βράχια...

*

172 (19D)

ΕΠΊ ΜΕ ΤΕΡΨΙΧΌΡΑ [
ΚΑΛΆ FΕΡΟΊ ΑΪΣΟΜΈΝΑΝ
ΤΑΝΑΓΡΊΔΕΣΣΙ ΛΕΥΚΟΠΈΠΛΥΣ
ΜΈΓΑ Δ' ΕΜΉΣ ΓΈΓΑΘΕ ΠΌΛΙΣ
ΛΙΓΟΥΡΟΚΩΤΊΛΗΣ ΕΝΟΠΉΣ.

Όταν εμένα η Τερψιχόρη [
που όμορφα τραγούδαγα η γριά
στις Ταναγραίες τις λευκόπεπλες.
και πολύ με τα δικά μου η πόλη χάρηκε
γλυκόλαλα άσματα.

*

173 (15D)

ΜΈΜΦΟΜΗ ΔΈ ΚΉ ΛΙΓΟΥΡΆΝ
ΜΟΥΡΤΊΔ' ΙΏΝΓ' ΌΤΙ ΒΑΝΆ ΦΟΎ-
Σ' ΈΒΑ ΠΙΝΔΆΡΟΙ ΠΌΤ' ΈΡΙΝ.

Κατηγορώ και τη γλυκόφωνη
Μυρτίδα εγώ, γιατί γυναίκα ενώ είναι,
με τον Πίνδαρο κάποτε συναγωνίστηκε.

*

174 (3D)

ΘΈΣΠΙΑ ΚΑΛΛΙΓΈΝΕΘΛΕ, ΦΙΛΌΞΕΝΕ, ΜΩΣΟΦΊΛΕΙΤΕ.

Θέσπια από γενιά ευγενική, φιλόξενε, που οι Μούσες
αγαπούνε.

μετάφραση, Λουκάς Παπαδημητρόπουλος

_____

Στο πρώτο από τα εδώ αποσπάσματα το θέμα, κατά την εκδοχή της Κόριννας, στα ευανάγνωστα μέρη,  είναι ένας λυρικός αγώνας τραγουδιού μεταξύ των δυο επώνυμων ηρώων των δυο φημισμένων βουνών, που πήραν τα ονόματά τους από αυτούς, στον οποίο νίκησε ο Κιθαιρώνας και ο Ελικώνας από τη λύπη του κατακρημνίσθηκε.

Κατά τον Λυσίμαχο τον Κυρηναίο ο Κιθαιρώνας και ο Ελικώνας ήταν αδέλφια πολέμια μεταξύ τους, ενώ ο Ψευδο-Πλούταρχος, "Περί ποταμών και ορών επωνύμια", αναφέρει πως, κατά τον Ερμηάνακτα τον Κύπριο, από τα δυο αδέλφια ο Ελικώνας ήταν πράος και προσηνής και γηροκομούσε τους γονείς του, ενώ ο Κιθαιρώνας, όντας πλεονέκτης και επιθυμώνατας να μεταφερθεί σ' αυτόν η περιουσία, κατά πρώτο σκότωσε τον πατέρα του και στήνοντας ενέδρα κατακρήμνισε τον αδελφό του αλλά συμπαρασύρθηκε. "Κατά δέ θεών πρόνοιαν εις ομώνυμα όρη μεταμορφωθέντες εγένοντο Κιθαιρών μεν δια την ασέβειαν Ερινύων μυχός, Ελικών δε δια την φιλοστοργίαν Μουσών ενδιαίτημα".

μεταφορά πληροφοριών από την Αγγλική (σχολιασμός D. Page) και την αρχαία Ελληνική , Γιώργος Τσακιράκης

