ΤΟΝΤΑ ΡΑΜΠΑ, Ο ΓΚΡΕΚΟ, ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 2:32 μ.μ.

0

Νίκος Καζαντζάκης, 18 Φλεβάρη 1883-26 Οκτώβρη 1957

(Ο Νίκος Καζαντζάκης με τη μητέρα του)


Ο νέγρος Τόντα Ράμπα απολύεται από τον αγγλικό στρατό μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και γυρίζει στην πατρίδα του, στην Αφρική. Έχει γνωρίσει τώρα την αδυναμία της Ευρώπης, προβλέπει τη γρήγορη παρακμή της και καλεί τους συμπατριώτες του να ξυπνήσουν.
Το ποίημα είναι σημαντικό, γιατί δείχνει ότι ο Καζαντζάκης πρόβλεψε την αφύπνιση των αφρικανικών λαών.


ΤΟΝΤΑ ΡΑΜΠΑ(απόσπασμα)

.....................................
Κι ο Τόντα Ράμπα, ο νέγρος με τη μάσκα
της πείνας, φάνη αλάργα, και ζαλάδες
θυμού τον περεχούν, με την μπαλάσκα
του φράγκικου πολέμου αναζωστάρι,
με την εγγλέζική του ακόμα κάσκα.
Γυρίζει του πολέμου απομεινάρι,
και την πατρίδα λαχταράει με φούρια.
μαύρο τραγί απ' τα κέρατα σφαγάρι
για τους νεκρούς κρατάει, και στα κιβούρια
χιμάει και δρασκελάει το κοιμητήρι,
όπου αραδίς αχνίζουν τα μνημούρια.
"Μωρέ, καλώς σας βρήκα, νοικοκύροι!
Γύρισα πια και φέρνω σας μαντάτα
απ' τις βοσκές που βόσκουν οι άσπροι χοίροι!"
.....................................
"Φαγιά, κρασιά τ' αμπάρια τους γιομάτα,
και δεν μπορούν να φαν και να μεθύσουν.
τ' άσπρα κοράσια τους παχιά κι αφράτα,
και δεν μπορούν, μωρέ, να τα φιλήσουν!
Γέροι αχαμνοί, σακάτηδες, τσιγκούνοι,
και δεν μπορούν τον κόσμο να κουνήσουν.
κι έχουν θεό, χοντρό χρυσό γουρούνι!
 ...........................................................................................
Απάνω τους, μωρέ παιδιά, πιλάλα!
Δεν είναι αυτοί θεοί, μόν' σάπιοι ανθρώποι!
Πα στους παλιούς προγόνους μας καβάλα,
σε λιόντες, σε ρινόκερους, χαρά μας!
χιμούμε εμείς, και παν την κουτρουβάλα.
Ομπρός, αδέρφια, κι έφτασε η σειρά μας!"
*

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, στο Εσκοριάλ, απογοητευμένος απ' την κακή συμπεριφορά του βασιληά της Ισπανίας, θυμάται έντονα την Κρήτη και αποφασίζει, σε μια ώρα δειλίας, να ξαναγυρίσει σ' αυτήν. Στην κρίσιμη στιγμή ένας άγγελος τον αρπάζει και τον ξαναφέρνει στα ύψη και στο δρόμο του χρέους, εκεί που βρίσκεται η ιδανική "Κρήτη" των ουρανών.

Ο ΓΚΡΕΚΟ
....................................
Το λάδανο μυρίστη, κι όλο χάδια
γλίστρηξε η Κρήτη, η τίγρισσα, και στρώθη
στου σπλάχνου του τα βογκερά σκοτάδια.
Έγνοιες βαριές, αντρίκειοι γαύροι πόθοι
τα στήθη κρουν, σβουρίζει το μελίσσι
στ' ολάνθιστο θυμάρι, και σηκώθη
στο νου το αγαπημένο του Βροντήσι.
Αχνίζει ο Ψηλορείτης όλο πύρα,
καταχτυπούν στη μαρμαρένια βρύση
τα κρύα νερά, κι η κουδουνάτη λύρα
όρτσες βαράει με ολόρθο καβαλάρη.
Στα χείλια του της θάλασσας η αρμύρα,
κι ακόμη αντιγρικάει, κρουφό λογάρι,
το δάσκαλο ασκητή, το γερο-διάκο,
στου Κάστρου το λιμάνι, πρι σαλπάρει,
να διπλοπαραγγέλνει του: "Κυριάκο,
με φλόγα εσύ προφητικιάν αλείφτης,
στης καλοπέρασης μη μπεις το λάκκο,
σε ρηγικές αυλές τσανακογλείφτης!
Άτριφτες στράτες άνοιγε και πέρνα!"

...................................
Εμείς, καρδιά, πλαστήκαμε τ' ακράτα
της λευτεριάς φτερά με βιας ν' ανοιούμε
και να καιγόμαστε στην πάνω στράτα!
Σπαθί το φως στα χέρια μας κρατούμε!
Γύρνα προσηλιακά, κατά την Κρήτη
τη λευτεριά, τη μοναξιά να βρούμε!
Γοργά γυρνάει δεξά, κατά το σπίτι
του κύρη του στ' αλάργα αραξοβόλια.
η πέρφανη κορφή του Ψηλορείτη
στο νου του απάνω κυματάει σα μπόλια,
και πράσινος, φαρδύς απλώθη ο κάμπος
της Μεσαράς, με τα ζεστά περβόλια!
Μα ξάφνου ολόρθος ετινάχτη, σάμπως
δυο φοβερά να τον αρπάξαν χέρια.
βρούχος γρικάει, φτερά και μέγα θάμπος!
τα μάτια του ξεχείλισαν αστέρια!

....................................

Αρχάγγελος, ζεστός νοτιάς, εχύθη
και λάδανο μυρίζουν τα φτερά του.
το νιον αρπά αγκαλιά στ' αδρά του στήθη,
κλοτσάει τη γης και παίρνει ολόρθος φόρα
και ροβολάει μες στα γαλάζια βύθη.
Χλωμός ο νιος, στην άγρια φωτομπόρα,
δένει γερά το κρητικό μαντίλι
και με ανοιχτά τα μαύρα μάτια εθώρα,
παλικαρίσια σφίγγοντας τα χείλη,
την κάτω γης να λιώνει στο λιοβόρι.
Το μέγα χτίρι, κάρκανο στο αντήλι,
κι ως μέρμηγκοι το ψάχναν οι μαστόροι.
σουρίζουν τ' ακροβούνια, οι δρόμοι κλώθου,
κι ο νιος, σκυφτός στην αγγελίσια πλώρη,
τρυγάει το φως, την κορυφή του πόθου!
Το αθώρητο της γης σηκώθη μπόι.
του μέσα του αρχαγγέλου τον αμπώθου
τα στήθια στο παρθένο κορφολόι,
στης άγριας λευτεριάς την έρμη ελπίδα,
στο πιο αψηλό του κόσμου ετούτου ανώι,
στην Πάνω Κρήτη, την κρυφή πατρίδα!
_____


Και τα δυο ποιήματα ανήκουν σ' αυτά που ο Καζαντζάκης ονόμασε "τερτσίνες" ή "κάντα", γραμμένα στο μέτρο της "Θείας Κωμωδίας" του Dante. Οι "Τερτσίνες" γράφτηκαν ανάμεσα στο 1932 και στο 1937, ενώ παράλληλα ο ποιητής επεξεργαζόταν την "Οδύσσειά" του.

(τα σημειώματα είναι του Στυλιανού Αλεξίου)