_____

Η Κόριννα, αρχαϊκή λυρική ποιήτρια, γεννήθηκε στην Τανάγρα της Βοιωτίας, έζησε όμως για αρκετό καιρό στη Θήβα. Η Σούδα μας πληροφορεί:  "Κόριννα Αχελωιοδώρου και Προκατίας Θηβαία ή Ταναγραία μαθήτρια Μυρτίδος...ενίκησε δε πεντάκις, ως λόγος, Πίνδαρον. έγραψ ε δε βιβλία και επιγράμματα και νόμους λυρικούς". Τα ανέκδοτα, που συνδέουν την Κόριννα με τον Πίνδαρο( και την τοποθετούν στον 5ο αι. π.Χ) και τις νίκες επί αυτού δεν πρέπει να τα πάρουμε στα σοβαρά, αφού μάλιστα η ίδια η ποιήτρια κατηγορεί τη Μύρτιδα, ότι τόλμησε να ανταγωνιστεί τον Πίνδαρο. Ο Πλούταρχος και ο Αιλιάνος την θεωρούν σύγχρονη του Πινδάρου. Όμως, από το 1930 κ.εξ. υποστηρίχθηκε από τον Lobel ότι δεν έζησε πριν απ' τον 3ο αι. π.Χ. Το πρόβλημα παραμένει διότι και για τις δύο περιπτώσεις υπάρχουν πολλά θετικά επιχειρήματα. Τα ποιήματα της Κόριννας δεν είναι βέβαιο ότι εκδόθηκαν από τους Αλεξανδρινούς. Το όνομά της προστίθεται με αμφισβήτηση στον κατάλογο των εννέα λυρικών, ως δέκατο όνομα. Από τους τίτλους των έργων και από τα λίγα σωζόμενα αποσπάσματα προκύπτει, ότι η Κόριννα, που γράφει στην Βοιωτική διάλεκτο γι' αυτό είναι κάπως δύσκολη στην κατανόηση, χρησιμοποιούσε ευχαρίστως τοπικούς μύθους. Από τον πάπυρο του Βερολίνου, που μας χάρισε αρκετούς στίχους, διαπιστώνουμε μια ιδιότυπη ποιητική διατύπωση: απλή, παρατακτική, λιτή και μεστή, γεμάτη χάρη.

Αριστόξενος Σκιαδάς

_____

Κώρει/τες, Κουρήτες (συμπλήρωσε Lobel), αναφέρεται μάλλον στις νύμφες που φύλαγαν τον Δία ως βρέφος σε ένα σπήλαιο ("άντρον") στην Κρήτη. "Ώσθ' οι Κουρήτες ήτοι δια το νέοι και κόροι όντες υπουργείν ή δια το κουροτροφείν τον Δία...ταύτης ηξιώθησαν της προσηγορίας", Στράβωνας, 10,3,11

ΕΜΙΛ ΝΕΛΛΙΓΚΑΝ, ΚΑΝΑΔΑΣ, ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ...ΠΟΙΗΤΙΚΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:07 π.μ.

0

EMILE NELLIGAN / ΕΜΙΛ ΝΕΛΛΙΓΚΑΝ, 1879-1941, Καναδάς


Ο Εμίλ Νελλιγκάν γεννήθηκε το 1859 στο Μοντρεάλ του Καναδά. Πολύ νωρίς, από τα δεκαέξι, τον ενδιαφέρει μόνο η ποίηση και εγκατέλειψε το Γυμνάσιο. Στα δεκαοχτώ του χρόνια έγινε το πιο νέο μέλος της Φιλολογικής σχολής του Μοντρεάλ. Ο πατέρας του, που δεν συμμεριζόταν τις ποιητικές του τάσεις, τον έστειλε με τη βία στην Αγγλία να εργαστεί, από όπου επέστρεψε σε λίγες ημέρες. Με την επιστροφή του τον έστειλε σε λογιστικό γραφείο, το οποίο επίσης εγκατάλειψε σχεδόν αμέσως. Κάτω από αυτή την πίεση έπαθε νευρικό κλονισμό και κατάθλιψη και στα είκοσί του, το 1899, μπήκε στο άσυλο και έμεινε εκεί μέχρι το θάνατό του το 1941, σε ηλικία εξηνταδύο ετών. Πριν μπει, είχε δημοσιεύσει μερικά ποιήματα. Τα περισσότερα, περίπου εκατό, ξαναγράφτηκαν κατά την παραμονή του στο άσυλο, κάτω απ' την παρότρυνση γιατρών, νοσοκόμων και επισκεπτών και εκδόθηκαν το 1904 από φίλο του. Η ποίησή του είναι συμβολιστική με ρομαντικά στοιχεία και έχει επιδράσεις απ' τους Μπωντλέρ, Βερλαίν, Ρολλινά, Ροντεμπάχ, Πόε. Ο ίδιος δεν έμαθε ποτέ τη θερμή υποδοχή της ποίησής του Αλλά έγινε διάσημος μετά το θάνατό του. Ένα σημαντικό βραβείο φιλολογίας, στο όνομά του, δίνεται κάθε χρόνο σε ένα νέο ποιητή της βόρειας Αμερικής. Ο Εμίλ Νελλιγκάν έχει μελετηθεί από πολλούς επιστήμονες και έχει διδαχτεί σ' όλα τα παιδιά του Γυμνασίου του Κεμπέκ.


Ιερός υπνάκος

Καλοκαιρινό σκίτσο

Αληθινά, είναι κομψός στο καινούριο του ράσο,
αυτός ο αγαπημένος μικρός φουσκομάγουλος ηγούμενος
για τον οποίο το καλό τραπέζι ασκεί αθώες έλξεις...
Το ονειρεύεται καλυμμένος κάτω απ' τον σκιερό πλάτανο.

Σήμανε μεσημέρι. Καταμεσής τ' ουρανού καμαρώνει ο ήλιος,

και ο κύριος βικάριος, τι σκανδαλώδες πορτραίτο!
Αποκοιμήθηκε, ολοστρόγγυλος, στην πρασινάδα, αφηρημένος,
σκεπτόμενος τις μεγάλες αμαρτίες κάποιας ερωμένης.

Έρχονται απ' την κουζίνα...και, κάτω απ' την άσπρη κουρτίνα,

η Μπλανς σπρώχνει τον Μισέλ, την Λουίζ, τον εκκλησάρη,
κι όλοι τους να τα κοπανάνε ξεσπάζοντας σε γέλια.

Όμως, ο ηγούμενος, χωρίς καθόλου να μέμφεται τον εαυτό του,

τεντώνεται και μουρμουρίζει μ' ένα θεϊκό χαμόγελο
πως, παρ' όλα αυτά, ο Διόνυσος ήταν καλός χριστιανός.

*

Χειμερινή βραδιά

Αχ! πώς χιόνισε το χιόνι!
Το τζάμι μου είναι ένα περιβόλι πάχνης.
Αχ! πώς χιόνισε το χιόνι!
Τι είναι ο σπασμός του να ζεις
μπροστά στον πόνο που έχω, που έχω.

Όλες οι λιμνούλες κείτονται παγωμένες.
Η ψυχή μου είναι μαύρη! Πώς ζω; Πού πηγαίνω;
Όλες οι ελπίδες κείτονται παγωμένες.
Είμαι η καινούρια Νορβηγία
απ' όπου οι ξανθοί ουρανοί φύγανε.

Κλάψτε, πουλιά του Φλεβάρη,
στην απαίσια ανατριχίλα των πραγμάτων,
κλάψτε, πουλιά του Φλεβάρη,
κλάψτε τα δάκρυά μου, κλάψτε τα τριαντάφυλλά μου,
στα κλαριά της κουμαριάς.

Αχ! πώς χιόνισε το χιόνι!

Το τζάμι μου είναι ένα περιβόλι πάχνης.
Αχ! πώς χιόνισε το χιόνι!
Τι είναι ο σπασμός του να ζεις
μπροστά στην ανία που έχω, που έχω...

Ο ΑΤΥΧΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:06 π.μ.

0



Ο άτυχος Γιάννης, περιγελαστικό απ' την Κρήτη

Ως είχαμεν το Γιάννη μας λουσμένο, κτενισμένο,
στον μύλο τον εστείλαμε, να πά' ν' αλέσ' αλεύρι.
Βρίσκει τσι πόρτες σφαλικτές, και τα νερά κομμένα.
πηδά κι αφήνει τα νερά, κι αλέθει και ξαλέθει.
Στο γάιδαρο το φόρτωσε, ξεκάπουλα καθίζει.
Στο δρόμο τ' απαντήχνουνε οι σκύλ' οι Γεγουδαίοι.
Σαν πιάνουσι και δέρνου τον και παίρνουν του τ' αλεύρι.
Η μάνα του τόνε θωρεί από το παραθύρι.
"Καλώς τονε, το Γιάννη μου, α μου βαστά κι αλεύρι".
"Το γέρο μαύρο σου βαστώ, μα πήραν το τ' αλεύρι".
Αρπά το σκορδοκόπανο, θέτει του πέντε-δέκα.
Άλλη κι α δε τον έβλαψε, μα οι ομυαλοί του πέσαν,
και θέτει και ψυχομαχεί, μόν' η μπαϊλού τού στέκει.
Τρεις καλογράδες το γρικούν απού το μαναστήρι,
κι αρπάχν' η μια το θυμιατό, κι η άλλη το λιβάνι,
και παν να τόνε θάψουνε, το δάσκαλο το Γιάννη.
Προφταίνει μια κι αρπάχνει τη, κι η άλλη τριγυρίζει
κι άλλη την εκούντησε, να σηκωθεί, να κάτσει.

_____

μπαϊλού, πιθανό τα βάγια
κουντώ, σπρώχνω

ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ, Μ' ΕΝΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ, ΜΟΥΣΙΚΗ Ή ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:06 π.μ.

0



Σκλάβοι πολιορκημένοι, στίχοι απ' τους "πόνους της Παναγιάς"



Αρχαία Ελληνική μουσική

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ, ΙΠΠΗΣ, ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:05 π.μ.

0


Αριστοφάνους, Ιππής (αποσπάσματα)


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

........................................
Γιατί θα 'ρθει ο Παφλαγόνας*
που δέρματα πουλάει, κλέφτης, φωνακλάς που έχει
φωνήν ωσάν του Κυκλοβόρου του χειμάρρου.

ΝΙΚΙΑΣ

Λοιπόν ανάγκη αυτός που πρόβατα πουλάει
ν' αφανιστεί απ' αυτόν που δέρματα πουλάει.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Ναι, βέβαια.

ΝΙΚΙΑΣ

Ωιμένα, ο δόλιος. Λοιπόν πούθε θάρθει πλέον
ένας μονάχα ακόμα, που να πουλάει κάτι;

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Είναι ακόμα ένας που αφάνταστη τέχνην έχει.

ΝΙΚΙΑΣ

Ποιος είναι; Πες, παρακαλώ σε.


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Να το πω;

ΝΙΚΙΑΣ

Να ζήσεις.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Λουκάνικα πουλάει αυτός που τούτον* θ' αφανίσει.

ΝΙΚΙΑΣ

Λουκάνικα πουλάει; τι τέχνη, ω Ποσειδώνα.

........................................

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Μακαρισμένε αλλαντοπώλη, έλα, αγαπημένε,
προχώρει που της πόλεως κ' εμάς ήρθες σωτήρας .

..........................................

Άνθρωπε καλότυχε, άνθρωπε πλούσιε,
ως σήμερα ένα τίποτε και αύριο υπερμεγάλε,
άρχοντα των ευτυχισμένων Αθηναίων.

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

Καλότυχε, τι δε μ' αφήνεις τις κοιλιές να πλύνω,
να πουλώ τα λουκάνικά μου, μα με περιπαίζεις;

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Ω ποιες κοιλιές, ανόητε; για κοίταξε εδώ πέρα.
Δε βλέπεις τούτη την κοσμοπλημμύρα;

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

Ναι, τη βλέπω.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Όλων αυτών εσύ εξουσιαστής θα γίνεις,
της αγοράς και των λιμένων και της Πνύκας.
............................................

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

Εγώ;

.............................................

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Και τις αγορές θωρείς και τα καράβια;

.............................................

Πώς λοιπόν μεγάλη τύχη εσύ δεν έχεις;
Τώρα στρέψε το μάτι σου προς την Καρία
το δεξιό και τάλλο προς την Καρχηδόνα.

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

Και θα ευτυχήσω λοιπόν, αν αλλοιθωρήσω;

...............................................

Πες μου και πως θα γίνω 
μεγάλος άνθρωπος εγώ, αφού είμαι αλλαντοπώλης;

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Γι' αυτόν το λόγον ακριβώς θα γίνεις μέγας,
γιατί είσαι πρόστυχος κι αδιάντροπος κι αχρείος.

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

Δεν κρίνω εγώ τον εαυτό μου άξιον για τόσα.


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

...............................................
Ω καλοτυχισμένε, όλες τις καλωσύνες
έχεις όπου χρειάζονται να διοικήσεις.

...............................................

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

Το μάντεμα με δείχνει αλήθεια, όμως θαυμάζω 
πώς θα μπορέσω τον λαόν εγώ να κυβερνήσω;

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Είναι ευκολώτατη δουλειά. Κάνε ό,τι κάνεις.
Τα πράγματα ανακάτωνε και βάλε τα όλα αντάμα,
όπως γεμίζεις τάντερο με το κομμένο κρέας
και πάντα το λαό κολάκευε γλυκαίνοντάς τον
με λόγια της κουζίνας. Κι όλα τάλλα τάχεις
όσα χρειάζονται να σύρεις το λαό, μεγάλη 
φωνή, και πρόστυχος και διαστραμμένος είσαι.
Έχεις ό,τι χρειάζεται για μια εξουσία,
και συμφωνούν οι προφητείες και της Πυθίας ακόμα.
Μα στεφανώσου, και θυσία στην Ανοησία 
κάνε και κοίτα τον εχθρό σου* πώς θα πολεμήσεις.

.................................................

ΧΟΡΟΣ (προς τον Κλέωνα)

Καλά να πάθεις, γιατί πριν να μοιραστούνε
τρως τα δημόσια, και τους κατηγορούμενους,
όπως ζουλούν να ιδούν τα σύκα, αν έχουν ωριμάσει,
τους σφίγγεις για να ιδείς αν ημπορούν ν' αντισταθούνε.
.................................................

 ΚΛΕΩΝ

Δε σε φοβούμαι όσο το βουλευτήριο ζει
κι' όσο ο λαός στην απομώρια του είναι βυθισμένος.

ΧΟΡΟΣ

Με τόση αδιαντροπιά αυτός να μιλεί
στο κάθε τι είναι μαθημένος,
χωρίς καθόλου μάλιστα ν' αλλάζει
το χρώμα του προσώπου του που τον σκεπάζει.
....................................................

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ (προς τον Κλέωνα)

Κ' εγώ ξέρω πολύ καλά για σένα
πώς πήρες δέκα τάλαντα από την Ποτείδαια.

ΚΛΕΩΝ

Λοιπόν; θέλεις να πάρεις ένα να σωπάσεις; 

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Ο άνθρωπος θα τόπαιρνε ευχαρίστως. Τώρα λύσε
τα παλαμάρια, ο άνεμος λιγώτερο φυσάει.

...................................................

ΧΟΡΟΣ
...................................................
Και πια  σ' αυτούς τους στίχους μας
καθένας λίγη προσοχή ας χαρίσει,
ω εσείς όπου της κάθε Μούσας
τις χάρες έχετε γνωρίσει.
Αν ποιητής παλιός κανείς της κωμωδίας
μάς βίαζε τους στίχους του να βγούμε και να πούμε
στο θέατρο, εύκολα δεν ήθελε επιτύχει.
Μα τώρα ο ποιητής αυτός εδώ το αξίζει,
γιατί μισεί τους ίδιους που κ' εμείς μισούμε,
τολμάει να λέει τα δίκαια, και με γενναιότη
να πάει μπρος την ανεμοζάλη και την τρικυμία.
.....................................................

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ (προς Κλέωνα)

Πόσο πολύ πίστεψες πως είν' ο λαός δικός σου.

.....................................................

ΚΛΕΩΝ

Ναι, μα το Δία, με την επιδεξιοσύνη που έχω
μπορώ πλατύν ή στενό το λαό εγώ να τον κάνω.

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

Σ' αυτό είναι κι ο πισινός μου επιδέξιος.
......................................................

ΚΛΕΩΝ

Λαέ, εγώ είμαι από παληούθε ετοιμασμένος
κ' επιθυμώ από τρισπαληούθε να σ' ευεργετήσω.

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

Κ' εγώ δέκα φορές και δώδεκα παληότερά σου,
χιλιόπαληα κι από παμπάλαια παμπάλαια.

ΛΑΟΣ

Κι εγώ σας περιμένω από τριάντα χιλιάδες χρόνια,
και σας μισώ απ' ανέκαθεν κι από παμπάλαια χρόνια.

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

Ξέρεις λοιπόν τι θα κάνεις;

ΛΑΟΣ

Θα μου πεις, αν δεν ξέρω.

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

Άφησε εμέ κι αυτόν εδώ να παραβγούμε
ν' αγωνιζόμαστε ποιος πιο καλά θα σε δουλεύει.

.....................................................

μετάφραση, Μάρκος Αυγέρης

_____

Ο Αριστοφάνης σατυρίζει τους Αθηναίους για την ανάθεση των κοινών συχνά σε ανάξιους πολίτες αλλά και για τις δικές τους αδυναμίες. Είναι αξιοσημείωτο ότι κανείς απ' τους ηθοποιούς δεν ήθελε να υποδυθεί τον Κλέωνα και τον υποδύθηκε με θάρρος ο ίδιος ο Αριστοφάνης, σχεδόν με βεβαιότητα χωρίς προσωπείο.

*και στις τρεις περιπτώσεις αναφέρεται στον Κλέωνα.

ΜΙΚΡΟΙ ΡΑΨΩΔΟΙ ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ, ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ (ΠΑΡΑ)ΔΕΙΓΜΑΤΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:04 π.μ.

0


 
"Μικροί Ραψωδοί στα χνάρια του Ομήρου"

Ποιο κοινό σημείο- σύγχρονης- αναφοράς θα μπορούσαν να έχουν ο Βιτσέντζος Κορνάρος με τον Ερωτόκριτο και ο Όμηρος με την Οδύσσεια; Μα τους «Μικρούς Ραψωδούς» του Μουσικού Σχολείου Σερρών βέβαια, που σήμερα- μετά από έντεκα χρόνια- δεν είναι πλέον μικροί αλλά ελπίζω «μεγάλοι» στη σκέψη και στο διόραση. Φαντάζομαι πως, στην περίπτωσή τους, δε μπορεί να συμβαίνει αλλιώς. Αναφέρομαι στους δωδεκάχρονους, τότε, «ακτιβιστές» της δημιουργίας του βιβλίου «Μικροί Ραψωδοί στα χνάρια του Ομήρου» (κείμενα και εικαστικά) που εκδόθηκε απ’ το Μουσικό Σχολείο Σερρών το 2002. Το βιβλίο το ανακάλυψα τυχαία σε μια βιβλιοθήκη. Μαθητές της Α΄ Γυμνασίου το 2001, «χρησιμοποίησαν τους μελωδικούς δεκαπεντασύλλαβους του Ερωτόκριτου, με τις λυρικές του αποχρώσεις, σε μια δημιουργική μίμηση της Οδύσσειας του Ομήρου. Κατάφεραν να ενώσουν με το μαγικό νήμα της Ελληνικής διαχρονίας δυο κορυφαία έργα της λογοτεχνίας μας, την Οδύσσεια με τον Ερωτόκριτο και, ακολουθώντας τους αφηγηματικούς και μουσικούς δρόμους του δεύτερου, κατάθεσαν με ευαισθησία και μεράκι τη δική τους ποιητική εκδοχή. Τα ζωγραφικά έργα και οι διάφορες κατασκευές δε συμπληρώνουν απλώς τις σύντομες "ραψωδίες" τους, αλλά αποτελούν εικαστικές δημιουργίες. Με το δικό τους τρόπο και τη δική τους τεχνική παρουσιάζουν πρόσωπα και πράγματα της Οδύσσειας. Οι όποιες, υπαρκτές βέβαια, "ατέλειες" στο ποιητικό και εικαστικό τους εγχείρημα, δεν αναιρούν την καλλιτεχνική τους απόπειρα, γιατί αποτελούν αδιάψευστες μαρτυρίες της αυθεντικής τους έκφρασης».

*

"Οι λόγοι που μας οδήγησαν σ’ αυτή την ενασχόληση", γράφει η καθηγήτριά τους κ. Κλεοπάτρα Χαραλαμπίδου "ήταν:
-         Η διαπίστωση πως οι εμπειρίες και τα βιώματα των παιδικών μας χρόνων σημαδεύουν όλη μας τη ζωή και μια παιδική δημιουργία, όταν παρουσιάζεται με ευχάριστο τρόπο, γίνεται η καλύτερη ανάμνηση.
-         Η άντληση πληροφοριών από τα κείμενα της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και συγκεκριμένα από τον Κρητικό Νόμο για τα μαθήματα.
-         Η γνώση ότι η ομαδικότητα παράγει λαϊκή δημιουργία, όπως είναι και το έργο του Ομήρου.
-         Η ανακάλυψη μιας καλλιτεχνικής φλέβας των μαθητών και η προθυμία τους για συμμετοχή- καθένας βέβαια με τις δυνατότητές του- στην ποιητική παραγωγή.
-         Το γεγονός ότι οι ίδιοι οι μαθητές, φτάνοντας στην Γ΄ τάξη Γυμνασίου, θα ασχοληθούν με τον Ερωτόκριτο, έργο της Κρητικής περιόδου, όπου θα διαπιστώσουν την ενότητα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας με την Αρχαία, μέσα από κοινά πολιτισμικά στοιχεία, που είναι αναλλοίωτα γνωρίσματα του εθνικού μας χαρακτήρα.
-         Η διαχρονικότητα του Ομήρου στη ζωή μας, καθώς και η επίδρασή του, δε σταματάει στο κατώφλι της Α΄ τάξης Γυμνασίου, αλλά μας συνοδεύει μέχρι τα βαθιά γηρατειά. Ο μεγάλος αυτός λογοτέχνης και παιδαγωγός ερεθίζει τη φαντασία, καλλιεργεί το αίσθημα της μουσικής, της ηθοποιίας, της σκηνοθεσίας, μέσα από τον αντιπροσωπευτικότερο τύπο της αθάνατης Ρωμιοσύνης: τον κοσμογυριστή, πανέξυπνο, επινοητικό, πανούργο Οδυσσέα».

*

Ο Κρητικός «νόμος»...

ΚΡΗΤΕΣ ΔΕ ΤΟΥΣ ΠΑΙΔΑΣ
ΤΟΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ ΜΑΝΘΑΝΕΙΝ
ΕΚΕΛΕΥΟΝ  ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ
ΜΕΤΑ ΤΙΝΟΣ ΜΕΛΩΔΙΑΣ,
ΙΝΑ ΕΚ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΨΥΧΑΓΩΓΩΝΤΑΙ
ΚΑΙ ΕΥΚΟΛΩΤΕΡΟΝ ΑΥΤΟΥΣ
ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΔΙΑΛΑΜΒΑΝΩΣΙΝ

(Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία, Β, 39)

...και η υλοποίησή του, που συνοδεύεται από ζεστή και συγκινητική μελοποίηση, δεδομένου ότι το βιβλίο συμπεριλαμβάνει μουσικό cd.

Στην προ Χριστού την εποχή, στα χάλκινα τα χρόνια,
ο Όμηρος, ο ραψωδός παρέδιδε αιώνια
τους πόνους και τα βάσανα, τις έριδες, τα μίση
σ’ αρχόντους Έλληνες παλιούς και ξακουστούς στη ζήση.
Μηδαμινοί μπροστά του εμείς, οι νέοι του δύο χιλιάδες,
συνθέτομε άσματα λαϊκά σαν να ’ταν μαντινάδες,
σε δεκαπέντε συλλαβές και βήματα ιάμβους
του Οδυσσέα ψάλλουμε τη δόξα, τους θριάμβους…

(Γεώργιος Τερμεντζόγλου, Α΄Γυμνασίου)

*

Φαιακίδα

ε΄

Όλοι οι θεοί συνάχτηκαν στου Δία το παλάτι
με το γοργόφτερο Ερμή, τον πρώτο στην απάτη.
Παράγγειλαν στην Καλυψώ, την κόρη την ωραία,
ν’ αφήσει πια ελεύθερο τον δύσμοιρο Οδυσσέα,
που κάθεται ολομόναχος και χύνει μαύρο δάκρυ
για τη γλυκιά πατρίδα του, την ξακουστή Ιθάκη.
Του είπε με βαριά καρδιά να φύγει απ’ το νησί της
κι ο Οδυσσέας σάλπαρε με την ανάμνησή της.
Μα ο θεός ο Ποσειδών, που κυβερνά τον πόντο,
ζητά να πάρει εκδίκηση, ταρακουνά τον κόσμο.
Κι όπως παράδερνε ο Οδυσσεύς  δυο βήματα απ’ τον Άδη,
η Λευκοθέη του ’δωσε σωτήριο μαγνάδι.
Τρεις μέρες χαροπάλευε στη μέση των κυμάτων,
ώσπου τέλος αντίκρισε τη χώρα των Φαιάκων.
Κι όταν πια πάτησε στεριά, ηγαλλίασε η καρδιά του
κι η Αθηνά του στάλαξε ύπνο στα βλέφαρά του.

(Ευαγγελία Γκένιου, Α΄ Γυμνασίου)

*

ζ΄

      Κι ενώ μέσα στις φυλλωσιές ο Οδυσσέας κρυβόταν,
      η Αθηνά εμφανίστηκε στην κόρη που κοιμόταν.
      Το όνομά της Ναυσικά, ίδια θεά στα κάλλη,
      κόρη τ’ Αλκίνοου σεβαστή με φρόνηση μεγάλη.
     Τα ρούχα την παρότρυνε τ’ άλλο πρωί να πλύνει,
     αφού δε θα ’ταν για πολύ παρθένα αυτή να μείνει.
     Κι αφού οι κόρες τα ’πλυναν την επομένη μέρα,
     βγάλανε τις μαντίλες τους να παίξουν με τη σφαίρα.
     Μα μια άστοχη προσπάθεια, τα γέλια, η χαρά τους
      τον ξένο αναγκάσανε να εμφανιστεί μπροστά τους.
      Κι η αγριεμένη του μορφή τις κάνει να σκορπίσουν.
      Μονάχα η Ναυσικά τολμά να μείνει να μιλήσουν.
      Και με ευγένεια πολλή και θαυμασμό μεγάλο
      μιλήσανε οι ήρωες ο ένας για τον άλλο.
      Κι ο ξένος, αφού έφαγε και ξέπλυνε τ’ αλάτι,
      τον πρόπεμψε η Ναυσικά στ’ Αλκίνοου το παλάτι.

      (Χρήστος Γούναρης, Α΄ Γυμνασίου)

___

Στο εγχείρημα, μερίδιο συμμετοχής είχαν όλα τα παιδιά, περίπου εκατό, και η τιμή τους ανήκει, ανεξάρτητα απ' την πρακτική δυσκολία να αναφερθούν όλα τα ονόματα. 

Οι εικόνα είναι της Καλλιόπης Αλντιτασιώτη, Α' Γυμνασίου.

ΓΙΑ ΠΕΣ ΜΟΥ, ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΣΤΙΧΟΙ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Posted by Ίδρυμα Ποίησης | Posted in | Posted on 11:02 π.μ.

0


Για πες μου

-Για πες μου, κύμα μου, να ζήσεις,
τι του παιδιού μου θα χαρίσεις;
-Τα κρουσταλλένια μου νερά
εγώ να λούζεται του δίνω
και θα τον βλέπεις μια χαρά
να λάμπει σαν τον άσπρο κρίνο.

-Πες, όρνιθα κι εσύ, να ζήσεις,
τι του παιδιού μου θα χαρίσεις;
-Μικρό προσκέφαλο μπορώ
εγώ με πούπουλα να κάνω
σαν σου κοιμάται στο πλευρό,
να γέρνει το κεφάλι απάνω. 

-Πες, προβατίνα μου, να ζήσεις

τι του παιδιού μου θα χαρίσεις;
-Έχω στη ράχη μου μαλλί
κι αν θέλεις κόψ' το να το ξάνεις
και για το κρύο το πολύ
μάλλινα ρούχα να του κάνεις.

-Πες, μέλισσα κι εσύ, να ζήσεις,

τι του παιδιού μου θα χαρίσεις;
-Η κάθε μια μας σαν πετάει,
από το κάθε λουλουδάκι
ωραίο μέλι κουβαλάει.
Ας έρχεται να τρώει λιγάκι.

-Για πες μου, μέλισσα να ζήσεις,

τι άλλο θε να του χαρίσεις;
-Φαρμακερό κρατάω κεντρί,
να το κεντρώσω και μια στάλα,
στον κόσμο εδώ να μη θαρρεί
πως όλα είναι μέλι γάλα.

Αλέξανδρος Πάλλης